Άποψη

«Μήδεια»: Είδαμε την εναρκτήρια παράσταση της Ερευνητικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου

Από -

 Η παράσταση «Μήδεια» του Ευριπίδη – Medea’s Son(g)s» της Μάρθας Φριντζήλα  εγκαινίασε την Ερευνητική Σκηνή του Εθνικού στο Θέατρο Rex – Σκηνή «Κατίνα Παξινού»
Η παράσταση «Μήδεια» του Ευριπίδη – Medea’s Son(g)s» της Μάρθας Φριντζήλα εγκαινίασε την Ερευνητική Σκηνή του Εθνικού στο Θέατρο Rex – Σκηνή «Κατίνα Παξινού»

Με τη «Μήδεια» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία της Μάρθας Φριντζήλα, που προβλήθηκε σε ζωντανή μετάδοση (live streaming) από τη σκηνή «Κατίνα Παξινού» του Rex την Κυριακή 10 Ιανουαρίου, ξεκίνησε τη λειτουργία της η Ερευνητική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Η δημιουργία της υπήρξε ένας από τους πρωταρχικούς στόχους του καλλιτεχνικού διευθυντή, Δημήτρη Λιγνάδη, την οποία είχε ανακοινώσει ήδη στην πρώτη του συνάντηση με τους δημοσιογράφους, μόλις ανέλαβε τη διεύθυνση του Εθνικού.

Μετά την κατάργηση της Πειραματικής Σκηνής που είχε λειτουργήσει επί της προηγούμενης διεύθυνσης του Στάθη Λιβαθινού, η Ερευνητική Σκηνή ήρθε να συνεχίσει με το δικό της τρόπο την ανάγκη της θεατρικής έρευνας, με τη διαφορά πως η νέα αυτή σκηνή θα στραφεί αποκλειστικά στα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, δηλαδή στο αρχαίο δράμα κατ’ αρχήν (τραγωδία και κωμωδία), αλλά και στις υπόλοιπες εκφάνσεις της (ιστορικά κείμενα, ποίηση κλπ.). Η στόχευση αυτή συνάδει με κάτι που έχει πολλάκις τονίσει ο Δημήτρης Λιγνάδης, δηλαδή με το όραμα της (εκ)παίδευσης του κοινού, μιας «δια βίου μάθησής» του μέσω της αρχαιοελληνικής πνευματικής παρακαταθήκης. Αυτό το όραμα επανέλαβε ο Λιγνάδης στη σύντομη παρουσίαση που προηγήθηκε της παράστασης, ενώ συμπλήρωσε πως η Ερευνητική Σκηνή, αναδεικνύοντας τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, φιλοδοξεί να αποτελέσει πόλο έλξης και ενός διεθνούς κοινού - μία σκέψη, κατά την άποψή μας, απολύτως θεμιτή, αρκεί ο προσανατολισμός της να μην υποκύψει στη λογική ενός φολκλορικού, κατ’ επίφαση πνευματικού «brand name» που θα υπακούει στους νόμους της τουριστικής αγοράς.

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου Δημήτρης Λιγνάδης
Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου Δημήτρης Λιγνάδης

Αυτό το όραμα επανέλαβε ο Λιγνάδης στη σύντομη παρουσίαση που προηγήθηκε της παράστασης, ενώ συμπλήρωσε πως η Ερευνητική Σκηνή, αναδεικνύοντας τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, φιλοδοξεί να αποτελέσει πόλο έλξης και ενός διεθνούς κοινού - μία σκέψη, κατά την άποψή μας, απολύτως θεμιτή, αρκεί ο προσανατολισμός της να μην υποκύψει στη λογική ενός φολκλορικού, κατ’ επίφαση πνευματικού «brand name» που θα υπακούει στους νόμους της τουριστικής αγοράς.

Το γεγονός πως στόχος είναι η έρευνα (Ερευνητική) και όχι απαραιτήτως ο πειραματισμός (Πειραματική) διευρύνει το πεδίο εργασίας της εν λόγω Σκηνής, αλλά ταυτόχρονα θέτει σε επισφάλεια τους στόχους της: μια που κάθε παράσταση θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ερευνητική, ειδικά όσον αφορά στο είδος του αρχαίου δράματος, θα πρέπει να γίνει συνειδητή προσπάθεια ώστε η Ερευνητική Σκηνή να μην καταλήξει ένας «κοινός» τόπος, αλλά ένας «καινός» τόπος, όπως τόνισε και ο Δημήτρης Λιγνάδης στην προλογική του παρουσίαση. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι η ιστορία των αραστάσεων αρχαίου δράματος στην Ελλάδα έχει δείξει ότι ακόμη και οι ερευνητικές παραστάσεις, στην πλειοψηφία τους, πειραματίζονται κυρίως με τη φόρμα, ενώ φαίνονται απρόθυμες να επιδείξουν ανάλογη τόλμη απέναντι στην πρωτοκαθεδρία του αρχαίου λόγου/κειμένου.

Η Μάρθα Φριντζήλα με τους Θάνο Τοκάκη και Ανδρέα Κωνταντίνου
Η Μάρθα Φριντζήλα με τους Θάνο Τοκάκη και Ανδρέα Κωνταντίνου

Περνώντας στην παράσταση της «Μήδειας», το γεγονός ότι η πρεμιέρα της προβλήθηκε διαδικτυακά λόγω του lockdown, έστω και σε live streaming, απαγορεύει κάθε κριτική αποτίμηση. «Εγώ δεν αισθάνθηκα ότι έκανα θέατρο σήμερα» τόνισε χαρακτηριστικά ο Ανδρέας Κωνσταντίνου, ένας εκ των ηθοποιών, στη συζήτηση που ακολούθησε. Πράγματι, η διάδραση μεταξύ θεατών και ερμηνευτών δεν είναι απλώς ένας ψυχολογικός παράγοντας, αλλά η απουσία της επιδρά αποφασιστικά στην εξέλιξη και στην πρόσληψη του σκηνικού θεάματος, αφού έχει καταργηθεί η ίδια η ουσία του θεάτρου. Αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει να ξεχαστεί υπό το πρίσμα των όποιων πλεονεκτημάτων (γιατί σαφώς υπάρχουν και τέτοια και αφορούν κυρίως την προσβασιμότητα) που προσφέρει η προβολή μιας παράστασης.

Έπειτα, ένα ακόμη θέμα που έχει προκύψει στην covid+ εποχή που διανύουμε είναι η επίδραση της κοινωνικής συγκυρίας στην καλλιτεχνική ταυτότητα των παραστάσεων. Η σκηνοθέτις, και μία από τους ερμηνευτές, Μάρθα Φριντζήλα, επιβεβαίωσε στην ίδια συζήτηση ότι κάποιες από τις επιλογές όσον αφορά την τοποθέτηση των ηθοποιών στο χώρο δράσης προέκυψαν από την ανάγκη τήρησης αποστάσεων ασφαλείας, ενώ αρχικά υπήρχαν διαφορετικές σκέψεις για την απόδοση των σκηνών. Σε αυτό συνηγορεί η συνολική ταυτότητα της παράστασης, που ήθελε τη «Μήδεια» να αποδίδεται από τρεις όλους κι όλους ηθοποιούς (συν τρεις μουσικούς), να υπακούει σε ένα μετωπικό κατά βάση στήσιμο και να συλλαμβάνεται κυρίως ως μουσικό/αφηγηματικό έργο παρά ως έργο δράσης.

Δεν ισχυριζόμαστε βεβαίως πως η όποια σκηνοθετική οπτική θα μετατοπίζεται εξαιτίας των δεδομένων της πανδημίας, το γεγονός, όμως, πως οι παραστάσεις σχεδιάζονται πλέον με έναν επιπλέον παράγοντα κατά νου εκτός του καλλιτεχνικού οράματος, αυτόν της τήρησης μέτρων ασφαλείας, ή το γεγονός πως το ίδιο το ρεπερτόριο μπορεί να καθορίζεται τα προσεχή χρόνια με γνώμονα τη σκηνική ευελιξία των έργων (ολιγοπρόσωπα, μονόλογοι κλπ.) είναι σημεία που θα καταγραφούν στην παγκόσμια ιστορία της θεατρικής πρακτικής, και ίσως αποδειχθούν το σημαντικότερο σημείο καμπής για το θέατρο του 21ου αιώνα. Ένα είναι το σίγουρο: βρισκόμαστε εν μεσω ενός φαινομένου σε εξέλιξη, γι’ αυτό και οι όποιες διατυπώσεις, διαπιστώσεις ή αποτιμήσεις είναι μεν χρήσιμες, όμως δεν (μπορούν να) είναι τελεσίδικες.