Κριτική

Όρνιθες

Από -

Ας το ξεκαθαρίσουμε μια και καλή: δεν πρόκειται για ένα (ακόμη) ανέβασμα της αριστοφανικής κωμωδίας. Ούτε η δομή, ούτε καν όλα τα πρόσωπα, ούτε οι «αγώνες» τους διατηρούνται εδώ. Μια υπερβατική ιδέα πάνω στους «Όρνιθες» είναι αυτή η παράσταση και, μαζί, μια απόπειρα μύησης των θεατών σε αυτήν την ιδέα. Ως γνωστόν, βέβαια, η μύηση δεν είναι εύκολη υπόθεση.


«Νιώθετε την εικόνα; …Βλέπετε τη δύναμη;» ρωτά εναγωνίως ο Νίκος Καραθάνος ως Πεισθέταρος τους συμπρωταγωνιστές του, όταν η Νεφελοκοκκυγία που οραματίζεται αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά μες στο μυαλό του. Από την ίδια αγωνία μοιάζει να εμφορείται κι όλη η παράστασή του. Μακάρι να μπορούσαμε να «νιώσουμε» όλοι την εικόνα που έχει ως σκηνοθέτης/δημιουργός της. Ένα δρώμενο μύησης σε αυτήν την εικόνα, σε μια ιδέα, σε μια στιγμή που κρατά δυόμισι ώρες ή, ορθότερα, στην αίσθησή του Καραθάνου για τα πράγματα είναι αυτή η παράσταση, η γεμάτη προσωπικές ευαισθησίες και παρορμήσεις, αναφορές και εμμονές, η οποία βλέπει τη σκηνή σαν ένα ψυχικό ακρωτήρι, το θέατρο σαν μια άλλη Εδέμ και τους ηθοποιούς σαν μύστες που μας καθοδηγούν σε μια «άλλη» εμπειρία.

Μια παιγνιώδης, μεταμοντέρνα, σχεδόν εξωτική για τα επιδαύρια δεδομένα παράσταση-ιερουργία είναι οι «Όρνιθες» του Καραθάνου. Αλλόκοτη και σουρεαλιστική, κάποτε αμήχανη και δυσλειτουργική, πάντα όμως ειλικρινής στις προθέσεις της και ωραία καμωμένη. Μπλέκοντας τη λαϊκότητα με τη στοχαστικότητα, τα χαβανέζικα πουκάμισα με τους φιλοσοφικούς σπόρους, το ονειρικό σκηνικό-όαση της Έλλης Παπαγεωργακοπούλου με τα τσάμικα και τις μπαλάντες του Άγγελου Τριανταφύλλου και της Νατάσσας Μποφίλιου, τα γυμνόστηθα κορίτσια με τις καραμπίνες, τα κατεβασμένα σώβρακα με την αλά Φελίνι ποιητικότητα και τις ιδιοσυγκρασιακές αναφορές με τις θυμόσοφες ερμηνείες-έγκυρα πειράματα του ίδιου και του Άρη Σερβετάλη, του Χρήστου Λούλη, του Μιχάλη Σαράντη, της Βασιλικής Δρίβα αλλά κι ολόκληρου του οργανικά δεμένου θιάσου του, ο Καραθάνος συνέλαβε μια «άλλη» ιδέα για το πώς μπορεί κανείς να καταπιαστεί θεατρικά με τον Αριστοφάνη. Η υλοποίησή της είναι που χωλαίνει. Αν και ατελής, όμως, η πρότασή του μπορεί να αποβεί εξαιρετικά γόνιμη. Προκαλεί τη σκέψη, ενεργοποιεί τη φαντασία, εγείρει δίκαιες αντιρρήσεις, σε καλεί να ξανακοιτάξεις το έργο, να θυμηθείς τα προηγούμενα ανεβάσματά του και να αναρωτηθείς, πιο ευφάνταστα και ώριμα από ποτέ, για τα επόμενα. Γιατί αυτοί οι «Όρνιθες» μοιάζει να αποσκοπούν στη συνείδηση ενός άλλου επιπέδου για την ύπαρξη, τη φύση όσο και τη λειτουργία του ίδιου του θεάτρου, σε ένα κάλεσμα των αισθήσεων και σε μια επίκληση του υποσυνειδήτου –θεατών και ηθοποιών.


Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή, από τον ίδιο τον μεγάλο μύστη, τον Αριστοφάνη που κάνει, εν έτει 414 π.Χ., κι ενώ όλοι οι συμπολίτες του ασχολούνταν με τα της Σικελικής εκστρατείας το εξής πρωτάκουστο: βάζει δύο μεσήλικες Αθηναίους, χαμένους στο δάσος, να αναζητούν διακαώς έναν τσαλαπετεινό, τον Τηρέα/Έποπα που κάποτε ήταν άνθρωπος, κι αφού διέπραξε κάμποσα ανομήματα (τα οποία στην παράσταση αποσιωπούνται), «άλλαξε φύση» κι έγινε πουλί. Ακούγοντας τον, μάλιστα, εκστασιασμένος, ο ένας από τους δύο, ο Πεισθέταιρος-Καραθάνος, να περιγράφει πώς περνά τη ζωή του ως πουλί («τσιμπολογώντας σουσάμια, μέντες, μύρτα, παπαρούνες»), συλλαμβάνει «την» ιδέα και στήνει ένα κανονικό αντάρτικο, μια ανήκουστη σκευωρία εις βάρος των Ολύμπιων θεών: την ίδρυση μιας πόλης στους αιθέρες, με τα πουλιά πλέον ως νόμιμους κυρίαρχους του κόσμου τούτου.

«Εσύ; Τί είναι αυτό που ζητάς; Που θα ήθελες να ζεις; Τι λαχταράς;»: αυτές τις ερωτήσεις θέτει ο Χρήστος Λούλης (Τηρέας/Έποψ) στον Νίκο Καραθάνο (Πεισθέταιρος) και τον Άρη Σερβετάλη (Ευελπίδης). Αυτές, τις ίδιες ερωτήσεις μοιάζει να θέτει, ξανά και ξανά, επίμονα και εναγώνια, επί δυόμισι ώρες στους θεατές του και ο Νίκος Καραθάνος, όχι μόνο ως πρωταγωνιστής αλλά και ως σκηνοθέτης των αριστοφανικών «Ορνίθων». Καλεί, μάλιστα, ως συνήγορό του μια μη ηθοποιό, τη δημόσια υπάλληλο και γυναίκα-νάνο Βασιλική Δρίβα να παίξει την Αηδόνα, εκείνη που καλεί τους πάντες να αλλάξουν τη φύση των πραγμάτων, στην πιο συγκινητική σκηνή της παράστασης: «Πουλιά να γίνετε. Ακούτε; Να γίνουμε ένα, να βγάλετε φτερά. Να τα ξαναγαπήσετε όλα… το χώμα, τα δέντρα, τα κλαδιά…Παιδιά του έρωτα είμαστε όλοι!». Εντοπίζει ορθά τον κοσμολογικό/ανθρωπολογικό πυρήνα των «Ορνίθων» ο Καραθάνος. Παίρνοντας αποστάσεις τόσο από την παραστασιογραφία όσο και από τη φιλολογία, αντικρίζει έναν Αριστοφάνη-μύστη, εγγυητή μιας τελετουργίας επανασύνδεσης θεατών και ερμηνευτών με το μεγάλο μυστήριο του κόσμου τούτου: τη φύση, τον εαυτό μας, την ουσία της ύπαρξης. Λείπουν από την παράστασή του οι αρμοί, όμως. Ο άξονας. 


Γιατί οι «σχέσεις» της παράστασης του Καραθάνου με την τυπική δομή της αριστοφανικής κωμωδίας περιορίζονται στο επίπεδο των ιδεών. Συγκρατεί την κεντρική σύλληψη της φυγής δύο πολιτών και κάποιους από τους βασικούς πόλους των «Ορνίθων». Οι δυο «φυγάδες» του Αριστοφάνη, όμως, στην παράσταση αυτή, δεν εμφανίζονται ως απηυδισμένοι από τη δικομανία των συμπολιτών τους, ενώ οι συγκρούσεις τους περιορίζονται στις πρώτες μόνο σκηνές με τα πουλιά. Απουσιάζουν εντελώς οι ιαμβικές σκηνές με τους απανωτούς «ακατάλληλους» υποψήφιους κατοίκους της νέας αυτής πολιτείας –ο ιερέας, ο χρησμολόγος, ο ποιητής, ο γεωμέτρης, ο πατροκτόνος, ο επιθεωρητής κ.λ.π. δεν εμφανίζονται ποτέ στους –κατά Καραθάνο- «Όρνιθες». Ο δε Ευελπίδης, αντί να εκδιωχθεί, παραμένει παρών μέχρι τέλους, ενώ ο Πεισθέταιρος δεν παντρεύεται ποτέ τη Βασιλεία-σύμβολο της υπέρτατης εξουσίας και, ίσως, έτσι, και μιας νέας τυραννίας. Γενικότερα, οι συγκρούσεις απαλείφονται. Στρογγυλοποιώντας ίσως τα αριστοφανικά δεδομένα, ο Καραθάνος ενδιαφέρεται αποκλειστικά και μόνο για μια στιγμή, για τη στιγμή της σύλληψης και της πραγμάτωσης της ουτοπίας. Κι έτσι, η παράσταση του, ήδη από τη μέση, τελεί υφολογικά και εννοιολογικά σε συνθήκη εξόδου -σε εκείνο, δηλαδή, το τελευταίο μέρος της κωμωδίας, με την αποχώρηση του ήρωα και του Χορού εν μέσω θριαμβευτικής ατμόσφαιρας.

Δεν μιλά, όμως, μόνο για την ουτοπία ο Αριστοφάνης. Μιλά, επίσης, για την κρίση της ουτοπίας. Ο Πλάτων θα μπορούσε εδώ να γίνει «το κλειδί» και η δική του, με διαλογική μορφή γραμμένη, «Πολιτεία». Η αφαίρεση, ακόμη και η άγρια τόλμη, η αποκαθήλωση της τυπικής δομής για χάρη μιας άλλης, ακόμη πιο υπερβατικής μετα-χρήσης του κειμένου, θα μπορούσε να είναι το αντικλείδι που θα μας ξανασύστηνε τους «Όρνιθες» και, μαζί, όλον τον Αριστοφάνη. Ο Καραθάνος εμμένει στον τρόπο του μαγικού παραμυθιού, ξεχειλώνοντας την παράσταση με χοροδραματικές εξάρσεις αλλά ξεχνώντας τα δραματικά μεγέθη. Επιστρατεύει την παιδικότητα, τη θεατρικότητα, την ποιητικότητα, τη μουσικότητα, τη σωματικότητα, την πλαστικότητα (χάρη και στην εξαιρετική κινησιολογική δουλειά της Αμάλια Μπένετ) και την εικαστικότητα. Όπως και σε προηγούμενες δουλειές του, με τους τωρινούς «Όρνιθες» να διαθέτουν κάμποσες συγγένειες με το «Δεκαήμερο» του Βοκάκιου, έχουμε ένα μεικτό θέαμα, ένα ιδιοσυγκρασιακό ακρόαμα που ενσωματώνει εξίσου τον αρχέγονο διονυσιασμό και την επιθεωρησιακή φάρσα, το μπουλουκτσίδικο θέατρο και το χίπικο χάπενινγκ, χάνοντας κάποτε σε σκηνοθετικό σφρίγος, αλλά ουδέποτε σε ιδεαλισμό. Άοκνα ευρηματική αλλά ασπόνδυλη παραμένει η παράσταση του, με χαλαρούς δεσμούς και δυσανάλογα πολλά κι ετερόκλητα εφέ. Γιατί διατηρεί τις συνήθεις μεταμοντέρνες δραματουργικές και σκηνοθετικές πρακτικές, ενδίδοντας μάλλον πέραν του δέοντος στις προσωπικές του εμμονές και αναφορές, στις αισθήσεις και τις παραισθήσεις και το αυθαίρετο κολάζ ιδεών: από τον μαυροφορομένο, σαν χήρα, Τηρέα με τα κατεβασμένα βρακιά μέχρι τη «Βραζιλιάνα» Ίριδα που τρώει τούρτες στη μούρη και από τον παρα-Ολυμπιονίκη Δία (Γιάννης Σεβδικαλής) με τα τεχνητά μέλη μέχρι το φωτισμένο μπαλόνι-αναφορά (ίσως) στο «αυγό» του Ησιόδου ή στο Big Βang του σύμπαντος από το οποίο όλα προέκυψαν και όλα κάποτε θα επιστρέψουν. Μέχρι τότε; Ένα υπάρχει! Το ωραίο, άξιο, ταπεινό, μικρό-μικρό μυστικό που σιγοψιθυρίζουν εκεί, στο τέλος, ο ένας στο αυτί του άλλου, ηθοποιοί και μη ηθοποιοί, αρτιμελείς και μη, ντυμένοι θεοί, άνθρωποι, πουλιά και τέρατα. Ποιο είναι αυτό; Μα, κοιτάξτε τους, είναι ολοφάνερο: η συνύπαρξη, η άρση όλων των μη, η συμφιλίωση όλων των αντιθέσεων, η ομόνοια, η κοινότητα. Καθαρός ιδεαλισμός; Μπορεί. Μήπως αυτό δεν είναι, όμως, η ουτοπία;


Photo credits @Kiki Papadopoulou


Επόμενες παραστάσεις στις 17, 18, 21, 23 & 24/9 στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Προπώληση: www.sgt.gt 


Μετάφραση: Γιάννης Αστερής


Σκηνοθεσία: Νίκος Καραθάνος


Διασκευή: Νίκος Καραθάνος, Γιάννης Αστερής


Σκηνικά - Κοστούμια: Έλλη Παπαγεωργακοπούλου


Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου


Φωτισμοί:  Σίμος Σαρκετζής


Κίνηση: Amalia Bennett


 


Ο θίασος: Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Αλίκη Αλεξανδράκη, Μαρία Διακοπαναγιώτου, Βασιλική Δρίβα, Νίκος Καραθάνος, Έμιλυ Κολιανδρή, Γιάννης Κότσιφας, Έκτορας Λιάτσος, Χρήστος Λούλης, Γρηγορία Μεθενίτη, Φωτεινή Μπαξεβάνη, Κωνσταντίνος Μπιμπής, Νατάσσα Μποφίλιου, Άγγελος Παπαδημητρίου, Φοίβος Ριμένας, Μιχάλης Σαράντης, Γιάννης Σεβδικαλής, Άρης Σερβετάλης, Άγγελος Τριανταφύλλου, Γαλήνη Χατζηπασχάλη


 

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου

Σχετικά Θέματα

«Όρνιθες»: η αριστοφανική γιορτή του Νίκου Καραθάνου συνεχίζεται στη Νέα Υόρκη

28/02/2018

«Όρνιθες»: η αριστοφανική γιορτή του Νίκου Καραθάνου συνεχίζεται στη Νέα Υόρκη

Μια γιορτή των αισθήσεων με ευαισθησία και μεταδοτικό οπτιμισμό, οι αριστοφανικοί «Όρνιθες» του Νίκου Καραθάνου ταξιδεύουν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Δείτε τους sold-out «Όρνιθες» από το σπίτι

21/09/2016

Δείτε τους sold-out «Όρνιθες» από το σπίτι

Δεν βρήκατε εισιτήρια για την περιβόητη επιδαύρια παραγωγή της Στέγης; Δεν πειράζει: δείτε τους «Όρνιθες» online αυτήν την Παρασκευή 23/9.

«Όρνιθες»: Η γιορτή συνεχίζεται στη Στέγη

23/08/2016

«Όρνιθες»: Η γιορτή συνεχίζεται στη Στέγη

Μια γιορτή των αισθήσεων με ευαισθησία, μεταδοτικό οπτιμισμό αλλά και με ελαττώματα οι αριστοφανικοί «Όρνιθες» του Νίκου Καραθάνου θα παιχτούν στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών στις 17, 18 και 21-23/9.

Νίκος Καραθάνος: «Μαζεύτηκαν οι κότες να κάνουν επανάσταση. Εμείς τι κάνουμε;»

01/08/2016

Νίκος Καραθάνος: «Μαζεύτηκαν οι κότες να κάνουν επανάσταση. Εμείς τι κάνουμε;»

Η πιο ουτοπική κωμωδία του Αριστοφάνη ανοίγει τα φτερά της στην Επίδαυρο στις 19 και 20/8 με έναν εικοσαμελή θίασο που... πετάει. Κι ενώ οι φτερωτές αφίσες της πρώτης αυτής επιδαύριας παραγωγής της Στέγης έχουν κατακλύσει την πόλη, εμείς κάνουμε φύλλο και φτερό τον σκηνοθέτη της Νίκο Καραθάνο.