Κριτική

Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ

Από -

Το «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ», γραμμένο στην αυγή της δεκαετίας του ’60, κουβαλάει τα τραύματα της εποχής που το γέννησε, όταν η Αμερική έχτιζε για ακόμη μία φορά το αφήγημα του «αμερικανικού ονείρου». Η πένα του Άλμπι παρεμβαίνει με ένα δράμα δωματίου που λειτουργεί ως καταλύτης σε αυτό το οικοδόμημα, καθώς αποδομεί την εικόνα της «αγίας» οικογένειας όπως και αυτή του ευυπόληπτου διανοούμενου. Βεβαίως, ο θεατής μπορεί να μη γνωρίζει τίποτε από αυτά, χωρίς να επηρεάζεται στο ελάχιστο η επίδραση του έργου. Και αυτό επειδή ο Άλμπι έχει συνθέσει μια υποδειγματική ιστορία, που στην ουσία της μιλάει για τον επίπονο αλλά αναγκαίο δρόμο που οδηγεί στην κατάρριψη των ψευδαισθήσεων.

Αυτόν το δρόμο διανύουν ο Τζορτζ και η Μάρθα –όπως και ο Νικ και η Χάνεϊ, το νεότερο ζευγάρι που εντέχνως έχει δημιουργήσει ο συγγραφέας– κατά τη διάρκεια μιας αποκαλυπτικής νύχτας, ενώ το αλκοόλ ρέει άφθονο και οι προσβολές αναδεικνύονται σε κύριο μέσο επικοινωνίας. Μια συζυγική σχέση έχει μετατραπεί σε ανελέητο παιχνίδι εξουσίας μεταξύ δύο πληγωμένων ανθρώπων που δεν μπορούν να εκφραστούν παρά με το μόνο συναίσθημα που γνωρίζουν: πληγώνοντας το άλλο τους «μισό». Το τέλος της βραδιάς θα τους βρει στο κατώφλι μιας νέας αρχής, απαλλαγμένης από τις ψευδαισθήσεις που είχαν κατασκευάσει, και μια χαραμάδα φωτός θα κλείσει το έργο.

Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης αφουγκράστηκε με ιδιαίτερη προσοχή αυτό το έργο χαρακτήρων, έντονων συγκρούσεων και, μοιραία, ερμηνειών. Δεν είναι τυχαίο π.χ. ότι η παράσταση δεν φοβάται να γίνει «κωμική»· ας μην ξεχνάμε ότι ο Τζορτζ και η Μάρθα αρέσκονται να δίνουν «παράσταση», να παίζουν «παιχνίδια» και οι βιτριολικές ατάκες είναι βασικό συστατικό των ρόλων που υποδύονται, έστω κι αν οι ρόλοι έχουν γίνει πια φύση τους (χρειάζεται, πάντως, προσοχή ώστε να μην υποκύψει η παράσταση ολοκληρωτικά στη γοητεία του κωμικού ή της έντασης).

Η μεγάλη κατάκτηση όμως είναι η διαύγεια που προσδίδει η σκηνοθεσία στα πρόσωπα, κάτι που βέβαια πάει χέρι χέρι με τις αξιοσημείωτες ερμηνείες. Ξεκινώντας από τους «μικρότερους» ρόλους, δεν γίνει να μη σταθεί κάποιος στην Ντάνη Γιαννακοπούλου: ενώ υιοθετεί στα όρια της τυποποίησης τον ρόλο της Αμερικανίδας «sweetheart», αποκαλύπτει με τη σωματική της γλώσσα τον βαθιά κλονισμένο ψυχισμό της Χάνι, ενώ ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος πιάνει ωραία τον τυχοδιωκτισμό ενός νέου επιστήμονα που δεν είναι όσο άνετος θέλει να δείχνει. Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, ο ματαιωμένος σε σημείο «ευνουχισμού» Τζορτζ, που όμως γυρίζει αποφασιστικά το παιχνίδι, βρίσκεται στην καλύτερη ερμηνευτική του στιγμή, ενώ η Μαρία Πρωτόπαππα κυριαρχεί επί σκηνής, αδηφάγα, κυνική, αλλά στην πραγματικότητα διψασμένη για επαφή. Αναμενόμενο ίσως το σκηνικό της Αθανασίας Σμαραγδή, αποτυπώνει πάντως εύστοχα το σαλόνι ενός ζευγαριού διανοουμένων, όμως τα κοστούμια της Μαρίας Κοντοδήμα φλερτάρουν με τη σχηματοποίηση.

ΘΕΑΤΡΟ ΑΘΗΝΩΝ Βουκουρεστίου 10, κέντρο, 2103312343. Διάρκεια: 120΄.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου