Guest editor

Ο Νίκος Καμτσής μοιράζεται την εμπειρία του από το φεστιβάλ Folkenspark

Ο Νίκος Καμτσής γράφει με αφορμή την παράσταση «Δρόμοι του Χιονιού»  που παρουσιάστηκε στο φεστιβάλ Folkenspark και στο θέατρο Τόπος Αλλού. Η παράσταση αποτελεί αποτέλεσμα μιας έρευνας τριών ετών και μιας συνεργασίας τριών θεατρικών Ευρωπαϊκών οργανισμών. Το θέατρο Τόπος Αλλού βασίστηκε στην έρευνα του Κέντρου σπουδών λαϊκού θεάτρου και συνεργάστηκε με τον Ιταλικό θεατρικό οργανισμό Aida Fondazione και το Krzyk Τheater από την Πολωνία.

Ο ταξιτζής που μας πήγε από το αεροδρόμιο στο ξενοδοχείο ήταν Λιβανέζος τρίτης γενιάς. Τον ρώτησα πως είναι η ζωή στη Σουηδία για έναν Λιβανέζο και μου απάντησε μονολεκτικά : Safe. Αυτή η απάντηση με ακολουθούσε και τις τέσσερις μέρες που η καλλιτεχνική ομάδα της παράστασης «Οι δρόμοι του χιονιού» βρέθηκε στο Lund. Νομίζω ότι αυτή η ασφάλεια με την οποία είναι τυλιγμένοι όλοι τους εκτός από τα σκουφιά και τα κασκόλ για να αντιμετωπίσουν τους -1 βαθμούς πάνω στα ποδήλατά τους, κάπου ενοχλήθηκε με την παράσταση μας. Τουλάχιστον για τους θεατές που ήρθαν να δουν τους «Δρόμους του χιονιού» στο μεγάλο κυκλικό αμφιθέατρο. Η περίπτωση της Πολωνέζας μετανάστριας που έφυγε από την Πολωνία για να βρει μια καλύτερη ζωή στην Σουηδία μετά την επικράτηση του Γκορμπατσόφ και την πτώση του καθεστώτος, τους ενόχλησε περισσότερο. Καλεσμένο από το Sagohuset theater το Τόπος Αλλού έκανε πρεμιέρα στη Σουηδία στο φεστιβάλ που διοργανώνεται κάθε χρόνο στο Folkenspark με θέατρα από όλη την Ευρώπη. Μαζί με μας το Teatro dei venti, το Πολωνικό Krzyk, to Prorodopi από τη νότιο Βουλγαρία και το ίδιο το Sagohuset. Θέμα του φεστιβάλ «Ο Ξένος», πρωταγωνιστής στην παράσταση μας «Οι δρόμοι του χιονιού» που τώρα παίζεται στο θέατρο Τόπος Αλλού στην Κυψέλη.

Δραματικές και κωμικές περιπτώσεις χωρισμού της οικογένειας λόγω μετανάστευσης από το 1945 μέχρι σήμερα. Η παράσταση προέκυψε μετά από ερευνά ενός χρόνου και συζητήσεις/ συνεντεύξεις με πραγματικούς μετανάστες που ήρθαν στην Ελλάδα παράνομα γύρω στο 1995 και έμειναν για να ζήσουν το όνειρο της δυτικής ευμάρειας μαζί μας (που να ’ξεραν). Μετανάστες από τη Βουλγαρία που ήρθαν στην Ελλάδα περνώντας τον Έβρο, από την Πολωνία που προτίμησαν επί το πλείστο την κοντινή Σκανδιναβία, μια Αιγύπτια που πέρασε από τη Λιβύη στην Ιταλία λαθραία μέσα σε ένα σαπιοκάραβο με λαθραία τσιγάρα και η Ελληνίδα. Μια γυναίκα που έζησε την μετανάστευση, δύο φορές. Μία σαν μωρό παιδί όταν η μάνα της, αντάρτισσά στον εμφύλιο, σκοτώθηκε στο Πάικο, την πέρασαν στην Βουλγαρία μαζί με άλλα παιδιά για να σωθούν από την επερχόμενη ήττα και μία όταν μαζί με τον άνδρα της ήρθαν μέσα σε ένα φορτηγό ψυγείο γεμάτο κρέατα για να δουλέψουν στο θρίαμβο των Ολυμπιακών του 2004.

Στο φεστιβάλ του Folkenspark στο Lund η μετανάστευση είχε πράγματι μία απόσταση ασφαλείας (safe) 2500 χιλιομέτρων που κάνει τον Σκανδιναυικό βορά, να τα κοιτάει όλα αυτά κουνώντας το κεφάλι. Στο φουαγιέ μετά την παράσταση οι ηθοποιοί μας (Άντρια Ράπτη, Νίκος Καραστέργιος, Άντα Κουγια) η ενδυματολόγος Μίκα Πανάγου και ‘γω είχαμε τη ευκαιρία να κουβεντιάσουμε με θεατές και να πούμε μερικά πιο ουσιαστικά λόγια πέρα από τον ενθουσιασμό και τα συγχαρητήρια. «Ναι, αλλά πόσους πρέπει να δεχθούμε; Εδώ μοιάζει να αδειάζουν ολόκληρες χώρες και να έρχονται στην Ευρώπη» με ρώτησε ο κύριος που μιλούσαμε, καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Lund «και έπειτα είναι δύο διαφορετικοί πολιτισμοί που δείχνουν να μην βρίσκουν κοινά χαρακτηριστικά για να συνυπάρξουν αρμονικά». Εκεί παρουσιάστηκε μπροστά μου πάλι ο Λιβανέζος ταξιτζής. «safe». Ο κοινός παρονομαστής του ταξιτζή της πρώτης μέρας και του συνομιλητή μου που διδάσκει Ιστορία της τέχνης. Safe!