Τάση

Νέα εποχή για τα θεατρικά σάουντρακ

Από -

Νέοι συνθέτες γράφουν για το θέατρο. Μουσικές διαφόρων ειδών ντύνουν τις παραστάσεις. Τραγούδια που αγκαλιάζουν όλα τα στιλ λειτουργούν ως μέρος της δράσης. Φαίνεται ότι, εν μέσω κρίσης, μια δημιουργική εποχή αρχίζει για τη θεατρική μουσική...

Τήν τελευταία περίοδο –ίσως και τα τελευταία χρόνια– παρατηρούμε όλο και περισσότερο να γράφεται original μουσική για το θέατρο και όλο και περισσότεροι –και πιο νέοι– να είναι οι συνθέτες που ασχολούνται μ’ αυτό. Ίσως να προσπαθούμε να το εξηγήσουμε με «όρους κρίσης», δηλαδή να πούμε ότι «ανοίγει» η δουλειά σε ένα χώρο στον οποίο μέχρι πρότινος οι μουσικοί δεν έδιναν ιδιαίτερη σημασία γιατί αφενός ήταν «καλυμμένοι» οικονομικά από αλλού και αφετέρου καλλιτεχνικά μπορεί να τον θεωρούσαν μικρής εμβέλειας.
Όμως το να γράφει ένας συνθέτης μουσική και για το θέατρο είναι κάτι που είναι φυσικό, αυτονόητο και, βέβαια, δεν εντυπωσιάζει κανέναν. Έξω… Γιατί στην Ελλάδα, όπου το αυτονόητο συνηθίζουμε να γίνεται θέμα συζήτησης, η original μουσική για το θέατρο μπορεί να μας φαίνεται κάτι εξωπραγματικό!

Σταμάτης Κραουνάκης
Σταμάτης Κραουνάκης

Είναι γεγονός ότι κανένας συνθέτης, οποιουδήποτε μουσικού είδους, δεν έγινε διάσημος από τη μουσική για το θέατρο. Μάλιστα, για μια πολύ μεγάλη χρονική περίοδο –που μπορεί να είναι και 30-40 χρόνια– στη μουσική για το θέατρο κυριαρχεί η λεγόμενη «μουσική επιμέλεια». Δηλαδή, συλλογές κομματιών –δεν τολμώ να πω άσχετων μεταξύ τους– αποτελούν το «σάουντρακ» ενός θεατρικού έργου (παρόλο που ο όρος δεν είναι εντελώς σωστός στην περίπτωσή μας) και αυτό δεν είναι πάντα ό,τι καλύτερο. Σπάνια η βαρύτητα πέφτει στη μουσική, παρά μόνο αν αυτή αποτελεί λειτουργικό μέρος της πλοκής – εξαίρεση, για να παινέψουμε και το σπίτι μας, το «αθηνόραμα», που έχει θεσπίσει στα Θεατρικά Βραβεία
Κοινού ειδική κατηγορία για την original μουσική σύνθεση. Παλαιότερα όμως –και βγάζοντας έξω την επιθεώρηση, που έχει τη δική της ξεχωριστή ιστορία, και το αρχαίο δράμα– η μουσική ήταν ισχυρά συνυφασμένη με το θέατρο. Στην ιστορία έχουν μείνει η «Όμορφη πόλη» του Μίκη Θεοδωράκη, η «Συνοικία το Όνειρο» του Μάνου Χατζιδάκι, αργότερα «Το μεγάλο μας τσίρκο» του Σταύρου Ξαρχάκου και αρκετά άλλα μουσικά έργα για το θέατρο των οποίων το impact έχει παραμείνει ανεξίτηλο έστω και ως ιδέα – παρόλο που, ως πολιτισμικό ανάλογο, μπορεί να θεωρηθεί συγκρίσιμο με την επίδραση που είχε το «West Side Story» στο νεότερο αμερικανικό μουσικό θέατρο.
Από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, όμως, η μουσική δημιουργία που είχε στενή σχέση με το θέατρο άρχισε να φθίνει χαρακτηριστικά. Και επί σειρά ετών μουσικά το θέατρο αφέθηκε στα χέρια (έμπειρων) επιμελητών όπως, φέρ’ ειπείν, ο Ιάκωβος Δρόσος.

Η ποιοτική άνοδος τα τελευταία χρόνια τόσο του θεάτρου όσο και, κυρίως, της μουσικής είναι που αλλάζει το τοπίο της συνύπαρξης των δύο τεχνών. Φρέσκα πρόσωπα μπαίνουν στη (γενικότερη) σκηνή, με ταλέντα και γνώσεις, με ευαισθησίες δημιουργικές που δίνουν πια άλλες διαστάσεις στο παραγόμενο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Αυτό είναι κάτι που φαίνεται με τον καιρό σε όλα τα πεδία. Μπορεί πια ο «χώρος» να μην ανθεί οικονομικά, όμως αυτό ποτέ δεν ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη της τέχνης – μάλλον τροχοπέδη και πισωγύρισμα ήταν. Μένοντας όμως στο πεδίο του θεάτρου –και της μουσικής του–, οφείλουμε να επισημάνουμε τις ιδιαιτερότητες που το χαρακτηρίζουν και το διακρίνουν. Στη stage music δεν περιμένουμε ό,τι από ένα σάουντρακ – κινηματογραφικό ή άλλο.
Η μουσική στο θέατρο ή θα λειτουργεί και θα είναι μέρος της πλοκής του έργου ή θα «ενώνει» σκηνές και πράξεις. Συνεπώς, ο συνθέτης και εδώ καλείται να υπηρετήσει το έργο και το «όραμα» του σκηνοθέτη – όμως αυτό γίνεται όχι με όρους υπόκρουσης ή μπακγκράουντ όπως στο σινεμά ή στην τηλεόραση. Μέσα σ’ αυτό το σύνολο ο μουσικός οφείλει να δώσει το δικό του στίγμα και να βάλει τη δική του ταυτότητα. Και αυτό είναι ξεκάθαρο για την επιτυχία της θεατρικής μουσικής... Με βάση αυτές τις σκέψεις, μπορούμε να δούμε κάποιες από τις «λεπτομέρειες» που καθορίζουν την τρέχουσα σκηνική μουσική μας πραγματικότητα. Κατ’ αρχάς, μια «γενιά» νέων –ή λιγότερο νέων– συνθετών, μουσικών και τραγουδοποιών εμπλέκεται όλο και περισσότερο με τις θεατρικές μουσικές.
Και με ευδιάκριτα καλλιτεχνικά αποτελέσματα όπως δείχνουν τα γεγονότα. Η Κατερίνα Πολέμη, με σφαιρικές μουσικές γνώσεις και καλές σπουδές, βραβευμένη από το κοινό στα πρόσφατα θεατρικά μας βραβεία, έδωσε τη μουσική επένδυση της επίσης βραβευμένης «Ευρυδίκης» του Θεάτρου Πορεία – με τον ίδιο τρόπο που έκανε και στο φιλμ «Μικρά Αγγλία» του Παντελή Βούλγαρη. Η Πολέμη κινείται σε έναν ευρύ χώρο της σύγχρονης τζαζ και world μουσικής, έχοντας ζήσει και έχοντας κινηθεί επί σειρά ετών σε Ευρώπη και Βραζιλία. Επίσης βραβευμένος από το θεατρόφιλο κοινό στα βραβεία του «α» ο Άγγελος Τριανταφύλλου για την «Γκόλφω» του Εθνικού. Πρόκειται για έναν μουσικό που έχει την ικανότητα να μας εκπλήσσει ευχάριστα και να μας δίνει το μη προφανές.
Ο Άρης Μπινιάρης –σκηνοθέτης, ερμηνευτής και μουσικός– έκανε (και θα το ξανακάνει από τον Φεβρουάριο στο «Bios») το «Θείο Τραγί» του Γιάννη Σκαρίμπα να ακούγεται και να βιώνεται σαν μια ροκ συναυλία (όπως έχει επισημαίνει στην κριτική της η Ιλειάνα Δημάδη). Ο Σταύρος Γασπαράτος συνθέτει για θέατρο, χορό και σινεμά και πρόσφατα παρουσίασε το «Seven» του στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών και στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Κινείται σε έναν ευρύ χώρο ηλεκτρονικής και σύγχρονης μουσικής και, σε κάθε περίπτωση, οι μουσικές του είναι πολύ ενδιαφέρουσες.

Φοίβος 
Δεληβοριάς
Φοίβος Δεληβοριάς

Ο Δημοσθένης Γρίβας συνεργάζεται στενά εδώ και χρόνια με τον Κωνσταντίνο Ρήγο και η μουσική του κινείται ομοίως σε ένα ευρύ φάσμα electronica και σύγχρονης αντίληψης που «ανοίγει» την έννοια της μουσικής για θέατρο. Ο πιανίστας Γιάννης Αναστασόπουλος παίζει ένα ρεπερτόριο από ραγκτάιμ, τζαζ, ρετρό και σουίνγκ και έχει γράψει μουσικές που καλύπτουν πολλά θεατρικά είδη. Και η Nalyssa Green, με όλη την ιδιαιτερότητα της μουσικής της σε μια ροκ προοπτική, παίζει ως ηθοποιός/μουσικός στο «4.48 Ψύχωση» της Σάρα Κέιν που ανεβάζει η Άντζελα Μπρούσκου στο «Bios».
Χωρίς να προχωράμε εδώ σε μια πλήρη καταγραφή του τι συμβαίνει μουσικά στις θεατρικές σκηνές, από τους πιο «επώνυμους», η Ευανθία Ρεμπούτσικα έγραψε τη μουσική για τον «Σιρανό ντε Μπερζεράκ» και την ερμηνεύει ζωντανά στη σκηνή του Παλλάς, ενώ ο Κωστής Μαραβέγιας έχει γράψει ωραία μουσική –και τραγούδια– που ακολουθούν φέτος τον «Φιλάργυρο» στο Εθνικό. Ο Φοίβος Δεληβοριάς ανταποκρίθηκε υπέροχα στις ανάγκες του παιδικού θεάτρου γράφοντας τα τραγούδια για την παράσταση «Η Τζέλα, η Λέλα, ο Κόρνας και ο Κλεομένης» στο Θέατρο Πορεία.
Όπως και ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, τα τραγούδια του οποίου για την παράσταση «Ως την άκρη του ονείρου» ερμηνεύει ζωντανά ο Βασίλης Λέκκας (Γυάλινο Μουσικό Θέατρο). Μεγάλη επιτυχία συνεχίζει να έχει για δεύτερη χρονιά το μουσικοθεατρικό εγχείρημα των Burger Project «Μαμά θα κάνω μπάντα» (Ελληνικός Κόσμος). Το διήγημα-παραμύθι «Από τι ζουν οι άνθρωποι;» του Τολστόι τονίζεται από τη μουσική του Κωνσταντίνου Βήτα.

«Ένα ή κανένα»
«Ένα ή κανένα»

Οι Lost Bodies έχουν γράψει τη μουσική για την παράσταση «Τίρζα, η βασίλισσα του ήλιου» του σπουδαίου Ολλανδού συγγραφέα Άρνον Γκρούνγκερ (Ιλίσια-Βολανάκη). Ο κιθαρίστας Κλέων Αντωνίου (από τους Mode Plagal) συνεργάζεται με τη θεατρική ομάδα Και Όμως Κινείται στο «El Paraiso», ενώ το ίδιο γκρουπ (μουσικό τε και θεατρικό) συνεργάζεται με τον Χαΐνη Δημήτρη Αποστολάκη στην παρουσίαση της performance «Το σωματίδιο του Θεού». Δεν πρέπει φυσικά να παραλείψουμε τον Σταμάτη Κραουνάκη, που οτιδήποτε κι αν κάνει περιέχει εγγενώς τη θεατρικότητα – φέτος στο «Όταν έχω εσένα» ( Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης»), στη «Ρόζα Εσκενάζυ» (Θέατρο Πρόβα) και στο παιδικό «Σπείρα Σπείρα με σπιρούνια» ( Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης»).
Και επειδή οι οικονομικές κρίσεις έκαναν πάντα το υπερθέαμα να ανθεί, τα τελευταία χρόνια έχουμε πραγματικά μεγάλες παραγωγές. Συνεχίζοντας μια θεατρική παράδοση πάνω στη μουσική και στο έργο του Μίκη Θεοδωράκη, όπως έγινε πέρσι με το «Μαουτχάουζεν» και το «Ποιος τη ζωή μου», φέτος έχουμε τη «Γειτονιά των αγγέλων» (Εθνικό). Ακόμη πιο χαρακτηριστικό το φαινόμενο «θεατροποίησης» συγκεκριμένων όψεων του τραγουδιού μας, με την Άννα Βίσση και τον Αντώνη Ρέμο να παρουσιάζουν το πρόγραμμα «Ένα ή κανένα» σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα στο «Πάνθεον» ή τον Μιχάλη Χατζηγιάννη να πρωταγωνιστεί στο μιούζικαλ «Annie» (Ελληνικός Κόσμος).
Τέλος, έχουμε πλούσιες μουσικές βιογραφίες όπως αυτή της Σοφίας Βέμπο, την οποία ενσαρκώνει η Μαρινέλλα στη σκηνή του Θεάτρου Μπάντμιντον. Δεν είναι και λίγα εν μέσω κρίσης...

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου