Κριτική

Μερικοί το προτιμούν καυτό

Από -

Χολιγουντιανό κι επιθεωρησιακό, θεαματικό και λαϊκό, το –γνωστό από την κινηματογραφική του μεταφορά– αμερικανικό μιούζικαλ έχει «ελληνική καρδιά», εντυπωσιακά σκηνικά, αξιοπρόσεκτες ενορχηστρώσεις, καλοκουρδισμένο θίασο και τον ασυναγώνιστο ατακαδόρο Γιάν­νη Ζουγανέλη σε μεγάλα κέφια.

O ταν ο Σταμάτης Φασουλής ανέβασε πριν από λίγα χρόνια «Το κλουβί με τις τρελές», συμφιλίωσε τα ασυμφιλίωτα: τον επαγγελματισμό μιας ξενόφερτης­ μουσικοθεατρικής υπερπαραγωγής με τους αυτοσχεδιαστικούς κώδικες της λαϊκής ελληνικής επιθεώρησης. Κάτι ανάλογο κάνει και τώρα: στήνει αυτό το αμερικανικό μιούζικαλ με όρους υπερθεάματος (παραγωγή Μπρόντγουεϊ θυμίζουν τα σκηνικά της αμαξοστοιχίας και του κότερου υπό το φως της πανσελήνου, διά χειρός Γ. Γαβαλά, Γ. Μουρίκη) αλλά παλμό επιθεωρησιακό.
Λογικό, αφού ο Φασουλής υπήρξε ένας από τους διαπρεπείς πρωτεργάτες του κηποθεατρικού –και δη επιθεωρησιακού– Ελεύθερου Θεάτρου. Σκηνοθετεί, λοιπόν, κάθε σκηνή σαν αυτοτελές σκετς, καθοδηγεί κάθε ηθοποιό στην ερμηνεία ενός χαρακτηριστικού κωμικού τύπου και μπολιάζει το αμερικανικό είδος της μουσικής κωμωδίας με ενέσεις επιθεωρησιακού σκώμματος, τσαχπίνικου βουλεβάρτου και σεξο-κωμικής φάρσας, κάτι που γίνεται ολοφάνερο στην ερμηνεία του απολαυστικά πληθωρικού Γιάννη Ζουγανέλη. Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα και αυθεντική προσπάθεια δημιουργίας ενός ελληνικού ψυχαγωγικού θεάματος μεγάλης κατανάλωσης, έστω κι αν οι πνευματώδεις ατάκες του πρωτοτύπου και το ιστορικο-πολιτικο-κοινωνικό πλαίσιο (ο ζόφος της ποτοαπαγόρευσης) υποχωρούν κάτω από τη λάμψη του θεάματος, την υποκριτική υπερβολή­ και τη λαϊκότητα του λόγου.
Θα ήταν όμως εντελώς άστοχο και νόθο αν προσπαθούσαν, λόγου χάρη, να μιμηθούν ο Γιάννης Ζουγανέλης τον Τζακ Λέμον, ο Θοδωρής Αθερίδης τον Τόνι Κέρτις και η Ζέτα Μακρυπούλια τη Μέριλιν Μονρόε. Τουναντίον, ο Ζουγανέλης παίζει το διπλό ρόλο Τζέφρι/Δάφνη μέσα σε έναν αυτοσχεδιαστικό οίστρο, με ατάκες όπως «είμαστε μέσα σε βυζοθύελλα!» και κλοτσοπατινάδες­, κρυφοκοιτάγματα προς το κοινό κι επικοινωνιακή αμεσότητα. Ο Αθερίδης υιοθετεί το ύφος του συμπαθητικού, μπλαζέ και μαραμένου ζεν πρεμιέ, δίχως όμως να πείθει απόλυτα πως ήταν η ιδανική επιλογή για τον μπαγαπόντη Τζο/Τζόζεφιν, ενώ η Ζέτα Μακρυπούλια, παρά τη σκηνική ψυχρότητα και την ερμηνευτική ακαμψία της, δείχνει να έχει δουλέψει με ζήλο το ρόλο της όμορφης ξανθιάς Σούγκαρ.
Η φωνή της είναι αξιόλογη στο τραγούδι, όχι όμως και όταν ακκίζεται. Ο Βουτσάς συγκροτεί το ρόλο του εκατομμυριούχου που ερωτεύεται τη Δάφνη/Τζέφρι γύρω από την ανάμνηση του παλιού του ταμπεραμέντου: μιλά σβέλτα, λαχανιάζει, πετάει την ατάκα «έχω και κότερο, πάμε μια βόλτα;» και κλείνει το μάτι στο κοινό. Η Νάντια Κοντογιώργη (Σουίτ Σου) πείθει πως διαθέτει τόσο την παιδεία όσο και το ταλέντο για ρόλους μουσικού θεάτρου, ενώ ο Λευτέρης Ελευθερίου (Σπατς) κλέβει αρχικά τις εντυπώσεις, αλλά σύντομα εγκλωβίζεται στο σχήμα του κουτσαβάκη μαφιόζου.
Ωραίες είναι οι χορογραφίες του Φωκά Ευαγγελινού, οι οποίες εκτελούνται με άνεση από τον δεκαεξαμελή θίασο, αξιοπρόσεκτες οι ενορχηστρώσεις του Αλέξιου Πρίφτη και υποδειγματικά παιγμένες από τη δεκαμελή ορχήστρα, συνεπή τα κοστούμια της Ντένης Βαχλιώτη κι εύστοχοι οι εξελληνισμένοι στίχοι της Αφροδίτης Μάνου («Η καρδιά είν’ του μπαμπά μου» αντί για το διάσημο «My heart belongs to daddy»).

ΠΑΛΛΑΣ Βουκουρεστίου 5, 2103213100. Διάρκεια: 150΄. Μέχρι 6/1.