Συνέντευξη

Περικλής Μουστάκης: «Ο ηθοποιός που θέτω ως πρότυπο για τον εαυτό μου, χρειάζεται περισσότερο να ακούει παρά να μιλάει»

Από -

Ο Περικλής Μουστάκης, στοχαστικός σκηνοθέτης και ηθοποιός, βρίσκει τρόπους να μιλά με ιερότητα για τα ανθρώινα μέσα από τις σκηνοθεσίες του. Φέτος, επέστρεψε με την «Αδερφή μου» του Ζουμπουλάκη, σε έναν από τους πιο ατμοσφαιρικούς χώρους της Αθήνας, στο Bios, ενώ ετοιμάζει την επόμενη παράσταση. Στον περιορισμένο ελεύθερο χρόνο που διαθέτει μεταξύ των προβών ως σκηνοθέτης αλλά και ως ηθοποιός, και των υποχρεώσεών του ως υπεύθυνος σπουδών στο ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, μιλά στο «α» για τους πολλαπλούς ρόλους που ενσαρκώνει στην καθημερινότητά του.
Πράξη πρώτη:Το «α» συναντά τον Περικλή Μουστάκη στο καφέ του Bios, όπου οι ηθοποιοί απολαμβάνουν μια τζούρα καφέ προτού ξεκινήση η πρόβα στο νέο θεατρικό τους σπίτι. Πράξη δεύτερη: Όταν αποχωρούν και αποχαιρετούν προσωρινά τον σκηνοθέτη τους, ξεκινά μια συζήτηση, όπου η μία παρένθεση ανοίγει μετά την άλλη και θέματα αναδύονται από το πουθενά. Πράξη τρίτη: Μια συνέντευξη γεμάτη μηνύματα είναι διαθέσιμη για τους αναγνώστες του «α».

Ποιο ήταν το στοιχείο της ιστορίας που κέρδισε το σκηνοθετικό σας ενδιαφέρον;
Το βιβλίο του Ζουμπουλάκη «Η Αδερφή μου», είναι ένα αφήγημα εξομολογητικό, βαθιά προσωπικό, με αφορμή το θάνατο της αδερφής του, η οποία έχει καθορίσει τη ζωή του. Γράφτηκε εν μία νυκτί μετά την κηδεία, εννοείται εν θερμώ. Παρόλα αυτά, είναι ένα πραγματικά βαθύ κείμενο, που αναστοχάζεται επάνω στις έννοιες του θανάτου, της πίστης, της ελπίδας, της αγάπης, του πόνου και συνδιαλέγεται με σκέψεις φιλοσόφων όπως της Σιμόν Βέιλ, του Λεβινάς, του Καμύ.

Ένας αδελφός που φροντίζει αγόγγυστα την αδερφή του, η οποία πάσχει από επιληψία. Πώς αυτή η πικρή ιστορία κατορθώνει να οδηγήσει στη λύτρωση και να προσφέρει παρηγοριά;
Παρόλο που φαίνεται ένα κείμενο, εκ πρώτης όψεως σκοτεινό, είναι ένα έργο που προσφέρει παραμυθία, δηλαδή παρηγοριά. Όταν κανείς έχει συνείδηση του θανάτου, έχει συνείδηση ότι είναι ένα ον πεπερασμένο με αδυναμίες, ένα ον ανεπαρκές, όπως είναι κάθε άνθρωπος, αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αντίληψη της ζωής μέσα από άλλες ποιότητες και τη δίψα για τη ζωή. Μέσω του θανάτου, η ζωή αποκτά ένα πιο βαθύ νόημα.
Άλλωστε, έχουμε ανοιχτούς λογαριασμούς με τους νεκρούς στη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, τη μουσική. Οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους είναι πεθαμένοι και εμείς έχουμε μια ανοιχτή συναλλαγή μαζί τους. Μέσω αυτών σκεφτόμαστε και αναστοχαζόμαστε. Υπάρχει ένα στοιχείο αναστάσιμο σε αυτή τη συναλλαγή. Και υπάρχουνε νεκροί, οι οποίοι είναι ζωντανοί, και δυστυχώς ζωντανοί που είναι ουσιαστικά νεκροί.
Η παράσταση φανερώνει το πως η Γιούλα, η αδερφή του Ζουμπουλάκη, ακούει το λόγο του Ζουμπουλάκη. Εκεί πάνω οικοδομείται όλη η παράσταση. Αυτός είναι ο δικός του ανοιχτός λογαριασμός με τους νεκρούς. Σαφώς ο καθένας μέσα του κουβαλάει σαν «μαγιά»  νεκρούς που έχουνε σταθεί σαν φάροι στη ζωή του, είτε έχοντας γνωριστεί μαζί τους άμεσα, είτε έμμεσα, ως πρότυπα.

banner

Πρωτοπαρουσιάσατε την παράσταση στην Αγγλικανική Εκκλησία και φέτος μετακομίζει στο Bios. Αυτή η μετακίνηση επιβάλλει άλλες σκηνοθετικές οδηγίες;
Σαφέστατα πρόκειται για δύο διαφορετικούς χώρους. Ο χώρος της Αγγλικανικής εκκλησίας είναι ένας χώρος θρησκευτικός, όπου εξ αντικειμένου δεσπόζει ένα ιερό στοιχείο. Το Bios, είναι ένας χώρος κενός, ωστόσο στην κενότητά του θα προσδοθεί αυτό το ιερό στοιχείο μέσα από το τελετουργικό που έχει η παράσταση μας. Κάθε χώρος μπορεί να γίνει ιερός. Κάθε χώρος μπορεί να γίνει εκκλησία. Ακόμη και ο πιο άσχημος τόπος. Εξαρτάται από το πώς τον λειτουργεί κανείς.
Εντοπίζετε δηλαδή τον λόγο για να ξαναδεί κάποιος την παράσταση στο νέο χώρο;
Αυτό παρουσιάζει τρομακτικό ενδιαφέρον. Αξίζει κανείς να δει αυτές τις διαφοροποιήσεις σε σχέση με το χώρο. Η σκηνοθεσία είναι ακριβώς η ίδια, αλλά είναι άλλος χώρος. Και ο χώρος είναι πάντα καθοριστικός για μια παράσταση, ακόμη και ως προς την ακουστική. Στο Βios, η ακουστική του χώρου είναι πολύ καλύτερη από της Αγγλικανικής Εκκλησίας.

«Yπάρχουν νεκροί, οι οποίοι είναι ζωντανοί και δυστυχώς ζωντανοί που είναι ουσιαστικά νεκροί»

Έχετε δηλώσει πως από πολύ μικρός δεν επιθυμούσατε να δουλεύετε συνέχεια στο θέατρο. Τι είναι αυτό που σας κρατά ακόμα κοντά του και τι άλλο θα μπορούσατε να κάνετε επαγγελματικά εκτός από θέατρο;
Όταν ήμουν μικρός και το αίμα μου έβραζε, δεν ήθελα να δουλεύω συνέχεια στο θέατρο. Πλέον που μεγάλωσα, ακόμη κι αν δεν έχω το ίδιο πάθος που είχα, θέλω να δουλεύω συνέχεια στο θέατρο. Αυτό είναι ένα παράδοξο. Αλλά αιτιολογείται ως εξής: Τότε ήμουν ερωτευμένος με το θέατρο, τώρα το αγαπάω. Αυτό εμπεριέχει ένα στοιχείο αποστολής. Πιστεύω ότι το θέατρο  είναι όλη μου η ζωή, ενώ όταν ήμουν μικρός, τα ξεχώριζα αυτά τα δύο.
 
Δηλαδή τελευταία  δεν δώσατε στον εαυτό σας καμία ανάπαυλα;
Δεν υπάρχει καμία ανάπαυλα. Δουλεύω συνέχεια στο θέατρο, είτε ως ηθοποιός, είτε ως σκηνοθέτης, είτε ως δάσκαλος υποκριτικής. Δουλεύω 15 ώρες ημερησίως.

Υπάρχει χρόνος να στοχάζεστε γύρω από άλλα πράγματα;
Μέσω της θεατρικής διαδικασίας στοχάζομαι σφόδρα.

Γράφονται σήμερα σπουδαία κείμενα που να μπορούν να λειτουργήσουν ως μοχλός αφύπνισης;
Σαφώς υπάρχουν σπουδαίοι θεατρικοί συγγραφείς, ωστόσο για μένα δεν διαδραματίζει τόσο σημαντικό ρόλο το κείμενο όσο η δραματουργία, η σκηνοθετική και η υποκριτική επάνω στο κείμενο. Υπάρχει η πιθανότητα να πάρεις το σενάριο της «Λάμψης» και να το κάνεις Στρίντμπεργκ και η πιθανότητα να πάρεις τον Στρίντμπεργκ και να το κάνεις «Λάμψης». Το κείμενο λειτουργεί ως μια βάση. Σημασία έχει ο τρόπος που το αντιμετωπίζεις.


Εσείς με ποιο κριτήριο επιλέγετε ένα κείμενο;
Επιλέγω ανάλογα με το πόσο με ενδιαφέρει η ματιά του συγγραφέα στον κόσμο. Τα κείμενα που επιλέγω συνήθως έχουν ένα υπαρξιακό βάθος.
 
Ανάμεσα στους ανερχόμενους Έλληνες σκηνοθέτες υπάρχει κάποιος που έχετε ξεχωρίσει;
Σίγουρα θα υπάρχουν. Ωστόσο, επειδή δεν διαθέτω χρόνο να παρακολουθήσω θέατρο, δεν έχω άποψη πάνω σε αυτό. Βλέπω ελάχιστες παραστάσεις κάποιων ανθρώπων που εκτιμώ βαθύτατα και ξένο θέατρο.

«Πιστεύω ότι το θέατρο  είναι όλη μου η ζωή, ενώ όταν ήμουν μικρός, τα ξεχώριζα αυτά τα δύο»

Πώς αντιλαμβάνεστε την ύπαρξη πολλών θεατρικών ομάδων για την πραγματικότητα του θεατρικού τοπίου;
Το γεγονός ότι υπάρχουν πάρα πολλές θεατρικές ομάδες, μπορεί κανείς να το δει θετικά, από την άποψη ότι μέσα από την ποσότητα επέρχεται η ποιότητα. Ωστόσο ελλοχεύουν πάρα πολλοί κίνδυνοι. Οι κίνδυνοι αυτοί, οφείλονται στο ότι κανείς δεν αφιερώνει τον απαραίτητο χρόνο για την εκπαίδευση του ως ηθοποιός και για τη διαδικασία της παραγωγής μιας δουλειάς. Μιλάω δηλαδή για μια ομάδα που θα δούλευε ενάμιση χρόνο και ύστερα θα παρουσίαζε τη δουλειά της, καλύπτοντας τα τυχόν ελλείμματα της θεατρικής υπόστασης ενός ηθοποιού. Εάν δεν εκλείψουν αυτά, δε μπορεί να λειτουργήσει ο ηθοποιός.
Υπάρχει μια τάση προς εύκολα πράγματα. Η τέχνη όμως είναι αντιξοότητα, όπως είναι και ο έρωτας. Όταν δεν υπάρχουν τα φυσικά εμπόδια, ο δημιουργός φτιάχνει τεχνητά εμπόδια. Θέτει δηλαδή κάποιος κανόνες, ώστε μέσα από αυτούς να βρει το αυθόρμητο στοιχείο που είναι βυθισμένο μέσα του, χωρίς να γίνει σκλάβος της πρώτης  αυθορμησιάς. Μέσα από το ηθικό πλαίσιο που λειτουργεί, ανακαλύπτοντας ένα αυθόρμητο στοιχείο και μετατρέποντάς το σε εκούσιο και συνειδητό, συναντά κανείς την καλλιτεχνική και την προσωπική του ελευθερία.

Με ποια σχέδια ξεκίνησε η φετινή σεζόν τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο;
Λόγω του κορωνοϊού και της γνωστής κατάστασης που έχει δημιουργηθεί, είναι δύσκολο να βάζει κανείς στόχους. Υπάρχει μια παράσταση, στην οποία συμμετέχω ως ηθοποιός. Έχω αρχίσει πρόβες από τον Φεβρουάριο του 2020, ωστόσο έπαιρνε διαρκώς αναβολή λόγω των αλλεπάλληλων lock-down. Η πρεμιέρα είναι προγραμματισμένη για τις 26 Νοεμβρίου. Πρόκειται για το  «Όπως πάει το ποτάμι»,  σε σκηνοθεσία του Γιάννη Λεοντάρη, στο θέατρο Σταθμός.

Εκτός από ακυρώσεις και αντιξοότητες προέκυψαν, σκέψεις και αναστοχασμοί γύρω από το θέατρο κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού;
Λόγω αυτών των lock-down παραμείναμε στο σπίτι αντί να είμαστε στα θέατρα και τις δραματικές σχολές. Πως αξιοποιήθηκε ο χρόνος της μη θεατρικής δραστηριότητας;  Ήταν εκ των πραγμάτων μια πολύ καλή ευκαιρία να αναστοχαστεί κανείς σε πολύ βασικά ερωτήματα, όπως το τι είναι το θέατρο ή τι είναι ηθοποιός. Πιστεύω ότι αν το θέατρο δεν οδηγηθεί σε μια πνευματικότητα και δεν δώσει βάρος στον ηθοποιό και την τεχνική του κατάρτιση, θα πεθάνει.
Αυτοί και πολλοί άλλοι ήταν οι δικοί μου στοχασμοί γύρω από την ανάγκη μου για θέατρο. Η ανάγκη από την οποία ξεκίνησε κάποτε το θέατρο ήταν βαθιά θρησκευτική. Το θέατρο πλέον εξετάζει τη  μοναχικότητα και τη σχέση του ανθρώπου με όλο τον κόσμο. Πιστεύω ότι το lock-down ήταν η ευκαιρία μας να συνειδητοποιήσουμε την ελαχιστότητά μας και να αντιμετωπίσουμε το θέατρο με ταπεινότητα και όχι με αλαζονεία.
Ο ηθοποιός που θέτω ως πρότυπο για τον εαυτό μου, χρειάζεται περισσότερο να ακούει παρά να μιλάει. Ως ηθοποιός αισθάνομαι ο τελευταίος των τελευταίων. Κατά τη διάρκεια των προβών μιας μεγάλης παραγωγής, η οποία ταξίδεψε και στο εξωτερικό, μια συνάδελφος εξέφρασε την εκτίμησή της στο πρόσωπό μου, ακριβώς επειδή φρόντιζα να κάθομαι κάτω και να παραμένω αμίλητος.


 

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου