Κριτική

Ο γυάλινος κόσμος

Από -

Το συναρπαστικό, κατεξοχήν αυτοβιογραφικό έργο του Ουίλιαμς, γραμμένο ως ξόρκι οδυνηρών βιωμάτων κι ενοχών, σε μια παράσταση που ανασυστήνει ευφάνταστα το δραματουργικό μοτίβο της βιωμένης ανάμνησης.

Ο Χάρης Φραγκούλης/Τομ στήνει το σκηνικό της ζωής του: μεταφέρει προβολείς, δοκιμάζει φίλτρα, σκίζει το χαρτόνι που καλύπτει το δάπεδο του σπιτιού, «υποτιτλίζει» κάποιες σκηνές με σχετικές επιγραφές, ανασύρει τα έπιπλα από καταπακτές. Ένα έργο μνήμης είναι ο «Γυάλινος κόσμος», στο οποίο ο ήρωας ανακαλεί τις τελευταίες του ημέρες προτού το σκάσει από ένα σπίτι και μια ζωή που τον έπνιγαν, μακριά από την υπερπροστατευτική μητέρα του, αλλά με τη σκέψη της πολυαγαπημένης του αδερφής να τον καταδιώκει, κι έτσι το αντιμετώπισε ο Δημήτρης Καραντζάς: ως ένα φλας μπακ που ανασυστήνεται διαρκώς και παίζεται ξανά και ξανά.

«Ένα έργο μνήμης φωτισμένο αχνά», κατά την «οδηγία» του Τομ, και ο Αλέκος Αναστασίου μεγαλουργεί με τους φωτισμούς του· μετά τα πρώτα λεπτά που παίζονται με τα φώτα ανοιχτά («Προσφέρω αλήθεια με τη μορφή της ψευδαίσθησης») η σκηνή βυθίζεται στο ημίφως μιας λάμπας ή μερικών κεριών, ενώ το φως αντανακλάται στο σκηνικό της Ελένης Μανωλοπούλου. Εδώ η συλλογή με τα γυάλινα ζωάκια της Λόρας, αν και χωμένα σε μια κρύπτη του ­διάφανου σκηνικού που τα καθιστά αόρατα, ουσιαστικά μεγεθύνεται, καθώς παίρνει τη μορφή μιας ολόκληρης κατασκευής από γυαλί, ενός πραγματικού «γυάλινου κόσμου» γεμάτου ρωγμές και θρυμματισμένα κομμάτια, ­πάνω στα οποία πατούν συνεχώς οι ήρωες με τη θρυμματισμένη ζωή.

Έπειτα από μια κάπως μακρόσυρτη αρχή, η παράσταση ανακάμπτει και φανερώνει τη δυναμική της, έστω αν σε σημεία δείχνει πως ο ρυθμός χρειάζεται κούρδισμα. Χωρίς να καταφεύγει στο ρεαλισμό –το έργο δεν είναι ρεαλιστικό παρά τη φαινομενική εξωτερική κατασκευή του–, ανασύρει με αφαιρετικό τρόπο αλλά και συναίσθημα και ουσία μια θραυσματική πραγματικότητα. Οι ηθοποιοί ερμηνεύουν έχοντας κατά νου πως βρίσκουν σταδιακά τη θέση τους σε αυτό το υπό κατασκευή σκηνικό ζωής που σκηνοθετεί ο Τομ. Η σκηνική συνθήκη δεν αποκλείει, ορθώς, τη συναισθηματική ένταση και κλιμάκωση, ούτε αντιμετωπίζει το έργο εγκεφαλικά. Αντιθέτως. Ο Χάρης Φραγκούλης επιβάλλεται στον ρόλο του νεαρού άντρα που ασφυκτιά και οι εξάρσεις του, όπως και η εσωτερική του ένταση, είναι αφοπλιστικές.

Κυριαρχεί στη σκηνή, χωρίς όμως να αδικεί τους υπολοίπους. Την Ελίνα Ρίζου, που ως Λόρα μένει για ώρα στο ημίφως της σκηνής –και της ζωής–, αλλά επανακάμπτει δυναμικά με τον Τζιμ· ο Έκτορας Λιάτσος κινείται με άνεση στον ρόλο του άντρα που ενσαρκώνει ταυτόχρονα το αμερικανικό όνειρο και τη ματαίωσή του. Η Μπέττυ Αρβανίτη βρίσκει τον τόνο ως υπερπροστατευτική Αμάντα, μια γυναίκα την οποία έχει σκληρύνει η ζωή, μου έλειψε όμως η ψυχολογία της ματαιωμένης καλλονής του παρελθόντος. Διακριτική η παρουσία της (ωραίας) μουσικής του Κορνήλιου Σελαμσή, θεωρώ όμως πως η ισχυρότερη χρήση της θα ευνοούσε την παράσταση πολλαπλώς.

ΘΕΑΤΡΟ ΟΔΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ Κεφαλληνίας 16, Κυψέλη, 2108838727. Διάρκεια: 140΄.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου