Συνέντευξη

Ουίλιαμ Κέντριτζ: «Έχει προκύψει μία τρομερή εξασθένιση του πνεύματος και της ενέργειας που έχει ο άνθρωπος»

Από -

Τι ήταν αυτό που σας γοήτευσε στον μύθο της Σίβυλλας και την κάνατε όπερα δωματίου;
Υπάρχουν δύο μύθοι της Κυμαίας Σίβυλλας. Ο πρώτος εξηγεί ότι ο Απόλλωνας της πρόσφερε αιώνια ζωή, με αντάλλαγμα την παρθενιά της. Τελικά η Σίβυλλα αρνήθηκε, οπότε εκείνος τήρησε τη συμφωνία του δίνοντάς της αιώνια ζωή, αλλά όχι αιώνια νεότητα. Έτσι, η Σίβυλλα γερνούσε και ταυτόχρονα συρρικνωνόταν όλο και περισσότερο, μέχρι που έγινε μία μικροσκοπική φιγούρα, παγιδευμένη μέσα σε έναν αμφορέα. Και εάν πλησίαζες το αυτί σου στο στόμιο του αμφορέα, μπορούσες να την ακούσεις να φωνάζει «αφήστε με να πεθάνω». Η άλλη ιστορία, την οποία και χρησιμοποιήσαμε, είναι εκείνη όπου πηγαίνεις στην σπηλιά της Σίβυλλας θέλοντας να της κάνεις μια ερώτηση σχετικά με τη ζωή σου, κόβεις ένα φύλλο και το αφήνεις μέσα στην σπηλιά, επιστρέφοντας αργότερα για να πάρεις ένα άλλο φύλλο με την απάντηση. Αλλά κάθε φορά που προσπαθούσες να πιάσεις το φύλλο θα σηκωνόταν αέρας, ανακατεύοντας όλα τα φύλλα. Έτσι ποτέ δεν γνώριζες εάν το φύλλο που τελικά μάζευες ήταν το δικό σου πεπρωμένο ή κάποιου άλλου. Αυτή είναι η αμφιθυμία του να γνωρίζεις ή όχι τη μοίρα σου, αλλά και το σημείο εκκίνησης του πρότζεκτ.

Τα έργα σας περιλαμβάνουν κοινωνικοπολιτικά σχόλια. Η όπερα «Waiting for the Sibyl» που θα δούμε στο πλαίσιο του πλαίσιο του SNF Nostos έχει πολιτικούς υπαινιγμούς ή είναι μια αλληγορία; Τα έργα μου έχουν ασαφείς πολιτικούς υπαινιγμούς, αβεβαιότητες και αμφιβολίες. Νομίζω πως το να εντάσεις αυτές τις κατηγορίες της αβεβαιότητας και αμφιβολίας σε θέματα πολιτικής, η οποία συνήθως αναζητάει τη σιγουριά, είναι μια πολιτική πολεμική. Αλλά το να ψάχνεις για σιγουριά, συνήθως, σημαίνει να ψάχνεις για εξουσία, που με τη σειρά του σημαίνει ότι ψάχνεις για καθιερωμένη βία. Επομένως υπάρχει μία πολιτική πολεμική στη «Σίβυλλα», που έχει να κάνει με την σχέση μας με την μοίρα και την εξουσία, την επιθυμία να έχουμε εξουσία και την πίστη του ότι την έχουμε, καθώς και την εύρεση του χώρου όπου μπορούμε να την έχουμε απέναντι στο πρόσωπο των δυνάμεων που είναι πολύ μεγαλύτερες από εμάς.

Τι προβλέπετε να γίνει με τον Covid; Πόσο θα ζήσουμε;
Αυτή είναι μια ερώτηση που θα έπρεπε να απευθυνθεί στην Σίβυλλα 2.000 χρόνια πριν. Τώρα, αντί να μας απαντήσει εκείνη, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι - ιδιαίτερα στην Νότια Αφρική -που ορισμένοι συμβουλεύονται, όπως θεραπευτές, μάντες ή προφήτες. Γενικά, ακολουθούμε τον αλγόριθμο που θα προβλέψει δεδομένα συγκεκριμένων παραγόντων και στατιστικών πιθανοτήτων. Η σχέση μας με το να γνωρίζουμε ή να μη γνωρίζουμε το μέλλον μας είναι η ερώτηση την οποία ερευνώ στην Σίβυλλα.

banner

Αρχίσατε να ζωγραφίζετε ορισμένα σκίτσα ως προετοιμασία για την παράσταση. Πώς αυτά σχετίζονται με το κείμενο, τη μουσική και την κινητικότητά της;
Υπάρχουν πολλές διαφορετικές ζωγραφιές. Ζωγραφιές δέντρων, τα οποία είναι μία ζωτική εικόνα για την Σίβυλλα τόσο με την έννοια των φύλλων όπου γράφει την απάντηση όσο και ως μία πολύ ισχυρή εικόνα του τι είναι να δημιουργείς μία ζωή και έναν θάνατο. Άρχισα, λοιπόν, να σχεδιάζω δέντρα μεγάλης κλίμακας και ταυτόχρονα να ζωγραφίζω δέντρα σε πολλαπλές σελίδες, με τρόπο που κάποιος, φυσώντας τα φύλλα, να κάνει ένα δέντρο να εμφανιστεί ή να εξαφανιστεί. Επίσης χρησιμοποίησα τη μεταφορά του φύλλου ως τη σελίδα ενός βιβλίου. Έτσι μπορείς να έχεις όλα τα φύλλα των δέντρων μαζεμένα και δεμένα σε ένα βιβλίο με τον τρόπο που το κάνει ο Δάντης στο τέλος της Θείας Κωμωδίας. Είναι ένας τρόπος να λες ότι, όλα τα κείμενα και όλες οι σκέψεις σε ένα βιβλίο, είναι αυτές οι σελίδες που μπορεί να παρασύρει ο αέρας και να τις διαχωρίσει ενώ αιωρούνται. Υποθέτω υπάρχει και η εικόνα της σκέψης ενός ανθρώπου ως βιβλίο και όλες οι αναμνήσεις, σκέψεις, επιθυμίες και ελπίδες του είναι διαφορετικές σελίδες στο βιβλίο αυτού του ατόμου. Πολλά από τα σκίτσα που έκανα στην αρχή τα ζωγράφισα σε σελίδες μίας εγκυκλοπαίδειας, γνωρίζοντας ότι, στο τέλος, αυτές θα μπορούσαν να μπουν όλες μαζί σε ένα βιβλίο και η παρουσίαση του θα αποτελούσε κεντρικό κομμάτι της παράστασης.

Νιώθετε ότι μία παράσταση τελειώνει ποτέ ή υπάρχουν πάντα περισσότεροι τρόποι να «παίξετε» με αυτό που φτιάξατε;
Η performance είναι ένα ζωντανό είδος τέχνης με την έννοια ότι είναι διαφορετική κάθε βράδυ που παρουσιάζεται, τόσο ως προς το τι κάνουν οι ηθοποιοί και οι τραγουδιστές όσον αφορά τον ρυθμό, την ένταση, την σχέση μεταξύ τους όσο και σε ό,τι αφορά την σχέση τους με το κοινό, εάν δηλαδή είναι ένα μεγάλο ή μικρό κοινό, εάν αντιδράει αναστενάζοντας ή γελώντας και κάνει μία σύνδεση με την παράσταση. Με αυτή την έννοια λοιπόν, η παράσταση είναι σίγουρα κάτι το ζωντανό, αλλά δεν μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφωθεί κάθε μέρα, όπως εμείς είμαστε ζωντανά όντα αλλά δεν γινόμαστε εντελώς διαφορετικοί κάθε μέρα. Υπάρχουν κάποιοι καλλιτέχνες που δουλεύουν πάνω σε έργα τους ασταμάτητα, εννοώντας ότι κάνουν ξανά και ξανά πρόβες αλλάζοντας τη θέση των αντικειμένων και των σκηνικών ανάλογα με το σχήμα της σκηνής, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε φορά που το κάνουμε αυτό μας παίρνει έναν μήνα για να ολοκληρωθεί, καθώς δεν είναι πρακτικά δυνατό για τον διαθέσιμο χρόνο των ηθοποιών, τη χρηματοδότηση των παραγωγών αλλά και επειδή το έργο αντιπροσωπεύει την σκέψη της εκάστοτε στιγμής. Η συγκεκριμένη ιδέα υπήρχε λίγο πριν ξεσπάσει η πανδημία του Covid και τώρα φαίνεται σαν η παράσταση να είχε φτιαχτεί για αυτή την περίοδο, αλλά στην πραγματικότητα έγινε έναν χρόνο πριν την πανδημία και δεν έχει αλλάξει ριζικά στην σκηνή. Η ανάγνωσή της από το κοινό έχει σίγουρα αλλάξει, επηρεαζόμενη από τις συνθήκες που ζούμε.

Ποιες σκέψεις σας γέννησαν για το μέλλον του θεάτρου η πανδημία και η παγκόσμια καραντίνα;
Ένα από τα πράγματα που έκανε η πανδημία είναι ότι μου έδωσε 18 μήνες στο στούντιό μου χωρίς διακοπές, ενώ πριν θα είχα πάρα πολλές παραστάσεις και εκθέσεις σε άλλα μέρη του κόσμου, άλλες που ήθελα και άλλες που υποχρεώθηκα να πραγματοποιήσω. Επομένως, υπό αυτή την έννοια η περίοδος των τελευταίων 18 μηνών ήταν φανταστικά ήρεμη, με ιδανικές συνθήκες για να εργαστώ. Αλλά γνωρίζω επίσης, ότι για όλους τους performers συναδέλφους μου που συνεχώς αποσύρονται στο δικό τους στούντιο και εργάζονται παραγωγικά, πρόκειται για μία καταστροφική περίοδο, τόσο οικονομικά (με την έννοια ότι έχουν παραστάσεις οι οποίες απαιτούν πληρωμή) όσο και αναφορικά με την εξάσκηση του επαγγέλματός τους. Αν είσαι χορευτής και χρειάζεσαι μία ομάδα χορευτών στο στούντιο αλλά είσαι κολλημένος στο σπίτι είναι φρικτό, γιατί δεν μπορείς απλά να πεις «θα περιμένω έναν χρόνο». Έχει προκύψει μία τρομερή εξασθένιση του πνεύματος και της ενέργειας που έχει ο άνθρωπος, σωματικά και ψυχικά, από την οποία δύσκολα θα βγει. Για εμάς είναι φανταστικό που φέρνουμε την «Σίβυλλα» στην Αθήνα, που νιώθουμε ξανά ζωντανοί γιατί υπάρχει ένα έργο να παρουσιάσουμε, ένα θέατρο που θα το προβάλει, ένα κοινό που ενδιαφέρεται να το δει• γι’ αυτό κάνουμε αυτή τη δουλειά. Είναι ένα μεγάλο προνόμιο και είμαστε ευγνώμονες στο φεστιβάλ και την πόλη που το κατέστησαν δυνατό.

Σύμφωνα με τον Ηράκλειτο «για κάθε άνθρωπο, ο Θεός καθορίζει τη μοίρα του». Από την άλλη, ένας σύγχρονος επιστήμονας, ο Στίβεν Χόκινγκ, προσπαθούσε να απαντήσει στην ερώτηση πώς διαμορφώνουμε το μέλλον και στο βιβλίο του έγραφε κάπου: «Θυμήσου να κοιτάς τα αστέρια και όχι τα πόδια σου». Ποιες σκέψεις κάνετε μπροστά σε δυο αντίθετες τοποθετήσεις για τη ζωή και τον άνθρωπο;
Δεν νομίζω ότι είναι αντιθετικές. Πιστεύω ότι ο Στίβεν Χόκινγκ έθεσε ενδιαφέροντα ερωτήματα σχετικά με τις μαύρες τρύπες. Και μία από τις συζητήσεις για τις μαύρες τρύπες - που μας επιστρέφει στον Ηράκλειτο - είναι ότι υπάρχει μία διαφωνία στον κόσμο της επιστήμης ή τουλάχιστον νομίζω ότι υπήρχε πρόσφατα, όπου εάν μία μαύρη τρύπα ρουφούσε την ύλη, αυτή χανόταν για πάντα. Και άλλοι μαζί με τον Χόκινγκ διαφωνούσαν ότι αυτό είναι αδύνατο να συμβεί γιατί διέλυε τους νόμους της εντροπίας και έτσι, ακόμη κι αν ένα αντικείμενο παρασυρθεί μέσα σε μία μαύρη τρύπα, πρέπει να υπάρχει κάποιο ίχνος της ύπαρξής του στις σειρές πληροφοριών που διαρκώς διογκώνονται στις άκρες της μαύρης τρύπας. Νομίζω πλέον οι περισσότεροι επιστήμονες τείνουν προς αυτή τη θεωρία. Αλλά αν το δεις με έναν διαφορετικό τρόπο, πρόκειται για μία διαφωνία των ανθρώπων που λένε «όχι, όταν πεθαίνεις, έχεις τελειώσει, δεν υπάρχεις, δεν υπάρχει τίποτα από εσένα που μένει. Έχεις ρουφηχτεί στην δική σου μαύρη τρύπα και αυτό είναι το τέλος». Και είναι άλλοι που λένε ότι αυτή η σκέψη είναι ανυπόφορη και έχουμε την ανάγκη να πιστέψουμε ότι υπάρχει κάποιο υπόλειμμα του εαυτού μας, μια ψυχή, κάποιο ίχνος που μπορεί να επαναφερθεί. Οπότε πιστεύω ότι υπάρχει μία επιστημονική διαφωνία για το συγκεκριμένο θέμα, αλλά εν τέλει επικρατεί και μια διαφωνία σχετικά με την ανάγκη για παρηγοριά, την οποία βιώνουν και οι επιστήμονες. Και με αυτή την έννοια επικεντρώνεις την πίστη σου στο ότι όλα εξαφανίζονται ή όχι, και αναζητάς τις μαθηματικές αποδείξεις που θα υποστηρίξουν την άποψή σου. Οι θεοί που καθορίζουν τη μοίρα του ανθρώπου μάς δίνουν την αίσθηση ότι δεν υπάρχει τίποτα που μπορούμε να κάνουμε. Και στατιστικά, ξέρουμε ότι αυτό είναι σωστό, αλλά ο καθένας από εμάς πρέπει να ζει σαν να μην ήταν έτσι στην πραγματικότητα.

Σχετικά Θέματα