Συνέντευξη

Ο Γιώργος Βάλαρης μιλά για όλα όσα πρέπει να ξέρετε για την «Όμορφη Πόλη» του

Από -

Πενήντα επτά χρόνια πέρασαν από την πρώτη παρουσίαση της «Όμορφης Πόλης» του Μίκη Θεοδωράκη. Τώρα, ο Γιώργος Βάλαρης δημιουργεί και παρουσιάζει μια σύγχρονη «Όμορφη Πόλη» του 2020 στο Μέγαρο Μουσικής (από 17/1) με πρωταγωνιστές γνωστούς ηθοποιούς και τραγουδιστές. Διαβάστε όσα είπε στη Μαρία Κρύου.

Γιώργο Βάλαρη, τελικά τι είναι αυτό που κάνει έναν καλλιτέχνη σπουδαίο, σαν τον Μίκη Θεοδωράκη;
Η πανανθρώπινη –μεταφυσική κατά κάποιον τρόπο– αλήθεια που κουβαλάει καταγεγραμμένη στα κύτταρά του και την εκφράζει σε κάθε έργο του, χτυπώντας απευθείας στα ενεργειακά συναισθηματικά κέντρα του θεατή. Τέλος, η αίσθηση του αέναου που είναι ένα κράμα τωρινών και πρότερων κυτταρικών εμπειριών, έμφυτου ταλέντου, βαθιάς γνώσης και μαθησιακής άσκησης.

Σε ποια ηλικία ήρθες σε επαφή για πρώτη φορά με το έργο του Μίκη Θεοδωράκη; Θυμάσαι τι ένοιωσες τότε;
Σίγουρα στα μαθητικά μου χρόνια καθώς τα τραγούδια της απελευθέρωσης ήταν αυτά που κυριαρχούσαν στις μαθητικές γιορτές, ιδιαίτερα του Πολυτεχνείου. Κυρίαρχες μνήμες, καθώς τα τραγούδια έχουν ισχυρή δράση στην καταγραφή κορυφαίων συναισθημάτων. Η πρώτη αίσθηση που είχα και τότε, αλλά και τώρα είναι η δύναμη της ψυχής που μεταφέρεται από τον ίδιο το δημιουργό στον κοινωνό ακροατή και η διάθεση για ελευθερία και πατριωτισμό.

Ποια θέση έχει στη σκέψη ή στην καρδιά σου ο δημιουργός Μίκης Θεοδωράκης;
Μοναδική. Είχε και θα έχει. Είναι κατ’ εμέ ο κορυφαίος δημιουργός της σύγχρονης Ελληνικής μουσικής ιστορίας, ποιητής συνάμα και καινοτόμος με πολλαπλές μορφές στο έργο του, που εκφράζονται όμως με ένα μοναδικό λαϊκό τρόπο. Μην ξεχνάμε πως είναι ο πρώτος που έφερε την υψηλή ποίηση στο στόμα του λαού μελοποιώντας Ελύτη, Ρίτσο, Γκάτσο, Λειβαδίτη κ.ά.

Τώρα, που τον γνώρισες λίγο καλύτερα ποια θέση έχει μέσα σου ο άνθρωπος Μίκης Θεοδωράκης;
Η γνωριμία μαζί του είναι καθοριστική και για τη ζωή μου και για την καλλιτεχνική μου πορεία. Είναι πράγματι μύθος ο Μίκης Θεοδωράκης και σίγουρα ο δικός μου μύθος. Ποτέ δεν είχα μέχρι τη στιγμή που τον γνώρισα. Η πρώτη συνάντηση μαζί του το Μάρτιο του 2019 στον σπίτι του στην Ακρόπολη ήταν καθοριστική. Είδα ένα υπέρλαμπρο κοφτερό πνεύμα, μια καθηλωτική προσωπικότητα με ακτινοβολία μεταφυσική. Έκτοτε στις αρκετές συναντήσεις μας νιώθω μια οικειότητα, μια μεγάλη αγκαλιά και εμπιστοσύνη και οι διηγήσεις του από ιστορικά γεγονότα που έζησε στην εξορία, στο εξωτερικό και παράλληλα αυτή η δύναμή του για την Ελλάδα με έχουν εντυπωσιάσει βαθύτατα.
Μου είπε χαρακτηριστικά σε μια πρόσφατη επίσκεψη μου «εγώ δεν ήθελα απλά να βάψω με μερικές σταγόνες χρώματος ένα ποτήρι. Ήθελα να βάψω το Αιγαίο με το έργο μου». Η εικόνα της φράσης χαράχτηκε μέσα μου. Δε μπορώ επίσης να παραλείψω πως είναι ιδιαίτερα δοτικός μαζί μου και πλέον τον θεωρώ πνευματικό μου πατέρα. Όταν διάβασε το έργο μου έστειλε ένα τόσο γενναιόδωρο σημείωμα που με συγκίνησε βαθύτατα… Είμαι στην ευχάριστη θέση επίσης να ανακοινώσω πως κάνουμε σχέδια για το επόμενο έργο μας. Ένα ακόμα πιο μεγάλο βήμα και τον ευγνωμονώ!

Όταν του είπες ότι θέλεις ν’ ανεβάσεις στο θέατρο την «Όμορφη πόλη» ποια ήταν η πρώτη αντίδραση και πώς συνεχίστηκε η συνεργασία σας;
Ο Μίκης έχει χαρεί τόσο με το ανέβασμα και τον τρόπο που θα παρουσιαστεί στο κοινό και όταν διάβασε τη σύγχρονη απόδοση ενθουσιάστηκε. Συμφώνησε μαζί μου πως δεν πρέπει να έχει το χαρακτήρα του τότε που ήταν επιθεωρησιακός και κειμενικά ανεπίκαιρος στο τώρα. Τέλος παρακολουθεί τα πάντα, τον ενημερώνω για τα δημιουργικά τις αφίσες τα βίντεο, κάθε αλλαγή στο κείμενο. Ανυπομονεί και θέλει να είναι μαζί μας στην πρεμιέρα στις 17 Ιανουαρίου.

Γιατί αποφάσισες να σκηνοθετήσεις την «Όμορφη πόλη» και γιατί τώρα;
Από μαθητής της Δραματικής Σχολής του Εθνικού είχα μια αδυναμία στην «Όμορφη πόλη». Μάλιστα, το ομώνυμο τραγούδι ήταν αυτό που ερμήνευσα κατά τις εισαγωγικές μου εξετάσεις. Ως σπουδαστής, λοιπόν, του Εθνικού είχα ερευνήσει την ιστορία της θρυλικής εκείνης παράστασης του 1962 όπως και της «Οδού Ονείρων», έργου που με σημάδεψε επίσης από τότε μου.
Μέσα στην αγωνία μου να ανεβάσω κάποιο κλασικό μουσικό έργο μιας και είμαι γνωστός λάτρης παλαιών εποχών, ένα πρωινό ξύπνησα με τη σκέψη «αυτό θέλω να κάνω»… Τώρα περισσότερο από ποτέ αισθάνομαι πως έχουμε την ανάγκη να δούμε βαθιά τις ρίζες μας και ν’ αγγίξουμε την ποιότητα που συνθλίβεται εδώ και δεκαετίες κάτω από το βάρος του «fast food» τρόπου ζωής και της μεθοδευμένης εξαθλίωσης του νου και της αισθητικής των Ελλήνων πολιτών.

Ποιος είναι ο αγαπημένος σου στίχος;
«Να μαγευτώ και να μεθύσω, τις σιωπηλές ακούγοντας φωνές των ουρανών»! Είναι ένα από απόσπασμα από το ποίημα του Μίκη Θεοδωράκη «Θνητοί! Θνητοί!»…

Με ποιο τρόπο μοιράζονται η πρόζα και η μουσική στην παράσταση;
Μελετώντας τη θρυλική παράσταση του 1962, οδηγήθηκα μοιραία σε μονοπάτια που πολλές φορές χρησιμοποίησε ο σπουδαίος δημιουργός και κυρίαρχα σε αυτό της αρχαίας τραγωδίας. Έτσι, έδωσα στη νέα προσέγγιση του έργου τη μορφή της «σύγχρονης λαϊκής τραγωδίας» και, ψάχνοντας να βρω στις μικρές ιστορίες των τραγουδιών τους συνδέσμους που θα οδηγήσουν στη μεγάλη ιστορία, κατέληξα στη σπουδαία και άρρηκτα συνδεδεμένη με το μουσικό του έργο ποίηση του Μίκη Θεοδωράκη, που είναι σχεδόν άγνωστη στο πλατύ κοινό και παρουσιάζεται για πρώτη φορά σε θεατρική σκηνή.
Για να γίνω πιο σαφής, πολλά από τα εμβληματικά και δημοφιλή τραγούδια του σπουδαιότερου εν ζωή Έλληνα συνθέτη –και κάποια από την ιστορική παράσταση– αποτελούν τον κύριο άξονα και μαζί με τα ποιητικά κείμενα του μεγάλου δημιουργού και τα δικά μου πεζά κείμενα δημιουργούν την πλοκή του σπονδυλωτού μουσικοθεατρικού έργου που ανεβάζουμε και έχει ως θέματα τον έρωτα, την ξενιτιά, το θάνατο, το «Άξιον εστί» και την επανάσταση.
Οι ήρωες του έργου, τα πάσχοντα πρόσωπα, ερμηνεύονται από σπουδαίους ηθοποιούς του θεάτρου μας: τον Κώστα Καζάκο, τον Γιώργο Κιμούλη, την Πέγκυ Σταθακοπούλου, τον Κωνσταντίνο Καζάκο, την Ελισάβετ Μουτάφη και τη Λήδα Πρωτοψάλτη, αλλά και από νεότερους συναδέλφους όπως ο Αιμίλιος Ράφτης, ο Άκης Σιδέρης και η Σαλίνα Γαβαλά. Τους συνοδεύει ο Xορός, ένα επιτελείο σπουδαίων χορευτών, και φυσικά η λαϊκή ορχήστρα «Μίκης Θεοδωράκης» με τους κορυφαίους και αγαπημένους μας ερμηνευτές Γιάννη Κότσιρα και Δημήτρη Μπάση. Όλοι τους σκιαγραφούν την ταυτότητα του πάντα υπερήφανου Έλληνα, εστιάζοντας στο αέναο της ελληνικής παράδοσης, που δεν παύει να κυλάει στις φλέβες μας. Η video art, που χρησιμοποιείται υποστηρικτικά, εκφράζει κυρίαρχα είτε το υποσυνείδητο των πασχόντων προσώπων είτε την ατμόσφαιρα και τις καταστάσεις μέσα στις οποίες γράφτηκαν τα τραγούδια.

Με ποια κριτήρια έκανες την επιλογή των συνεργατών σου, ηθοποιών και τραγουδιστών;
Ειλικρινά με συγκινεί και με τιμά που τόσο σπουδαίοι και άξιοι ερμηνευτές αποδέχτηκαν την πρόσκλησή μου. Επιπλέον η δημιουργική τους παρουσία με κάνει να εύχομαι και να πιστεύω ότι όλοι μαζί θα φανούμε αντάξιοι του Μίκη αλλά και του κοινού που θα μας τιμήσει όπως φαίνεται από την προπώληση, προσφέροντας ένα υψηλού ύφους και ήθους σύγχρονο ελληνικό έργο. Βασικό κριτήριο, τέλος, ήταν η σύνδεση κάποιων καλλιτεχνών με τον ίδιο τον Μίκη στο παρελθόν, τόσο ιδεολογικά όσο και καλλιτεχνικά, και ο απόλυτος θαυμασμός που τρέφουμε όλοι προς το πρόσωπο και το έργο του. Οι τραγουδιστές της παράστασης, για παράδειγμα, γαλουχήθηκαν κάτω από τη σκέπη του Μίκη Θεοδωράκη και τον λατρεύουν.

«Τώρα περισσότερο από ποτέ αισθάνομαι πως έχουμε την ανάγκη να δούμε βαθιά τις ρίζες μας και ν’ αγγίξουμε την ποιότητα που συνθλίβεται εδώ και δεκαετίες κάτω από το βάρος του "fast food" τρόπου ζωής και της μεθοδευμένης εξαθλίωσης του νου και της αισθητικής των Ελλήνων πολιτών».

Έχεις μια προτίμηση στα μεγάλα μουσικοθεατρικά θεάματα τα τελευταία χρόνια. Τι σε κάνει να επιμένεις μουσικοθεατρικά;
Η αγάπη μου για τη μουσική που πιστεύω ότι υπάρχει στα κύτταρα όλων των ανθρώπων. Είμαι λάτρης των μιούζικαλ, είναι ένα είδος που έχω μελετήσει μέσα από τη θέαση σπουδαίων μεγάλων θεαμάτων του εξωτερικού από το 1995. Ονειρεύομαι ένα δικό μας μουσικό θέατρο με μεγάλα φιλόδοξα θεάματα εφάμιλλα του εξωτερικού που να μιλούν στις ψυχές των Ελλήνων. Ο κόσμος το έχει ανάγκη, το τιμά και είναι κάτι που με κάνει ιδιαίτερα χαρούμενο.

Τι είναι για σένα το θέατρο;
Είναι η ζωή μου, ο «Γολγοθάς» μου αλλά και η «Ανάστασή» μου.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου

Σχετικά Θέματα