Πήγα είδα

Οι «Μάρτυρες των Αθηνών» ζωντανεύουν με αίσθημα την Αθήνα της Κατοχής

Από -

Σε μια ανατριχιαστικά αποκαλυπτική διαδρομή στην κατεχόμενη Αθήνα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μας καλεί ο Μάνος Καρατζογιάννης, ηθοποιός, σκηνοθέτης και καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεάτρου Σταθμός, όπως τη ζήσαμε παρακολουθώντας την πρόβα της παράστασης «Οι μάρτυρες των Αθηνών». Η παράσταση εξερευνά μέσα από τη σύνθεση ιστορικών πηγών, μαρτυριών και μυθοπλασίας, τις προσωπικές ιστορίες 8 χαρακτήρων που χτίστηκαν από την αρχή, τις οποίες ζωντανεύει επί σκηνής μια ομάδα ηθοποιών από διαφορετικές σχολές και γενιές: Ρουμπίνη Βασιλακοπούλου, Εβίτα Ζημάλη, Θεοδώρα Μαστρομηνά, Μάρκος Μπούγιας, Γιώργος Παπαπαύλου, Μαριέτα Σγουρδαίου, Αθηνά Τσιλύρα και Κατερίνα Φωτιάδη. Ποιός είναι ο στόχος της παράστασης; Να μεταφέρει σε αισθητηριακό επίπεδο την καθημερινότητα ενός ολόκληρου λαού από το ατομικό βίωμα προς τη συλλογική ιστορία. Κι είναι αυτό το βίωμα το οποίο μεταφέρεται με έντονο συναίσθημα, καταφέρνοντας τελικά να μας αγγίξει.

Αυτή είναι η διαφορά του να «μαθαίνεις την ιστορία με αίσθημα» όπως μας είπε και ο Μάνος Καρατζογιάννης, ο οποίος με αφορμή την παράσταση παρατηρεί ότι όταν αναφερόμαστε σε ιστορικές περιόδους λέμε πάντα για τους ήρωες, δεν σκεφτόμαστε παρόλα αυτά πως επιβίωναν οι απλοί άνθρωποι. Γεγονός που θίγουν «Οι μάρτυρες των Αθηνών» μην λησμονώντας παράλληλα και τα τραύματα που κουβαλούσαν μετά. Το μοντάζ των μαρτυριών αυτών των χαρακτήρων είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τους φωτισμούς (του Αλέξανδρου Αλεξάνδρου), οι οποίοι διαχωρίζουν τις ιστορίες, ενώ στο τέλος της παράστασης το φως τους λούζει όλους και τους ενώνει με έναν συμβολικό τρόπο, μιλώντας για το χνάρι που αφήνει η Ιστορία στους ανθρώπους, πολλές φορές ερήμην μας, ακόμα και μέσα από τα βιώματα των προηγούμενων γενεών.

Τρεις είναι οι βασικές θεματικές, οι οποίες υπήρχαν από την αρχή στο μυαλό του σκηνοθέτη και δημιουργού, και διατρέχουν την παράσταση: η μνήμη, η οποία «είναι αισθητηριακή, έχει αφή, έχει όσφρηση, έχει εικόνα, αυτό που έχεις δει και έχεις βιώσει, έχει συνειρμό. Κι έπρεπε όλο αυτό να γεννηθεί επί σκηνής», η ατομικότητα, «που για μένα είναι ζητούμενο της εποχής ο σεβασμός στην προσωπική ιστορία του άλλου κι είναι αυτό που λείπει από την εποχή μας», και η ενσυναίσθηση, το πως μπαίνει ο καθένας στη θέση του άλλου συμβολικά μέσα στην παράσταση και πως έχουν περάσει κοινά βιώματα εν τέλει εν αγνοία τους στα πέτρινα χρόνια της Κατοχής».

Η παράσταση ανεβαίνει σε μια συμβολική στιγμή. Το 2019 συμπληρώθηκαν 75 χρόνια από την απελευθέρωση της Αθήνας από τον Γερμανικό κλοιό, το 2020 ολοκληρώνονται 80 χρόνια από την κήρυξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και πριν λίγες ημέρες, στις 27 Ιανουαρίου, ήταν η επέτειος των 75 χρόνων από την ημέρα που το 1945 οι Ρώσοι στρατιώτες μπήκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Άουσβιτς και αντίκρισαν τις εικόνες φρίκης.

Ποιά εσωτερική ανάγκη οδήγησε τον Μάνο Καρατζογιάννη να μιλήσει για την Αθήνα της Κατοχής;

«Καταρχάς μεγάλωσα με ιστορίες από τον παππού μου και τη γιαγιά μου στην Κρήτη από την πλευρά της μητέρας μου, με ιστορίες από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τους Γερμανούς. Μάλιστα, τον προπάππου μου και τον αδερφό του παππού μου τους είχαν εκτελέσει οι Γερμανοί και υπήρχε πάντα ένα ενδιαφέρον να μάθω περισσότερα για αυτές τις ιστορίες σχετικά, βέβαια, με την Κρήτη από όπου είναι η μισή μου καταγωγή. Η άλλη μισή είναι από το Μεσολόγγι, γι’ αυτό υπάρχει και μια αναφορά στην παράσταση. Επίσης, το πρώτο όνομα που ακούγεται στην αρχή είναι το γένος της μητέρας μου. Έτυχε να μιλήσω με ένα φίλο, τον Χρήστο Σολωμό, ο οποίος με βοήθησε και στη δραματουργία γιατί έχει ερευνήσει πολύ το ιστορικό αρχείο της Κατοχής και την προφορική Ιστορία, μνήμες και μαρτυρίες από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η οποία αποτελεί το αντικείμενο του. Με απασχολούσε ταυτόχρονα και το πως σκλήραινε η ζωή στην Αθήνα και πως οι καθημερινοί άνθρωποι τα βγάζουν πέρα σήμερα. Όπως όλες οι ιδέες δεν προέκυψε με τη λογική. Μέσα μου υπήρχαν οι ιστορίες που άκουσα ως παιδί λόγω της κρητικής μου καταγωγής και της οικογενειακής μου ιστορίας. Παράλληλα, μελετώντας το θέμα πριν το αγγίξω, ανακάλυψα πολλά πράγματα που δεν τα γνώριζα, όπως ο βομβαρδισμός του Πειραιά από τους συμμάχους στις 11 Ιανουαρίου 1944, οι 500.000 άνθρωποι που έχασαν τη ζωή τους από την πείνα, οι οποίοι είναι περισσότεροι από αυτούς που χάθηκαν στο μέτωπο και το ένα εκατομμύριο ανθρώπων που επέστρεψαν τραυματισμένοι από τον πόλεμο και πολλοί από αυτούς παρέμειναν ψυχικά και σωματικά ανίκανοι. Ερευνώντας, λοιπόν, με γοήτευσε πολύ η συγκεκριμένη ιστορική περίοδος. Και αυτό είναι το πλεονέκτημα της δουλειάς μας, ότι δηλαδή βουτάς σε κάτι μέσα από το οποίο έχεις ένα κέρδος ως άνθρωπος από αυτό που μαθαίνεις. Και μαθαίνεις την ιστορία με αίσθημα».

Ο βασικός άξονας της παράστασης

«Ο άξονας της παράστασης (όπως δηλώνει και ο τίτλος) είναι η Αθήνα, γι’ αυτό και ακούμε σε πολλά σημεία του κειμένου γνωστούς δρόμους που υπήρχαν και τότε και αυτό συνδέει με ένα τρόπο την σημερινή με εκείνη την εποχή. Έχει τονιστεί στο κείμενο, μέσα από την αξιοποίηση των ιστορικών πηγών σε συνδυασμό με τη μυθοπλασία, ο καθημερινός αγώνας για την επιβίωση. Δεν είμαι από αυτούς που θα κάνουν συγκρίσεις ανάμεσα στις δύο εποχές, όσο δύσκολη και να είναι η εποχή που ζούμε, γιατί μιλάμε για έναν πρωτοφανή αριθμό νεκρών από την πείνα. Υπάρχουν διάφορες φράσεις στην παράσταση, για παράδειγμα “Κι άμα βλέπω να ψάχνουν στα σκουπίδια ακόμα και σήμερα κάτι παθαίνω”, που κλείνουν το μάτι στη σημερινή κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Άλλωστε αισθάνομαι τώρα που μελέτησα αυτήν την περίοδο, ότι η Κατοχή είναι η απαρχή της Μεταπολίτευσης. Οι ρίζες γεγονότων που ζούμε τώρα βρίσκονται στην Κατοχή και στον Εμφύλιο».

Για να προσεγγίσουμε όμως μια τόσο σκληρή εποχή όπως αυτή χρειάζεται σύμφωνα με τον σκηνοθέτη «ο σεβασμός, η πολυφωνία, η αλήθεια και βέβαια το χιούμορ. Γιατί το χιούμορ είναι ζωντάνια, είναι πηγή ζωής, είναι ο χώρος όπου αναστέλλονται τα πράγματα ακόμη και τα πιο δύσκολα, γι’ αυτό και η παράσταση έχει τόσο χιούμορ. Λέμε η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει γιατί ελπίζει ακόμα και νεκρή. Η ελπίδα είναι μέσα στο κύτταρο μας. Στη δραματουργία υπάρχει μια ισορροπία πολιτική, ιστορική αλλά και θεατρική. Κι εδώ έγκειται το στοιχείο του έρωτα, γιατί δεν υπάρχει θεατρικό έργο χωρίς έρωτα, ακόμα και ως αναφορά».

Μπορεί το θέατρο να συμβάλει στη διάσωση της ιστορικής μνήμης;

«Είναι μια κιβωτός μνήμης το θέατρο σε πολλά επίπεδα. Και από άποψη θεματολογίας. Στο έργο οι 8 αυτοί ήρωες είναι τοποθετημένοι πάνω σε ένα κομμάτι μνήμης. Το θέατρο στηρίζεται στη μνήμη τόσο από την πλευρά του θεατή όσο και από την πλευρά του ηθοποιού. Οι ηθοποιοί υπάρχουμε όσο μας θυμάται ο κόσμος, ως καταθέσεις στη σκηνή. Οι θεατές θυμούνται πράγματα, μια χειρονομία, μια αίσθηση και θέλω να πιστεύω ότι κάπου αυτό τους πηγαίνει. Αλλά τους πηγαίνει, δεν οδηγούν εκείνοι τη μνήμη. Αυτό ήταν κι ένα στοίχημα στην πρόβα, να μην οδηγούν οι ηθοποιοί το λόγο. Να προκύπτει, όπως συμβαίνει με ένα πολύ έντονο βίωμα που έχει χαραχτεί στη μνήμη, την προσωπική και τη συλλογική, όπως συμβαίνει εν προκειμένω με την Κατοχή. Στόχος της παράστασης ήταν να προκύπτει μέσα από μια συνειρμικότητα ο λόγος».

Ποιοί είναι οι 8 «Μάρτυρες των Αθηνών»;

Μια γυναίκα από το Μεσολόγγι με πατριωτικό πνεύμα (Ρουμπίνη Βασιλακοπούλου), ένας κατατρεγμένος αντιστασιακός που βρίσκει τον έρωτα στο πρόσωπο μιας κοπέλας, της Ανθής και τον χάνει (Γιώργος Παπαπαύλου), μια γυναίκα μεγάλης ηλικίας που υποφέρει από απώλεια μνήμης που την κάνει να δραπετεύει από την πραγματικότητα και να βρίσκει το παιδί μέσα της. Αφηγείται τα τραγικά γεγονότα μέσα από την αθωότητα του νεαρού εαυτού της σε σημείο που παύουμε να βλέπουμε την πραγματική της ηλικία και το μόνο που αντικρίζουμε είναι ένα παιδί. Μια αντίθεση που εντείνει την τραγικότητα (Μαριέτα Σγουρδαίου). Μια ιερόδουλη που μέσα από το επάγγελμα της έρχεται σε επαφή με τον εχθρό και στιγματίζεται γι’ αυτό μετά την απελευθέρωση, ενώ καθόλη τη διάρκεια της Κατοχής έρχεται αντιμέτωπη με την εσωτερική καταπίεση και την ενοχή, γεγονός που την οδηγεί να βοηθάει με όποιο τρόπο μπορεί τους συνανθρώπους της (Θεοδώρα Μαστρομηνά), μια γενναία εθελόντρια νοσοκόμα που ακολουθεί αυτόν τον δρόμο λόγω των συνθηκών του πολέμου, η οποία σε αντίθεση με τους υπόλοιπους χαρακτήρες δεν αφηγείται την προσωπική της ιστορία, αλλά γίνεται η γέφυρα που συνδέει δύο άλλους ανθρώπους όταν ένας τραυματίας που περιποιείται, ο Πέτρος, της ζητά πριν ξεψυχήσει να ταχυδρομήσει κάποια γράμματα στην αγαπημένη του (Εβίτα Ζημάλη), μια γυναίκα που ως παιδί είδε τη μητέρα της να πεθαίνει μπροστά στα μάτια της και έχασε όλη της την οικογένεια (Αθηνά Τσιλύρα), ένας πεινασμένος και συναισθηματικός νέος που αφηγείται το χρονικό της πείνας μέσα από τη δική του καθημερινή εμπειρία, ενώ διαρκώς κάνει πλάκα και αυτοσαρκάζεται για να επιβιώσει. Το συγκλονιστικό είναι ότι όπως εκείνος ψάχνει για φαγητό και λιμοκτονεί, την ίδια στιγμή άνθρωποι του σήμερα βρίσκονται στην ίδια κατάσταση (Μάρκος Μπούγιας). Ο μόνος χαρακτήρας που διαφοροποιείται από τους υπόλοιπους είναι μια Εβραία που γνωρίζει ότι θα πεθάνει και αποχαιρετά τον γιο της μέσα από τα γράμματα που του στέλνει -ο οποίος έχει φυγαδευτεί σε μια φιλική οικογένεια για να γλιτώσει- χωρίς να ξέρει αν εν τέλει φτάνουν ποτέ στα χέρια του. Ένας αποχαιρετισμός που μας φέρνει στο μυαλό σύγχρονες εικόνες από τις γυναίκες πρόσφυγες που βάζουν τα παιδιά τους στις βάρκες προκειμένου να επιβιώσουν με την βεβαιότητα ότι δεν θα τα ξαναδούν (Κατερίνα Φωτιάδη).

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου