Συνέντευξη

Νικαίτη Κοντούρη: «Οι “Βάκχες” είναι η τραγωδία όπου καταλύεται ο κυριότερος δεσμός της ανθρωπότητας»

Από -

Η πνευματική ακτινοβολία και η κοινωνικοπολιτική διάσταση της ευριπίδειας τραγωδίας έδωσαν το έναυσμα για μια ωραία συζήτηση με τη σκηνοθέτιδα, η οποία στις 13-15/8 θα οδηγήσει στην Επίδαυρο έναν δυνατό θίασο με τους Άκη Σακελλαρίου, Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο, Ιωάννα Παππά, Δημήτρη Πετρόπουλο, Κωνσταντίνα Τάκαλου και Κωνσταντίνο Ασπιώτη. Θα ακολουθήσει περιοδεία της παράστασης στα ανοιχτά θέατρα της Αττικής: Πέτρας 29/8, Βριλήσσια 1/9, Ηλιούπολη 2/9, Κορυδαλλός 5/9, Βεάκειο 8/9, Βράχων 9/9, Παπάγου 11/9.

Γιατί πιστεύεις ότι ο Ευριπίδης έγραψε λίγο πριν από το τέλος της ζωής του τις «Βάκχες»; Μια τραγωδία που φέρνει στο προσκήνιο ένα θεό που επιβάλλει τη θρησκεία του και τιμωρεί όσους τον αμφισβητήσουν;
«Όπου κι αν πάω η Ελλάδα με πληγώνει», γράφει ο Σεφέρης. Πιστεύω πως και για τον Ευριπίδη ίσχυε κάτι ανάλογο· όπου κι αν βρισκόταν, η Αθήνα τον πλήγωνε. Είχε επιλέξει ο ίδιος να εγκατασταθεί στο παλάτι του βασιλιά Αρχελάου στη Μακεδονία. Έγραψε το έργο στη Μίεζα, περιοχή κοντά στη Βέροια όπου υπάρχει και θέατρο. Η Αθήνα τον πλήγωνε γιατί ήταν το κέντρο του κόσμου του, το ίδιο που βίωσε την άνοδο και το οποίο διαλυόταν και ξέπεφτε εξαιτίας του ατελείωτου Πελοποννησιακού Πολέμου. Οι ήττες διαδέχονταν η μια την άλλη. Στην πόλη-κράτος είχαν απομείνει παιδιά, γέροντες και γυναίκες. Ένας τόσο αστραφτερός και τολμηρός νεωτεριστής, όπως ο Ευριπίδης, θα ήταν αδύνατον να μη προέβλεπε την ολοκληρωτική διάλυση της Αθήνας. Έτσι, έγραψε μια τραγωδία για τον πλήρη αφανισμό μιας πόλης που πορεύεται ασθμαίνοντας, την οποία ονόμασε –ποιητική αδεία– Θήβα, για να μπορέσει να στηλιτεύσει την τραγική συνθήκη στην οποία έχει βρεθεί με ευθύνη των πολιτών της και, κυρίως, των πολιτικών της.

Πιστεύεις στην έννοια του θείου;
Αν θείο είναι η Αποδοχή, η Ενσυναίσθηση, η Συμπαράσταση, η Αλληλοβοήθεια, η Αγάπη, η Εμπιστοσύνη, η χαρά της Δημιουργίας, η Ελευθερία, ναι, γιατί πιστεύω στον άνθρωπο!

Το δίδυμο Πενθέα-Διονύσου βρίσκει το ιδανικό της ερμηνείας του για τη σκηνοθέτιδα στα πρόσωπα των Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου και Άκη Σακελλαρίου.
Το δίδυμο Πενθέα-Διονύσου βρίσκει το ιδανικό της ερμηνείας του για τη σκηνοθέτιδα στα πρόσωπα των Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου και Άκη Σακελλαρίου.

Ποια σκέψη, προβληματισμός ή επιθυμία σε οδήγησε στην επιλογή αυτού του έργου;
Οτιδήποτε είχε να κάνει με τις λέξεις «καταστροφή» και «ανατροπή». Ο κόσμος μεταλλάσσεται στο πέρασμα του Διονύσου. Οι γυναίκες αποκτούν την ελευθερία που τους στερούσαν επί αιώνες και στρέφονται ενάντια στα παιδιά τους, τα αγόρια αλλάζουν φύλο, ο Τειρεσίας βακχεύει, οι ακόλουθοι του θεού έχουν παραδοθεί σε αυτόν αμαχητί και τον ακολουθούν τυφλά. Όλα τα στερεότυπα καίγονται στην πυρά. Είναι σαφώς μια διαδικασία τελετουργικής μίμησης οι «Βάκχες», αλλά ταυτόχρονα είναι και ένας κόσμος όπου ζώα και άνθρωποι συνυπάρχουν σαν να μην έχουν καμία διαφορά, όπου ο εκπρόσωπος των πολιτικών (Κάδμος) κάνει πως βακχεύει και εξοργίζει το θεό ακόμα περισσότερο. Η αμφισβήτηση και ο δημόσιος διάλογος γίνονται υποχείρια μιας χαρισματικής, ελευθεριάζουσας και εντυπωσιακής περσόνας, που ισχυρίζεται πως γεννήθηκε από τον ταυροκέρατο θεό Διόνυσο με μορφή ανθρώπου-τιμωρού. Πρόκειται για την τραγωδία όπου καταλύεται ο κυριότερος δεσμός της ανθρωπότητας: η μάνα από Βάκχη μεταλλάσσεται σε Μαινάδα και κατασπαράζει το γιο της. Είναι το τέλος της Λογικής, το μηδέν.

Μίλησέ μας για την επιλογή των ηθοποιών και την ανάθεση των ρόλων.
O Άκης Σακελλαρίου ήταν πλάι μου από την πρώτη στιγμή. Μιλάμε για μια περιπέτεια δυόμισι ετών περίπου, αλλά στο πρόσωπό του είδα τον ιδανικό Διόνυσο. Ο δικός μας Διόνυσος έχει εμπειρία, γνωρίζει γιατί βρίσκεται στη Θήβα και έχει απόλυτη επίγνωση των δυνάμεων του. Είναι ο απόλυτος εκδικητής, αλλά και γητευτής, αυτός που μέσα από έναν συνεχή εσωτερικό παλμό, απολαμβάνει την κυριαρχία του επί των αδυνάτων και, κυρίως, επί εκείνων που έχουν στηρίξει την κοινωνική τους θέση πάνω σε σαθρά θεμέλια (Κάδμος - Αγαύη - Πενθέας). Του είμαι ευγνώμων για αυτή τη συνεργασία. Με στήριξε πολύ. Η Ιωάννα Παππά ήταν η επόμενη που μας ακολούθησε σ’ αυτό το ταξίδι των αναβολών, των αλλαγών, των ανατροπών – λόγω κορονοϊού και όχι μόνο. Από την πρώτη στιγμή τής μίλησα για τον Τειρεσία. Η Ιωάννα εξωτερικά μοιάζει με εύθραυστο κορίτσι, έχει όμως δύναμη, πείσμα και εμπειρία· στοιχεία ικανά να συνθέσουν ένα πλάσμα απροσδιορίστου ηλικίας και φύλου, το οποίο έχει τη δυνατότητα να αλλάζει συμπεριφορές, να πηγαίνει με το μέρος του θεού, να αφήνεται στη γλύκα της Βακχείας και, ταυτόχρονα, να προβλέπει τα τραυματικά μελλούμενα που θα πέσουν πάνω στα σπίτια του Κάδμου και του Πενθέα. Ο Πενθέας, ο νεαρός βασιλιάς της Θήβας, αυτός που απροκάλυπτα «τα βάζει με τον Διόνυσο», ένιωθα πως πρέπει να είναι τολμηρός, άτρομος σκηνικά. Ιδανικός ερμηνευτής ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος. Έδειξε από την πρώτη στιγμή πως θα έφερνε τον Διόνυσο σε πολύ δύσκολη θέση. Στις πρόβες πολλές φορές μου άφηναν την αίσθηση ισοδύναμων θηρίων. Αγόρια δύο αδελφών, της Σεμέλης και της Αγαύης, που παλεύουν μέχρι θανάτου «όπως τα κριάρια, όπως τα λιοντάρια…». Για την Αγαύη και τους δύο αγγελιοφόρους αναζητούσα ηθοποιούς ανάλογης σκηνικής φλόγας και τους βρήκα στα πρόσωπα της Κωνσταντίνας Τάκαλου και του Κωνσταντίνου Ασπιώτη, αντίστοιχα. Με μια διαφορά, πως η Κωνσταντίνα ως Αγαύη είναι το μόνο πρόσωπο της τραγωδίας που φέρει στη σκηνή όλα τα χαρακτηριστικά του Μαιναδισμού, του βυθίσματος στις σκοτεινές περιοχές του ασυνείδητου, εκεί όπου δεν υπάρχει ίχνος λογικής και αντίστασης. Ο αγγελιοφόρος Α΄ και Β΄ τα περιγράφει και τα μοιράζεται μαζί μας, τη μια ως καθαρό υποχείριο του Διόνυσου και την άλλη ως ο άνθρωπος που «δεν έχει επόμενη μέρα». Σας περιγράφω ένα εκρηκτικό περιβάλλον γιατί αυτές είναι οι Βάκχες μας. Ευτυχώς που ο Δημήτρης Πετρόπουλος (Κάδμος), συγκρατεί με την εμπειρία και τον άφατο πόνο του τα όρια της σκηνικής αφήγησης της ιστορίας. Τέλος, τα πρόσωπα αυτά δεν θα άγγιζαν τις θερμοκρασίες που τείνουν να αγγίξουν σε κάθε παράσταση αν δεν υπήρχαν οι υπέροχες «διαταραγμένες» γυναίκες του Χορού. Οι Βάκχες, οι γυναίκες της ανατολής, οι πρόσφυγες, που έγιναν πιστές ιέρειες και ακόλουθοι του Διονύσου, όταν η πνοή του τις έβγαλε νύχτα από τα σπίτια τους κι άρχισαν μαζί του και στο όνομά του να επιβάλλουν τη θρησκεία του, είναι: Ιουλία Γεωργίου, Θάλεια Γρίβα, Ελένη Στεργίου, Σοφία Κουλέρα, Ιωάννα Τζίκα, Φραγκίσκη Μουστάκη, Σμαράγδα Κάκκινου.

banner

Πως μοιάζει ο τόπος που φαντάστηκες να λαμβάνει χώρα η τραγωδία;
Ερημιά. Χώμα. Ένας τόπος συνάθροισης ξένων και ντόπιων. Πολλαπλών χρήσεων – Κρύπτη; Σφαγείο; Επιφάνειες λοξές, όπως ο σύνθετος, ο ξένος, ο αλλιώτικος αυτός Θεός. Σαν να βγαίνει αυτή η «μήτρα» από το χώμα ή σαν να είχε ξεχαστεί εκεί από πολύ παλαιά. Το σκηνικό και τα κοστούμια είναι της Λουκίας Μινέτου. Άχρονη αίσθηση. Διαχρονικά κοστούμια. Σύμβολα ισχυρά: Θυμέλη=το μνήμα της Σεμέλης, μητέρας του Διονύσου και σημείο αναφοράς όλων στη διάρκεια της παράστασης. Μεταλλικοί θύρσοι και μαχαίρια= τελετουργικά και πολεμικά εργαλεία σε χέρια γυναικών. Στριγκοί ήχοι. Βαθύτατος θρήνος στον έρημο τόπο. Άλογα που πάνε για σφαγή, σκυλιά που οσμίζονται το αίμα στον αέρα (προσφορά του φίλου και συνεργάτη Δημήτρη Ιατρόπουλου), γκάιντα και ηλεκτρική κιθάρα και τύμπανο και η ανθρώπινη φωνή να ξεπερνά τα όρια της μουσική σύνθεσης και της ερμηνείας των Θραξ-Πανκc που παίζουν ζωντανά. Σώματα σε συνεχή αγωνία, εγρήγορση και άγρια χαρά σε κίνηση της Ανδρονίκης Μαραθάκη. Φωτισμοί του Νίκου Σωτηρόπουλου που ακολουθούν τη δυναμική της πλοκής και της παράστασης. Τεχνικοί ξαναμμένοι και παρόντες σε όλη τη διαδικασία ο Ηλίας, ο Βασίλης, ο Κώστας, ο Γιώργος, ο Φάνης- τόσοι λίγοι για τόσα πολλά.

Υπάρχουν στοιχεία τα οποία ήθελες να τα επικαιροποιήσεις στην παράσταση;
Ποτέ δεν επιδιώκω να στραφεί ο θεατής προς κάποια συγκεκριμένη κατεύθυνση επικαιροποίησης. Εξάλλου το κείμενο που παρουσιάζεται στους σημερινούς θεατές στοχεύει στην απρόσκοπτη πρόσληψη από αυτούς. Με τον στενό μου συνεργάτη Μάνο Λαμπράκη(διασκευή-δραματουργία), διαλέξαμε τον μακρύ δρόμο μιας διακειμενικής προσέγγισης που ξεκίνησε από τον Νίτσε, διαπέρασε τον Σικελιανό και τον Μαγιακόφσκι, και κατέληξε στον «Θάνατο του Υπερίωνα» του Χέλντερλιν. Από το κείμενο πρόβας οδηγηθήκαμε στο κείμενο παράστασης με τη συνεργασία όλων των ηθοποιών και συνεργατών^ σύμβουλος διασκευής είναι ο Νίκος Μαθιουδάκης. Ευχόμαστε η παράσταση να οδηγήσει σε επικαιροποιημένους προβληματισμούς και σε πολιτικό και σε κοινωνικό επίπεδο^επιστημονική σύμβουλος είναι η Κατερίνα Διακουμοπούλου.

«Ο δικός μας Διόνυσος είναι ο απόλυτος εκδικητής, αλλά και γητευτής. Είναι αυτός που μέσα από έναν συνεχή εσωτερικό παλμό, απολαμβάνει της κυριαρχίας του επί των αδυνάτων, και κυρίως εκείνων, που έχουν στηρίξει την κοινωνική τους θέση πάνω σε σαθρά θεμέλια (Κάδμος-Αγαύη-Πενθέας)».

Ασχολείσαι με το θέατρο 30 χρόνια. Από το πλήθος των αναμνήσεών σου ποιες είναι οι πιο δυνατές;
Είχα ξεκινήσει από το 1978 ως νεαρή ηθοποιός. Πρώτη μου σκηνοθεσία στη Νέα Υόρκη το 1983. Με τη σκηνοθεσία ασχολούμαι συστηματικά στην Ελλάδα από το 1992 (Θέατρο Αμόρε). Η πρώτη πενταετία του Αμόρε ήταν για μένα συναρπαστική. Έτσι είναι πάντα τα ξεκινήματα. Με τη «Μήδεια», το 1997 στο Εθνικό Θέατρο (Μήδεια η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Τροφός η μοναδική Μάγια Λυμπεροπούλου που έφυγε πριν λίγες μέρες από τη ζωή, Ιάσων ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος), έπεσα στα βαθιά, και μάλιστα στα βαθιά όλου του Κόσμου! Οι άνθρωποι με τους οποίους συνεργάστηκα και αναπτύξαμε σχέσεις φιλίας και αλληλοεκτίμησης είναι το μεγαλύτερο κέρδος από όλη αυτή τη διαδρομή. Άλλους τους κουβαλάω στην καρδιά μου, άλλους τους συναντάω όσο επιτρέπουν οι συνθήκες, με άλλους βλεπόμαστε συχνά και τηλεφωνιόμαστε ακόμα συχνότερα, αλλά όλοι γνωρίζουν, πως δεν τους ξεχνώ ποτέ!

Ιωάννα Παππά ως Τειρεσίας, Κωνσταντίνος Ασπιώτης ως Αγγελιοφόρος και Κωνσταντίνα Τάκαλου (δεξιά) ως Αγαύη
Ιωάννα Παππά ως Τειρεσίας, Κωνσταντίνος Ασπιώτης ως Αγγελιοφόρος και Κωνσταντίνα Τάκαλου (δεξιά) ως Αγαύη

Διατηρείς τον ίδιο ενθουσιασμό μέσα στα χρόνια;
Πώς να διατηρηθεί αλώβητος ο ενθουσιασμός; Δεν γίνεται! Τα τελευταία χρόνια αντιμετωπίζω φαινόμενα δυσπιστίας, αμφισβήτησης, καχυποψίας και επιθετικότητας απέναντί μου, που με αφήνουν άφωνη! Δεν πειράζει μεγαλώνω και μαθαίνω! Όχι πως ήταν όλα ρόδινα πριν κάποια χρόνια, αλλά συναντιόμουν με καλλιτέχνες επί σκηνής που όπως εύστοχα λέει μια καλή μου φίλη «είχαμε οι περισσότεροι συναίσθηση του συνομιλητή μας», άρα ο καθένας είχε τη θέση του στη θεατρική συνομιλία. Προσπαθώ να σταθώ σε κάποια απόσταση σαν παρατηρητής και να κάνω τη δουλειά μου, όπως την ξέρω, αλλά δεν μου είναι εύκολο. Η περίοδος των προβών με γέμιζε πάντα χαρά και προσμονή. Η πανδημία, αλλά και οι αλλοπρόσαλλες αποφάσεις σε σχέση με το Θέατρο, άρχισαν να ροκανίζουν τη χαρά της δημιουργίας. Έβγαλαν στην επιφάνεια την ανασφάλεια του ηθοποιού, του σκηνοθέτη, και όλων των συναφών επαγγελμάτων. Ιδιότητες χωρίς καμία κάλυψη. Φτερά στον άνεμο, χωρίς συμφωνητικά -εκτός φωτεινών εξαιρέσεων. Ας είναι καλά τα νέα παιδιά που διεκδικούν καλύτερες συνθήκες εργασίας. Εύχομαι να μην χάσουν την πίστη τους στο κίνημα τους, γιατί αυτό επηρεάζει θετικά και τους παλαιότερους.

Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος με τον Δημήτρη Πετρόπουλο στο ρόλο του Κάδμου
Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος με τον Δημήτρη Πετρόπουλο στο ρόλο του Κάδμου

Ποια είναι η επόμενη δουλειά που ετοιμάζεις;
Το project «Dov; Era Dodova;- Πού Βρισκόταν η Δωδώνη;» Μια ερευνητική διαδικασία, εγκεκριμένη κατά το ήμισυ από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, με στόχο τη συγγραφή θεατρικού έργου και στη συνέχεια την παρουσίαση του στο Αρχαίο Μαντείο Δωδώνης.

Μέσα στις υπάρχουσες συνθήκες πιστεύεις ότι λείπει η όρεξη για αλλαγή, το όραμα για το αύριο και η ελπίδα;
Αν δεν ονειρεύεσαι πεθαίνεις. Χωρίς ελπίδα πεθαίνεις. Αν δεν υπάρχει αύριο, τότε μόνον ο σκοτεινός και εκδικητικός Διόνυσος θα επικρατήσει…

Πώς βλέπεις να εξελίσσονται τα πράγματα στη θεατρική κίνηση, με γνώμονα και την απόφαση να μην μπορούν να μπαίνουν στα θέατρα οι μη εμβολιασμένοι;
Δυστυχώς, η απόφαση επηρεάζει αρνητικά αρκετούς θεατές. Πρέπει να αλλάξει η αντιμετώπιση από την πολιτεία. Είναι δυνατόν να απαιτείς να είναι όλοι εμβολιασμένοι στην Επίδαυρο και κατά συνέπεια σε όλα τα ανοιχτά θέατρα; Και με πληρότητα 60-70%; Και στα ανοιχτά και στα κλειστά θέατρα, με μάσκες και αποστάσεις και τηρουμένων όλων των μέτρων μετ’ ευλαβείας και ακριβείας, αποφασίστε να αφήσετε τους θεατές να «συνομιλήσουν» με τους καλλιτέχνες. Δεν υφίσταται η έννοια Θέατρο χωρίς το κοινό. Δεν έχουμε ζωή χωρίς κοινό!

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου