Θέμα

Ο Λόπε δε Βέγα στην εποχή του #metoo

Από -

© Patroklos Skafidas
© Patroklos Skafidas

Είναι σίγουρα τολμηρό το φετινό βήμα του Εθνικού Θεάτρου και της μεταβατικής καλλιτεχνικής διευθύντριας, Έρις Κύργια να ξεκινήσει τη φετινή σεζόν με ένα έργο που παίζεται σπάνια και σε πολλούς είναι άγνωστο. Η ανάθεση, δε, της σκηνοθεσίας σε μια ικανότατη μεν αλλά όχι (ακόμη) «καθιερωμένη» δημιουργό, την Ελένη Ευθυμίου, προσθέτει ακόμη περισσότερους πόντους στην τόλμη του εγχειρήματος. Ο Λόπε δε Βέγα (1562-1635) είναι ο κύριος εκπρόσωπος της ισπανικής δραματουργίας που άνθησε στον αποκαλούμενο «χρυσό αιώνα» (1580-1680) και η «Φουέντε Οβεχούνα» είναι το πιο γνωστό του έργο. Παρ’ όλ’ αυτά παραμένει σπανίως παιζόμενο, κάτι που εξηγείται, τουλάχιστον σε ένα πρώτο επίπεδο, από το γεγονός ότι είναι πολυπρόσωπο και έχει τις απαιτήσεις μιας μεγάλης παραγωγής. Στο Εθνικό, φέρ’ ειπείν, έχει να ανεβεί περισσότερα από τριάντα χρόνια, από το καλοκαίρι του 1990, ενώ η πιο πρόσφατη παράστασή του ήταν το 2017, στο ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας.

Ο Λόπε δε Βέγα υπήρξε ένας πολυγραφότατος συγγραφέας. Υπολογίζεται ότι έγραψε περισσότερα από 1.200 έργα, από τα οποία σώζονται τουλάχιστον πεντακόσια, κωμωδίες και δράματα με κάθε είδους περιεχόμενο: θρησκευτικό, μυθολογικό, ηρωικό, κοινωνικό κ.ά. Σύγχρονος του Σαίξπηρ, για κάποιους είναι άξιος να συγκριθεί μαζί του, χάρη στην ποιότητα του στίχου του και στον ζωηρό τρόπο με τον οποίο σκιαγραφεί τα πάθη και τα συναισθήματα – αν και η δική του ματιά δεν εμβαθύνει τόσο διεισδυτικά στην ανθρώπινη φύση όσο του Βρετανού ομότεχνού του. Τα έργα του έχουν έντονη δράση, ρέουσα γλώσσα, ζωηρή φαντασία, αναμειγνύουν κωμικά και δραματικά στοιχεία, προσφέρουν ανατροπές και συγκινήσεις, ενώ περιέχουν μερικούς ξεχωριστούς γυναικείους ρόλους.

© Patroklos Skafidas
© Patroklos Skafidas

Η «Φουέντε Οβεχούνα» εμπνέεται από ένα πραγματικό γεγονός, που συνέβη σε ένα χωριό της Ισπανίας το 1470, όταν οι κάτοικοι ξεσηκώθηκαν εναντίον του διοικητή τους, προκαλώντας το θάνατό του. Παρά τα σκληρά βασανιστήρια που υπέστησαν, κανείς δεν ομολόγησε τη δολοφονία και όλοι απαντούσαν ομόψυχα πως η ευθύνη βαραίνει τη Φουέντε Οβεχούνα, δηλαδή το χωριό. Στο έργο, ο διοικητής είναι ένας αδίστακτος καταχραστής της εξουσίας, που βιάζει τα νεαρά κορίτσια του χωριού και σκοτώνει όποιον επιχειρήσει να του αντισταθεί, ώσπου με κινητήριο μοχλό δύο από τις γυναίκες-θύματα, σύσσωμοι οι κάτοικοι θα τον δολοφονήσουν, θα αρνηθούν να ομολογήσουν ατομικά το έγκλημα και τελικά ο βασιλιάς θα τους δώσει χάρη.

Οι περισσότεροι μελετητές τείνουν να συμφωνήσουν πως η «Φουέντε Οβεχούνα» αποτελεί έκφραση πίστης του συγγραφέα στο βασιλιά και πως απεικονίζει τη μετάβαση της ισπανικής κοινωνίας από τη φεουδαρχία στη μοναρχία, είναι πάντως το έργο όπου, περισσότερο από κάθε άλλο, ο συγγραφέας ασχολείται με την κρατική εξουσία. Έτσι, παρόλο που συχνά επισημαίνεται πως τα κίνητρα των ηρώων υπακούνε στον κώδικα τιμής της Ισπανίας του 17ου αι. παρά σε κάποια πρώιμα δημοκρατικά αντανακλαστικά, εύκολα διακρίνει κάποιος ψήγματα «πολιτικού» θεάτρου, ή έστω στοιχεία που μπορεί να οδηγήσουν σε μια τέτοια σκηνική ανάγνωση. Εξάλλου, το έργο, αποκομμένο πια από τους κώδικες τιμής που ίσχυαν κατά τη συγγραφή του, έχει λάβει παγκοσμίως, λιγότερο ή περισσότερο, κοινωνικό και πολιτικό πρόσημο – ενδεικτικά, στη Ρωσία της Επανάστασης του 1917 οι παραστάσεις του μετατρέπονταν σε κανονικές πολιτικές διαδηλώσεις.

Η σύγχρονη σκηνοθεσία της «Φουέντε Οβεχούνα» αποτελεί σαφώς μια πρόκληση, καθώς χρειάζεται μια γερή σκηνική και δραματουργική παρέμβαση, όσον αφορά, για παράδειγμα, τις δεκάδες σκηνές που σχετίζονται με την κοινωνία ή την πολιτική κατάσταση της Ισπανίας του 17ου αι. Ο πυρήνας της, όμως, δηλαδή η ομοψυχία και η συλλογική ευθύνη προκειμένου να επέλθει πολιτική εξυγίανση, είναι αυτός που την καθιστά έργο διαχρονικών και επιτακτικών αιτημάτων, ενώ παράλληλα δεν γίνεται να μη σταθούμε στο ζήτημα της σεξουαλικής βίας, όπως και στο γεγονός ότι οι γυναίκες του έργου πρωτοστατούν στη λαϊκή εξέγερση. Όλα αυτά μπορούν να τροφοδοτήσουν ένα ιδιαιτέρως ενδιαφέρον σύγχρονο ανέβασμα, ειδικά εφόσον τη σκηνοθεσία έχει αναλάβει η ταλαντούχα Ελένη Ευθυμίου, μια καλλιτέχνιδα που χτίζει με προσεχτικά βήματα την αξιοσημείωτη διαδρομή της (ΔΗΠΕΘΕ, Φεστιβάλ Αθηνών, Ελευσίνια, Πειραματική Σκηνή Εθνικού).

Η Ευθυμίου πρεσβεύει ένα θέατρο κοινωνικού προσανατολισμού, όχι μόνο σε σχέση με το ρεπερτόριο που επιλέγει, αλλά και με τον ίδιο τον τρόπο της δουλειάς της και τις συμπεριληπτικές συνεργασίες της με επαγγελματίες, ερασιτέχνες, άτομα με αναπηρία κ.ά. Έμπειρη στη διαχείριση πολυπρόσωπων παραγωγών και έχοντας υπογράψει παραστάσεις με αξιοσημείωτη θεατρικότητα και σκηνική ευρωστία, εδώ καθοδηγεί έναν εικοσαμελή θίασο (Μαρία Σαββίδου, Νάνσυ Σιδέρη, Βασιλική Τρουφάκου, Θανάσης Δήμου, Νίκος Χατζόπουλος, Θανάσης Ζερίτης κ.ά.), με σταθερό συμπαραστάτη τη μουσική, που έχει οργανικό ρόλο στις παραστάσεις της (τη σύνθεση υπογράφει ο Λευτέρης Βενιάδης), σκηνικά της Ζωής Μολυβδά-Φαμέλη, κοστούμια του Άγγελου Μέντη, κίνηση του Τάσου Παπαδόπουλου και φωτισμούς του Σάκη Μπιρμπίλη (Κεντρική Σκηνή Εθνικού Θεάτρου, από 28/10).

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου