Ρεπορτάζ

Μπήκαμε στην πρόβα της «Τερέζ Ρακέν»

Από -

Το μυθιστόρημα του Εμίλ Ζολά «Τερέζ Ρακέν» ξεκινά ως μια ιστορία άγριων ενστίκτων, αποκαλύπτοντας όμως πολλά περισσότερα στη συνέχεια. Η Μαρία Κρύου μπήκε στην πρόβα της παράστασης που ανεβαίνει στις Ροές (από 14/2), μίλησε με τη σκηνοθέτιδα Λίλλυ Μελεμέ και τους ηθοποιούς Μαρία Κίτσου, Σοφία Σεϊρλή, Κώστα Βασαρδάνη και Θανάση Πατριαρχέα και αναμεταδίδει.

Γραμμένο το 1867, το μυθιστόρημα του Εμίλ Ζολά «Τερέζ Ρακέν», αν και θεωρήθηκε πορνογράφημα όταν πρωτοεκδόθηκε, έγινε στη συνέχεια ο καμβάς για πολλές τηλεοπτικές και κινηματογραφικές ιστορίες παράνομου έρωτα και τιμωρίας. Μια νέα γυναίκα, η Τερέζα, ζει στο Παρίσι με τον άντρα της, τον ασθενικό Καμίγ, και τη μητέρα του και θεία της κυρία Ρακέν. Σε μια από τις συγκεντρώσεις για ντόμινο στο σπίτι των Ρακέν, εμφανίζεται ο παλιός φίλος του Καμίγ, ο ζωγράφος Λοράν κι ένα αχαλίνωτο πάθος γεννιέται ανάμεσα σ’ εκείνον και την Τερέζα. Οι δύο εραστές –υπεράνω πάσης υποψίας– δολοφονούν τον Καμίγ και κατορθώνουν να παντρευτούν με τη συγκατάθεση της κυρίας Ρακέν. Παρότι, όμως, ξεφεύγουν από τη δικαιοσύνη, δεν μπορούν να ξεφύγουν από τη συνείδησή τους! Όσα συμβαίνουν είναι τεχνάσματα δύο σατανικών μυαλών ή μήπως υπάρχει κάποια βαθύτερη αιτία;

«Όπως ο Λοράν έτσι κι εμείς στην κανονική ζωή θέλουμε διάφορα πράγματα που δεν τα διεκδικούμε επειδή φοβόμαστε. Φοβόμαστε την κοινωνία, την οικογένειά μας… Αυτός το τολμάει χωρίς μέτρο και φτάνει και στα άκρα».

«Ο Ζολά, μπουχτισμένος από το συντηρητισμό και την καταπίεση της παρισινής κοινωνίας, μιλά στην ουσία για τον εγωισμό και την υποκρισία της, αλλά και για την τεράστια σύγκρουση ανάμεσα στο φαίνεσθαι και στο είναι», με βάζει στο θέμα η σκηνοθέτις της παράστασης Λίλλυ Μελεμέ την οποία συναντώ στις Ροές, σε ένα διάλειμμα της πρόβας. Λίγο αργότερα διαπιστώνω ότι κάθε σκηνή ποτίζεται με σασπένς και σ’ αυτό βοηθά η αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο, η οποία προχωρά την ιστορία και τη δράση, ενώ ταυτόχρονα αποκαλύπτει τις σκέψεις των ηρώων.

Μαρία ΚίτσουΗ Μαρία Κίτσου στο ρόλο της Τερέζ μοιάζει ιδανική: αφηνιάζει σαν άλογο πάνω στη σκηνή από την έξαψη και κουρνιάζει σαν σπουργίτι όταν φοβάται. Σκιαγραφεί μοναδικά την ψυχοσύνθεση της Τερέζ που ασφυκτιά μέσα στους κορσέδες της. Η αλήθεια είναι ότι της Μαρίας της πάνε πολύ οι «παράφορες ηρωίδες». Όπως μου είπε η ίδια, η Τερέζ Ρακέν είναι ένας ρόλος που ήθελε να συναντήσει: «Είναι ένα έργο που λατρεύω και ήθελα να το κάνω εδώ και χρόνια. Συμπονώ πολύ βαθιά την ηρωίδα που ερμηνεύω, μπορώ να καταλάβω τη στερημένη της ζωή, την ανάγκη της για έρωτα και την απελπισία της. Φεύγω από την πρόβα και την έχω συνέχεια μαζί μου. Αυτό που κάνει το έργο σύγχρονο είναι ότι στο κέντρο του είναι ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος είναι πάνω από την πολιτική και την οικονομία. Σκέψου πόσες γυναίκες ζουν σήμερα σαν την Τερέζ…»

Και η Σοφία Σεϊρλή που ερμηνεύει την πεθερά της Τερέζ μας βοηθά να κατανοήσουμε πώς η απελπισία μπορεί να οδηγήσει σε κάτι αποτρόπαιο: «Υπάρχει ένα έγκλημα πάθους στο έργο αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Η Τερέζ θέλει να ξεφύγει από την άθλια ζωή της δίπλα σ’ έναν φιλάσθενο, ευνουχισμένο από τη μάνα του άντρα και πέφτει στην αγκαλιά ενός συμφεροντολόγου. Το θέμα της συνείδησης κυριαρχεί στο έργο, κανένας δεν είναι αθώος».

Καθώς η ιστορία εξελίσσεται ο θεατής συνειδητοποιεί πως το έγκλημα δεν είναι ένα. Αυτό επιβεβαιώνει και ο Κώστας Βασαρδάνης, ο οποίος ερμηνεύει τον Καμίγ: «Στο έργο υπάρχουν πολλά εγκλήματα. Εκείνο της υπερπροστασίας, ενός αταίριαστου γάμου που γίνεται από συμφέρον προκειμένου η μάνα να έχει συντροφιά στα γεράματα. Είναι έγκλημα το ασφυκτικό περιβάλλον που δημιούργησε η κυρία Ρακέν για τον Καμίγ και την Τερέζ και μπορεί ο Ζολά να μην το τονίζει τόσο πολύ, πιστεύω, όμως, πως σε ένα σημερινό ανέβασμα του έργου πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη».

Σε κάθε σκηνή οι ήρωες ακροβατούν ανάμεσα στο τίποτε και στο παν, σε μια παράσταση που διατηρεί στοιχεία ρεαλιστικά, τα οποία όμως μεταλλάσσονται και μπολιάζονται με άλλες φόρμες συνεχώς, σαν μια ζύμη που αλλάζει μορφές… «Νιώθω σαν χύτρα ταχύτητας που ανοίγεις τη βαλβίδα και αρχίζει η εσωτερική αποσυμπίεση», μου λέει ο Θανάσης Πατριαρχέας που ερμηνεύει το ρόλο του γοητευτικού Λοράν. Και συνεχίζει: «Όπως ο Λοράν έτσι κι εμείς στην κανονική ζωή θέλουμε διάφορα πράγματα που δεν τα διεκδικούμε επειδή φοβόμαστε. Φοβόμαστε την κοινωνία, την οικογένειά μας… Αυτός το τολμάει χωρίς μέτρο και φτάνει και στα άκρα».

Ημίφως, σκιές και περιγράμματα κλουβιών, κουρτίνες και τραπέζια, η θαμπή ατμόσφαιρα ενός νεκροτομείου… Η σκηνογραφική αντιμετώπιση του Κωνσταντίνου Ζαμάνη και οι φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα συμβάλλουν τα μέγιστα στη δημιουργία μιας αίσθησης μυστηρίου. Άλλωστε το έργο έχει έντονα στοιχεία θρίλερ, ενώ δεν λείπει και το χιούμορ το οποίο πάντα παρεισφρέει με χαρακτηριστικό τρόπο στις παραστάσεις της Λίλλυς Μελεμέ. Η δε μουσική του Μίνου Μάτσα, όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο Κώστας Βασαρδάνης, «δημιουργεί ένα κλίμα απειλητικό και ταυτόχρονα ανάλαφρο. Δεν είναι μουσική που υπογραμμίζει με έναν τρόπο κραυγαλέο. Οι ήχοι είναι φαινομενικά αθώοι και ξαφνικά κορυφώνονται για να πυροδοτήσουν υπογείως την αγωνία»…

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου