Κριτική

Να ντύσουμε τους γυμνούς

Από -

Ο Γιάννος Περλέγκας μόχθησε εμφανώς να φωτίσει ένα από τα λιγότερο «φιλικά» έργα του Πιραντέλο. Το αποτέλεσμα προβληματίζει, όμως η ευθύνη είναι μοιρασμένη σε σκηνοθέτη και συγγραφέα.

Το «Να ντύσουμε τους γυμνούς» είναι μια καλή απόδειξη του ότι ακόμη και όταν ακολουθείται το ίδιο πάνω κάτω συγγραφικό μοντέλο, τα έργα που προκύπτουν είναι άνισης αξίας μεταξύ τους. Αυτό που κάνει ο Πιραντέλο είναι να αναδιαμορφώνει συνεχώς σε θεατρική μορφή ένα βασικό, φιλοσοφικής χροιάς μοτίβο: τη σχετικότητα της αλήθειας και της πραγματικότητας. Στο βάθος, ο σκελετός είναι λίγο-πολύ ο ίδιος: μια μελοδραματική ιστορία πάθους βγαλμένη απευθείας από τον ιταλικό Νότο.

Αυτό συμβαίνει και στους «Γυμνούς»: μια γυναίκα έπειτα από μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας βρίσκεται φιλοξενούμενη στο σπίτι ενός συγγραφέα που έχει συγκινηθεί από την ιστορία της· μια ιστορία, όμως, που ο ίδιος έχει πλάσει κατά πώς τη φαντάζεται. Αυτό που πραγματικά έχει συμβεί θα το πληροφορηθούμε σταδιακά, ενόσω παρακολουθούμε την ηρωίδα σε μια διαδρομή αυτοπροσδιορισμού ενάντια σε όσες «εκδοχές» επιφυλάσσουν στο πρόσωπό της τα υπόλοιπα μέρη του δράματος.

Μοιρασμένο και αυτό το πιραντελικό δημιούργημα μεταξύ λαϊκότητας και εγκεφαλικών διατυπώσεων, βάζει τον σκηνοθέτη σε μια προκλητική δοκιμασία ισορροπίας. Μονομερής τονισμός της μελοδραματικής χροιάς του, θα προσέδιδε στο έργο μία ταυτότητα που δεν το χαρακτηρίζει. Ο Γιάννος Περλέγκας, φυσικά, δεν υπέπεσε σε τέτοιο σφάλμα· δεν φρόντισε όμως και να ισορροπήσει ανάμεσα στα δύο, με αποτέλεσμα στη σκηνή να βλέπουμε περισσότερο την εγκεφαλική πλευρά της πιραντελικής δραματουργίας.

Αναμενόμενα ίσως για όσους γνωρίζουν τη δουλειά του, ο σκηνοθέτης εστίασε στο φιλοσοφικό κομμάτι του έργου, χαρίζοντάς του μια γλαφυρή σκηνική παρουσία, που όμως απέβη σε σημεία εις βάρος της θεατρικότητας. Με τη «μνημειακή» της τοποθέτηση πάνω στις σκάλες του σκηνικού (Γεωργία Μπούρα), την ελάχιστη κίνηση των ηθοποιών και τη συντονισμένη υποκριτική τους σε ένα ύφος μάλλον αποστασιοποιημένο –όχι πάντως ψυχρό–, η παράσταση μεταδίδει μια εστέτ αίσθηση και μεταφέρει το έργο «στεγνό» στο θεατή, αφού ακόμη και οι «τονωτικές» ενέσεις –το χιούμορ, τα εμβόλιμα ιταλικά…– διατηρούν την ελιτίστικη ταυτότητα της παράστασης.

Από την άλλη, δεν γίνεται να μην αναγνωριστεί ότι το κείμενο –και κατ’ επέκταση οι προβληματισμοί του– ακούγεται σε όλη του την έκταση, και ο έπαινος πρέπει να αποδοθεί τόσο στη σκηνοθετική διδασκαλία όσο και στη σπουδαία παρουσία όλης της ερμηνευτικής ομάδας: Θανάσης Δήμου, Μαρία Πρωτόπαππα, Εύη Σαουλίδου, Θάνος Τοκάκης, Γιάννος Περλέγκας, Στέργιος Κοντακιώτης, Μάγδα Καυκούλα. Κατορθώνει, έτσι, έστω μέσα από την πολυπλοκότητά του, να εντυπωθεί στη σκέψη μας, αν όχι στην ψυχή μας. Αλλά, είπαμε, η ευθύνη βαραίνει και τον συγγραφέα, που σε αυτό το έργο φαίνεται να δίνει σχεδόν προσχηματικά στους προβληματισμούς του το «άλλοθι» μιας ιστορίας.

ΤΕΧΝΗΣ «ΚΑΡΟΛΟΣ ΚΟΥΝ» Φρυνίχου 14, Πλάκα, 2103222464. Διάρκεια: 120΄.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου

Σχετικά Θέματα