Μάριος Ποντίκας: «Θα μπορούσα να γράψω ένα έργο μόνο με στεναγμούς, κραυγές, γέλια και κλάματα!»

Από -

Θαλερός και τολμηρός, εύστοχος και καυστικός, ο Μάριος Ποντίκας, από τους πρωτοπόρους συγγραφείς του θεάτρου της Μεταπολίτευσης, μας μιλά με αφορμή το έργο του «Θεατές» (1978), το οποίο ανεβαίνει στο Εθνικό θέατρο για να μας θυμίσει πως μάλλον δεν ξεπεράσαμε ποτέ τη μετεμφυλιακή μας απάθεια και αδράνεια.

Ένας ανάπηρος μικροπωλητής, θύμα του εμφυλίου, δολοφονείται από τη σύζυγό του η οποία εν συνεχεία αυτοκτονεί, ενώ ο ένοικος του διπλανού δωματίου παρακολουθεί όσα συμβαίνουν από μια τρύπα στον τοίχο. Πώς προέκυψε το θέμα των «Θεατών» σας; Θα μπορούσε να είναι αληθινό το περιστατικό;

Ό,τι συμβαίνει στο έργο είναι εφεύρημα του νου και προϊόν δραματουργικής επεξεργασίας του υλικού που προέκυψε. Βέβαια, δεν αποκλείεται και να έχει συμβεί. Άλλωστε, το ζήτημα που θίγει το έργο, σ’ ένα δεύτερο νοηματικό επίπεδο, δηλαδή η έλλειψη αξιοπρέπειας στη ζωή, η εξαθλίωση της ζωής και η εξ αυτής απελπισία είναι πολύ σοβαροί λόγοι για να φτάσει κανείς εκεί που έφτασε η γυναίκα του μικροπωλητή.


Είναι το άθλιο ξενοδοχείο των « Θεατών» ένα σύμβολο της ίδιας της Ελλάδας του 1978; Είναι οι αντι-ήρωες του έργου πρόσωπα-σύμβολα του μετεμφυλιακού Έλληνα;


Δεν το αποκλείω. Όχι μόνο σύμβολα της μετεμφυλιακής Ελλάδας αλλά και της Ελλάδας που έρχεται. Σε κάθε περίπτωση, εξαρτάται από τον θεατή της παράστασης, από την ανάγνωση που ο ίδιος θα κάνει. Αυτός θα βρει τις αναλογίες του τότε και του σήμερα, αυτός θα κάνει την αναγωγή. Εγώ δεν το επιδίωξα, δεν ήταν στις προθέσεις μου. Αυτό που θέλησα δεν ήταν βέβαια να αναπαραστήσω ένα φονικό, μιαν αυτοκτονία και τη θέασή τους, αλλά να χρησιμοποιήσω την αφήγησή τους για να επισημάνω την αναισθησία του θεάσθαι, το θεάσθαι τον κόσμο απαθώς – που αποτελεί και το κύριο νοηματικό επίπεδο του έργου. Αυτός ήταν ο στόχος μου: να καταγγείλω και να σαρκάσω το «θεατής και αμέτοχος εκ του μακρόθεν» όπως… συμπεραίνει και ο «θεατής» του δράματος που εκτυλίσσεται στο διπλανό δωμάτιο. Πρόκειται για ένας είδος τηλεοπτικής πρόσληψης των γεγονότων, για την αυτοκαταστολή της ομοιοπαθητικής συμμετοχής – και συνεπώς την αδρανοποίηση της όποιας αντίδρασης – είτε άτομα υποφέρουν είτε μια χώρα…
Πώς θα περιγράφατε με μια πρόταση, την Ελλάδα της εποχής που διαδραματίζεται το έργο σας και πώς τη σημερινή;

Μόνο με μια πρόταση; Θα το αποφύγω, δεν μου αρέσουν οι αφορισμοί, οι γενικεύσεις. Θα καταφύγω όμως στον Καβάφη, η ποίηση λέει πολλά, και με όσα δε λέει: «Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ μεγάλα κ’ υψηλά γύρω μου έχτισαν τείχη. Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ, άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τώρα τρώγει αυτή η τύχη.»

Μαζί με τον Ιάκωβο Καμπανέλλη, τη Λούλα Αναγνωστάκη, τον Γιώργο Σκούρτη, τον Δημήτρη Κεχαϊδη, τον Βασίλη Ζιώγα, τον Γιώργο Διαλεγμένο κ.α υπήρξατε το βαρύ πυροβολικο του θεάτρου της Μεταπολίτευσης. Πόσο «χρήσιμοι» μπορεί να είναι για το σημερινό κοινό της κρίσης, της ανεργίας και της νεοναζιστικής ανόδου οι «Θεατές» και γενικότερα το έντονα πολιτικοποιημένο θέατρο εκείνης της περιόδου; Πιστεύετε, ως καλλιτεχνική γενιά, ότι αφήσατε κάποιους συγγραφείς;

Θα προσθέσω στο…βαρύ πυροβολικό, έχω χρέος να το κάνω, τον Μήτσο Ευθυμιάδη, τον Γιάννη Χρυσούλη, τον Δημήτρη Κορδάτο. Και αστειευόμενος, θα διαχωρίσω τη θέση μου από την πυροβολαρχία αυτή και θα πω ότι εγώ είμαι ένας απλός πεζικάριος, ένας τυφεκιοφόρος για μάχες εκ του συστάδην. Και για να σοβαρευτώ: κάτι πρέπει να αφήσαμε – με την έννοια ότι από το θεατρολογικό σύμπαν εκείνης της περιόδου αναπτύχθηκαν ερωτήματα, θεωρητικά ζητήματα, αναθεωρήσεις, νέες ανάγκες για θεατρική έκφραση κλπ. που ανέδειξαν συγγραφείς (πχ. Βασίλης Κατσικονούρης, Γιάννης Μαυριτσάκης) αλλά και σκηνοθέτες, ηθοποιούς κλπ. Όσο για το έργο μου «Θεατές» στη σημερινή πραγματικότητα, δεν πρέπει να είμαι εγώ που θα υποδείξω τη χρησιμότητά του αλλά οι ΘΕΑΤΕΣ της παράστασης.
Αυτούς περιμένω κι εγώ για να σιγουρευτώ γι ό,τι ενδόμυχα ελπίζω: ότι κάτι σοβαρό έχει να πει το έργο στο σημερινό κοινό, ιδίως σ’ αυτό και ιδιαίτερα σήμερα που η σύγχυση, ο φόβος για το επερχόμενο, η ανασφάλεια, η οργή, η λύπη, η μεταμέλεια, η αρχόμενη ταχέως εξαθλίωση, έχουν ανακατευτεί, έχουν γίνει ένα κουβάρι και οδηγούν στην απάθεια. Στην παθητικότητα. Στην κατά κράτος αποδοχή των πραγμάτων…Αν λοιπόν έχει κάτι να πει το έργο, που το εύχομαι, το ξαναλέω, εγείρεται ίσως ένα ζήτημα: πώς το λέει! Ποιος είναι ο τρόπος του για να το πει; Είναι σύγχρονος ο τρόπος ή είναι παλιός; Μία απάντηση έχω, που αποτελεί και πάγια θέση μου: Ασχέτως του τρόπου γραφής του, ένα έργο είναι η παράστασή του και μόνον αυτή! Αυτή θα αναδείξει τη διαχρονικότητά του, την αποτελεσματικότητα του σε βάθος χρόνου. Και να υπογραμμίσω, με την ευκαιρία, ότι δεν είμαι οπαδός κανενός τρόπου γραφής και κανενός τρόπου παράστασης. Ως θεατής, μου αρκεί να βλέπω και να αισθάνομαι ότι το κείμενο και η παράστασή του έχουν γερό καλλιτεχνικό υπόβαθρο και δεν είναι απομιμήσεις. Ως δημιουργός, δεν προαποφασίζω τον τρόπο αλλά ακολουθώ αυτόν που νομίζω ότι μου υποδεικνύει το θέμα. Είπα πρόσφατα ότι θα μπορούσα να «γράψω» ένα έργο με στεναγμούς, ανάσες, κραυγές άναρθρες, ρόγχους, γέλια, κλάματα κλπ. Χωρίς την παραμικρή λέξη.
Πώς σας φαίνεται το πληθωρικό τοπίο του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου των 350 σκηνών και των 500 παραστάσεων ανά σεζόν;
Είναι πληθωρικό πράγματι το τοπίο, εντούτοις από αυτό το τοπίο αναδείχτηκαν και θα αναδειχτούν οι νέες προτάσεις. Εγώ λέω ευτυχώς γιατί έτσι δημιουργείται πολυφωνία, συντελούνται ζυμώσεις, αναπτύσσεται η άμιλλα. Όπου κυριαρχεί η μία φωνή τα πράγματα πεθαίνουν. Έτσι δεν είναι;

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης