Συνέντευξη

Μάνος Καρατζογιάννης: «Έχω ανάγκη να ανήκω στη φυλή του θεάτρου»

Από , -

Δύο χρόνια έχουν περάσει από τη στιγμή που ο Μάνος Καρατζογιάννης ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση του Θεάτρου Σταθμός. Ένας νέος άνθρωπος που έχει καταφέρει με την μοναδική δημιουργική ενέργεια που τον διακρίνει να έχει ήδη μια αξιοπρόσεκτη πορεία ως ηθοποιός, ενώ έχει κάνει στιβαρά βήματα και ως σκηνοθέτης. Στην κουβέντα μας συζητήσαμε για τα πάντα: Για τις «Φυλές» της Νίνα Ρέιν όπου πρωταγωνιστεί σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαργιά και φέτος επιστρέφουν για δεύτερη συνεχή χρονιά με ανανεωμένο καστ -στο πλευρό των Βαγγελιώς Ανδρεαδάκη, Δημήτρη Κουρούμπαλη, Ελένης Μολέσκη θα δούμε τους Νίκο Γεωργάκη και Καλλιόπη Παναγιωτίδου-, για τη Λούλα Αναγνωστάκη, για την επικοινωνία, την αγάπη, την εγγύτητα αλλά για όλα αυτά που μπορούμε να κάνουμε και οφείλουμε να κάνουμε για να γίνουμε καλύτεροι τόσο μέσα από το θέατρο όσο και έξω από αυτό...

Πόσες φορές έχεις συνεργαστεί με τον Τάκη Τζαμαργιά, που τώρα παίζεις στις «Φυλές» του;
Πρώτη φορά συνεργαστήκαμε πριν από 10 χρόνια. Οι «Φυλές» είναι η πέμπτη συνεργασία μας. Η πιο πρόσφατη ήταν πριν από πέντε χρόνια όταν παρουσιάσαμε για πρώτη φορά το έργο του Σάιμον Στίβενς «Ποιός σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα», όπου κρατούσα το ρόλο του Κρίστοφερ. Μετά ήρθαν έτσι τα πράγματα που δεν καταφέραμε να συνεργαστούμε ξανά, αν και κρατούσαμε σταθερή επαφή.

Πώς νιώθεις που συνεργάζεστε ξανά και πώς εξελίσσεται η καλλιτεχνική σας σχέση από την πρώτη σας συνεργασία μέχρι σήμερα;
Είναι από τα άτομα που χαίρομαι πολύ που ξανασυναντάω στη δουλειά. Η καλλιτεχνική μας σχέση στηριζόταν πάντα στον αμοιβαίο σεβασμό. Εγώ αυτό ήταν που ένιωσα στην πρόβα, αυτή τη φορά βέβαια μόνο με την ιδιότητα του ηθοποιού. Ο Τάκης μου έδωσε χώρο ως σκηνοθέτης, σεβόμενος την προσωπικότητα μου όπως διαμορφώθηκε τα τελευταία χρόνια, αντίστοιχα με το χώρο που μου έδωσε και ως ηθοποιός την πρώτη φορά που συνεργαστήκαμε.

Πώς βλέπεις τώρα πια τους ρόλους που καλείσαι να ερμηνεύσεις, έχοντας πλέον και τη ματιά του σκηνοθέτη;
Επειδή ασχολούμαι και με τη δραματουργία και με τη σκηνοθεσία μοιραία το βλέπω από όλες τις οπτικές. Θα ήταν ψέμα να πω ότι δεν περνάνε από το μυαλό μου σκέψεις αναφορικά με το κείμενο, τους χαρακτήρες και τις σχέσεις ανάμεσα τους, αλλά όταν ερμηνεύω ένα ρόλο υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες κάποιου άλλου, είμαι συγκεντρωμένος μόνο σε αυτό. Γιατί θεωρώ ότι η ενέργεια μου οφείλει να είναι στραμμένη στο ζητούμενο κάθε φορά. Μόνο αν μου ζητηθεί θα εκφράσω τη γνώμη μου. Στην περίπτωση του Σταθμού, βέβαια, επειδή έχω την καλλιτεχνική ευθύνη του θεάτρου και βρήκα το έργο της Νίνα Ρέιν και το πρότεινα στον Τάκη Τζαμαργιά, τα πράγματα είναι ίσως λίγο διαφορετικά. Ωστόσο, ήταν ξεκάθαρη η ιδιότητα μου σε άλλες παραστάσεις που δούλεψα και φέτος και πέρυσι ως ηθοποιός.

«Η ετερότητα είναι ένα πολύ σημαντικό μήνυμα που υπηρετεί ξεκάθαρα η σύγχρονη δραματουργία σε όλο τον κόσμο και που είναι ζητούμενο και της ελληνικής κοινωνίας πια, αλλά και της Ευρώπης, όπου καλπάζουν η ακροδεξιά και ο νεοφασισμός».

Ποιό ρόλο ερμηνεύεις στις «Φυλές»;
Ερμηνεύω το ρόλο του Μπίλι, ο οποίος προσπαθεί να ενσωματωθεί στο πατρικό του σπίτι, έχοντας μόλις επιστρέψει από το πανεπιστήμιο. Το σημαντικό για τον Μπίλι είναι ότι είναι εκ γενετής κωφός. Οι γονείς του, προσπαθώντας να αμβλύνουν τις συνέπειες της διαφορετικότητας του, τον έχουν μεγαλώσει διαβάζοντας χείλη και μη μαθαίνοντας νοηματική. Σε αναζήτηση της ταυτότητας του, επισκέπτεται την έκθεση μίας κωφής καλλιτέχνιδας κι εκεί γνωρίζει τη Σύλβια. Την ερωτεύεται και εκείνη τον μυεί στην κοινότητα των κωφών, μαθαίνοντας του τη νοηματική γλώσσα. Υπάρχει μια διχογνωμία σε σχέση με την εκμάθηση της νοηματικής ανάμεσα στους γονείς των κωφών παιδιών. Στο πλαίσιο της έρευνας που έκανα διάβασα ένα βιβλίο του παγκοσμίως γνωστού καθηγητή νευρολογίας Όλιβερ Σακς σχετικά με αυτό το θέμα, το «Βλέποντας φωνές», το οποίο τάσσεται υπέρ των γονέων που πιστεύουν ότι είναι απαραίτητη η εκμάθηση της νοηματικής, αλλά και υπέρ εκείνων που πιστεύουν το αντίθετο, όπως και οι γονείς του Μπίλι. Η νοηματική, όμως, δίνει τη δυνατότητα στο άτομο να συνδέσει τις σκέψεις και να εκφράσει τον ψυχικό του κόσμο. Είναι μία γλώσσα πολύ συναισθηματική. Εκεί με βοήθησε πάρα πολύ ο Κωνσταντίνος Σαμαράς, ο δάσκαλος μου για τη νοηματική, γιατί έπρεπε να μάθω πάρα πολλές λέξεις και ολόκληρες προτάσεις. Είναι δύο σκηνές που μιλάω σχεδόν μόνο στη νοηματική. Κι αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα δώρα που μου έχει κάνει αυτή η δουλειά αλλά και μια μεγάλη πρόκληση για μένα να μάθω σωστά τεχνικά τη γλώσσα, αλλά να μπω και στον ψυχισμό της. Γιατί δεν είναι απλώς κινήσεις. Εκφράζεις το οποιοδήποτε αίσθημα με όλο σου το σώμα, με το πρόσωπο, τα μάτια, τα χείλη, τα δάχτυλα.

Είναι πολύ σημαντικό ότι ανεβάζετε στη σκηνή ένα μέρος της πραγματικότητας που αντιμετωπίζει η κοινότητα των κωφών...
Είναι στόχος του θεάτρου να επικεντρωθούμε σε ζητήματα ετερότητας και διαφορετικότητας. Ζητήματα τα οποία με αφορούν και μένα πολύ ως ηθοποιό, γι’ αυτό και μία από τις πέντε θεματικές ενότητες του καλλιτεχνικού μας προγράμματος είναι η ετερότητα. Ένα πολύ σημαντικό μήνυμα που υπηρετεί ξεκάθαρα η σύγχρονη δραματουργία σε όλο τον κόσμο και που είναι ζητούμενο και της ελληνικής κοινωνίας πια, αλλά και της Ευρώπης, όπου καλπάζουν η ακροδεξιά και ο νεοφασισμός. Στο πλαίσιο αυτό ανεβαίνει ξανά και η παράσταση «Αυτά που αγαπώ» που σκηνοθετώ με τους μαθητές μου με νοητική στέρηση, αυτισμό και σύνδρομο Ντάουν από το Εργαστήρι του Ιδρύματος Βουδούρη, και φυσικά οι «Φυλές» της Νίνα Ρέιν. Ένα πολυεπίπεδο έργο που μιλάει για την ανάγκη να ανήκεις σε κάποια φυλή, για τον κλειστό χαρακτήρα που έχουν οι φυλές, για το πόσο εύκολα όλοι μας μπορούμε να κρίνουμε ο ένας τον άλλον και για το πόσο ρατσιστές μπορούμε να γίνουμε. Που πέραν της ετερότητας, χαρακτηρίζεται από πολύ χιούμορ, συγκίνηση, ανθρωπιά και είμαστε πολύ χαρούμενοι που ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Γι’ αυτό και ο Μπίλι ζητάει ξεκάθαρα από την οικογένεια του να μπει στη θέση του. Να μιλήσει τη δική του γλώσσα, τη νοηματική, αλλιώς δεν πρόκειται να υπάρξει κανένας διάλογος μεταξύ τους. Αυτό είναι το μήνυμα του έργου και ίσως και το μήνυμα της εποχής, η ενσυναίσθηση. Δηλαδή πόσο μπαίνουμε ο ένας στη θέση του άλλου, σε μια εποχή που είναι αποσπασματική λόγω της βιασύνης και της αγωνίας της καθημερινότητας, που δεν έχουμε τόσο χώρο και που δεν επικοινωνούμε βαθιά μεταξύ μας. Αυτό εκ των πραγμάτων είναι μία πρόκληση για μας. Να μπορέσουμε να επικοινωνήσουμε με τον κόσμο αυτό το μη λεκτικό κομμάτι του έργου. Το κομμάτι της μη λεκτικής επικοινωνίας που είναι και η βάση της υποκριτικής.

Μείνατε κοντά στο πρωτότυπο κείμενο της Νίνα Ρέιν;
Πολύ. Προσωπικά έχω μια τέτοια μανία με τα κείμενα αλλά και ο Τάκης Τζαμαργιάς, που στις πρόβες του δουλεύει πολύ το λόγο και τις σχέσεις, έχοντας παράλληλα ασχοληθεί με τη βρετανική δραματουργία. Μαζί προσπαθήσαμε να εστιάσουμε στην ουσία του κειμένου και η μετάφραση της Έρις Κύργια ήταν ιδανική για να επιτύχουμε το στόχο μας.

«Γιατί υπάρχουν πολύ σημαντικά έργα νέων ανθρώπων και ο κόσμος θέλει να ακούσει το αίσθημα στη γλώσσα του, όπως και οι νέοι ηθοποιοί που ξεκινούν τώρα. Το νεοελληνικό έργο, παρόλα αυτά, χρειάζεται κάτι που λείπει από όλους μας όσοι ασχολούμαστε με το θέατρο, από όλες τις ιδιότητες. Γενναιοδωρία. Λείπει η γενναιοδωρία στις μέρες μας και λείπει και από τη φυλή μας».

Οι θεατές θα βρουν σημεία επαφής με τους χαρακτήρες;
Νομίζω ότι θα ταυτιστούμε όλοι με τους χαρακτήρες τον πατέρα, τη μητέρα, τα αδέλφια, νέους ανθρώπους που θέλουν να προχωρήσουν κόντρα στις αντιξοότητες της κοινωνίας και συχνά χωρίς να έχουν τη δομή από την οικογένεια τους να το κάνουν. Για όλους αυτούς τους λόγους, το έργο πιάνει πάρα πολύ το ρυθμό και τον παλμό του σήμερα, αλλά την ίδια στιγμή πιστεύω ότι θα αντέξει στο χρόνο. Η Νίνα Ρέιν έχει αποσπάσει πολλά βραβεία διεθνώς, ακριβώς επειδή κατάφερε να καταθέσει με έναν απλό τρόπο μία υψηλή δραματουργία. Πιστεύω ότι είναι ένα έργο για όλη την οικογένεια, που σίγουρα ένας έφηβος μπορεί να το παρακολουθήσει, καθώς προσεγγίζει θέματα όπως η επικοινωνία και η εγγύτητα. Το πόσο δύσκολη είναι η επικοινωνία όταν έρχεσαι κοντά με τους άλλους. Πάνω σ’ αυτό, η Νίνα Ρέιν έχει βρει μια συγγένεια με τον Πίντερ.

Μάνος Καρατζογιάννης Εν τέλει η επικοινωνία επιτυγχάνεται ανάμεσα στα μέλη αυτής της οικογένειας;
Το έργο κλείνει με κατάφαση. Κλείνει με τη λέξη αγάπη. Και η αγάπη πάντα ανοίγει δρόμους. Πάντα φέρνει πιο κοντά τους ανθρώπους. Σίγουρα όλα τα πρόσωπα του έργου διανύουν μία διαδρομή που στο τέλος τα φέρνει πιο κοντά. Δεν λύνονται βέβαια τα προβλήματα γιατί η εγγύτητα, κάτι που παρατηρούμε και στις ιδιωτικές μας σχέσεις πέραν του θεάτρου, είναι ένας παράγοντας που πάντα κάνει τις ανθρώπινες σχέσεις να μην θεωρούνται δεδομένες. Χρειάζεται πάντα να μπαίνεις πάντα στη θέση του άλλου. Και αυτό είναι κάτι που προσπαθώ να το κάνω με οποιαδήποτε ιδιότητα μου, να μπαίνω δηλαδή στον κόπο του άλλου. Είναι τόσο σημαντικό αυτό δραματουργικά στο έργο της Νίνα Ρέιν, που κάνει το έργο σχεδόν πολιτικό. Γιατί στην εποχή μας δεν μπαίνουμε εύκολα στη θέση του άλλου και είναι ζητούμενο να αγαπήσουμε ο ένας τον άλλον, αλλά και τον τόπο μας από την αρχή.

Μπορούμε να ακουστούμε και να επικοινωνήσουμε μέσα σε μια κοινωνία που κανείς δεν κατεβάζει τον τόνο της φωνής του αρκετά για να ακούσει τους συνανθρώπους του; …Πόσο μάλλον να μπει στη θέση τους;
Εμείς οι ηθοποιοί είμαστε τυχεροί γιατί υπάρχει μία σύμβαση στο θέατρο, ότι κάθε φορά που μιλάμε πάνω στη σκηνή περιμένουμε ο άλλος να τελειώσει τα λόγια του. Αυτό θεωρείται δεδομένο, αλλά δεν είναι πάντα. Είναι πολύ σημαντικό να ακούς και αυτό κάνει ο Μπίλι στο έργο. Έχει ένα εσωτερικό αυτί. Μια δική του ενσυναίσθηση έτσι ώστε αφουγκράζεται με τις άλλες του αισθήσεις και ακούει περισσότερο από τους υπόλοιπους. Είναι μεγάλη ευθύνη, αλλά και πρόκληση, όποια και να είναι η ιδιότητα σου, να αφουγκραστείς τον διπλανό σου, τις ανάγκες του σκηνοθέτη σου και του συναδέλφου σου, να συντονιστείς σε μία συχνότητα, να μπορέσεις να ανταλλάξεις δικά σου προσωπικά πράγματα και να επικοινωνήσεις εν τέλει με τον θεατή. Δεν είναι εύκολη η επικοινωνία ή τουλάχιστον εγώ την εισπράττω έτσι. Το βλέπω και από τον κόσμο, γιατί συχνά κάνω ταξιθεσία στο θέατρο. Έτσι, έρχομαι σε επαφή με το θεατή και αντιλαμβάνομαι την ψυχολογία του. Και αυτό είναι κάτι που με απασχολεί. Κι όταν πάει να με πιάσει και μένα η δική μου κατάθλιψη και να σκεφτώ τι μου λείπει, αυτό είναι που σκέφτομαι τελικά. Πόσο χώρο δίνω, πόσο χώρο έχω και τι διάθεση έχω απέναντι στα πράγματα. Ίσως όλα αυτά να ακούγονται παιδικά αλλά θέλω να πιάνω τα πράγματα από την αρχή. Και κυρίως όταν χάνεις κάποιους ανθρώπους και κάποιες ευκαιρίες, τότε αντιλαμβάνεσαι ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο. Γιατί πάντα έχεις ένα συγκεκριμένο χρόνο για να πεις και να ζήσεις κάποια πράγματα μαζί τους.

Εσύ έχεις ανάγκη να ανήκεις σε μία φυλή;
Νομίζω ότι έχω ανάγκη να ανήκω στη φυλή του θεάτρου. Αισθάνομαι ότι είναι η οικογένεια μου, τώρα πια, μετά από κάμποσα χρόνια επαγγελματικής πορείας. Χάνοντας κάποιους ανθρώπους της οικογένειας μου, ένιωσα μια αγκαλιά μέσα στο θέατρο. Αισθάνομαι οικεία σ’ αυτό το χώρο, ακόμα και με τις μικρότητες, τους ανταγωνισμούς, τις αγωνίες και τις ανασφάλειες. Είναι αυτό που αγαπάω να κάνω και αυτό που νομίζω ότι είμαι χρήσιμος.

Ήταν ρίσκο για σένα να αναλάβεις την καλλιτεχνική διεύθυνση του θεάτρου Σταθμός;
Έχει αποφέρει τα αποτελέσματα που περιμένατε; Έχω αναλάβει τον τελευταίο ενάμιση χρόνο την καλλιτεχνική διεύθυνση του θεάτρου αλλά δεν ήταν καθόλου στις προθέσεις μου. Με είχε φωνάξει ο Βασίλης Κατσικονούρης στο θέατρο Σταθμός να σκηνοθετήσω το έργο του «Καγκουρό». Πήγα ως βοηθός του, έχοντας ήδη σκηνοθετήσει κάποιες παραστάσεις. Αλλά για να αναλάβω την καλλιτεχνική ευθύνη ήθελα το θέατρο να έχει έναν πιο ξεκάθαρο χαρακτήρα, χωρίς όμως να υπάρχει αίτημα ιδιοκτησίας ή εξουσίας. Δεθήκαμε με όλους τους συνεργάτες και ουσιαστικά προέκυψε όλο αυτό. Η πρώτη χρονιά είχε θετικό αποτέλεσμα και έτσι προχωρήσαμε όλοι μαζί σε μία δεύτερη. Δουλεύουμε πολύ ομαδικά και όσο μπορούμε ψύχραιμα και ήρεμα σε μια δύσκολη εποχή.

«Είναι ζητούμενο να αγαπήσουμε ο ένας τον άλλον αλλά και τον τόπο μας από την αρχή».

Τι ηλικίες έρχονται στο θέατρο; Βλέπετε νέους ανθρώπους;
Βλέπουμε πολύ νέο κόσμο. Έρχονται, όμως, άνθρωποι όλων των ηλικιών. Πιστεύω ότι τους θεατές τους κατακτούμε έναν έναν. Είναι σαν τις ανθρώπινες σχέσεις. Αρχίζει με τα χρόνια και γίνεται μια πιο προσωπική σχέση με τους θεατές που εμένα μου αρέσει, με απασχολεί και το σέβομαι πολύ, μιλώντας μαζί τους και για άλλες παραστάσεις που έχουν δει. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι παγιδευόμαστε στα εμπορικά κριτήρια.

Έχεις μελετήσει σε βάθος το έργο της Λούλας Αναγνωστάκη. Τί είναι αυτό που σε ελκύει στο έργο της;


Για μένα η Λούλα Αναγνωστάκη είναι από τις σπουδαιότερες φωνές του νεοελληνικού θεατρικού έργου, με έργα ολοκληρωμένα, με χαρακτήρες, με δομή, με ρυθμό, με σχέσεις. Κυρίως αυτό που δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου είναι ο τρόπος που στεκόταν η Αναγνωστάκη στα πράγματα. Ήταν ανώτερη των περιστάσεων, είχε μία απόσταση από τα πράγματα ενώ ήταν μέσα σε αυτά, είχε φοβερή αίσθηση του χιούμορ και πάνω απ’ όλα ήταν πάντα με το μέρος του αδυνάτου. Αυτό κάνει και στα έργα της. Η σχέση και η οπτική της πάνω στην ήττα, όπως και ο αδερφός της ο Μανώλης στην ποίηση, που εμένα με καθόρισε. Αυτή η περηφάνια, αυτή η αξιοπρέπεια, αυτή η πραγματική αριστερή αίσθηση των πραγμάτων. Και είναι εκείνη που μέσα στα έργα της μίλησε πρώτη για την ετερότητα, για τη διχόνοια της φυλής μας, για την οικογενειοκρατία, αλλά και για την οικογένεια ως παγίδα. Γιατί χρειάζεται μεγάλη τόλμη για να μιλήσεις για τα δεινά της δημόσιας ζωής. Παράλληλα, είμαι ευγνώμων γιατί πρωτοέπαιξα, πρωτοσκηνοθέτησα, πρωτοέγραψα για εκείνη και το έργο της και σε κάθε πρώτη φορά ήταν εκεί. Και με τίμησε πολύ με την εμπιστοσύνη της.

«Το μήνυμα που δίνουν οι "Φυλές", και ίσως και το μήνυμα της εποχής που ζούμε, είναι η ενσυναίσθηση. Κατά πόσο μπαίνουμε ο ένας στη θέση του άλλου, πόσο εύκολα όλοι μας κρίνουμε ο ένας τον άλλον και πόσο ρατσιστές μπορούμε να γίνουμε».

Πιστεύεις ότι ανθεί το σύγχρονο ελληνικό έργο σήμερα;
Πιστεύω ότι πρέπει να ξαναυπάρξει μία πιο εποικοδομητική σχέση των σκηνοθετών με τους νεοέλληνες δραματουργούς. Θεωρώ ότι κάπου έχει χαθεί η σχέση σκηνοθέτη και συγγραφέα-δραματουργού. Αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλο συχνά με αντιπαλότητα και επιφύλαξη. Κι ενώ υπάρχουν πολλοί αξιόλογοι θεσμοί με τους οποίους έχω συνεργαστεί, όπως το Analogio Festival, το Greek play project, οι Εκδόσεις Σοκόλη, θεωρώ ότι οι πρώτες σκηνές της χώρας αλλά και τα ιστορικά θέατρα οφείλουν να μεριμνήσουν για την ελληνική δραματουργία. Γιατί οι δυνάμεις μας στο ελεύθερο θέατρο δεν είναι οι ίδιες με τις δυνάμεις των πρώτων σκηνών, όπως ούτε και τα κονδύλια μας. Εμείς έχουμε περιορισμό στο πόσο πολυπρόσωπα μπορεί να είναι τα έργα που θα ανεβάσουμε. Αν το ελληνικό έργο μπορέσει να αναπτυχθεί και να πάρει σάρκα και οστά, θα γίνει ευρύτερα καλύτερο το θέατρο μας. Γιατί υπάρχουν πολύ σημαντικά έργα νέων ανθρώπων και ο κόσμος θέλει να ακούσει το αίσθημα στη γλώσσα του, όπως και οι νέοι ηθοποιοί που ξεκινούν τώρα. Το νεοελληνικό έργο, παρόλα αυτά, χρειάζεται κάτι που λείπει από όλους μας, όσοι ασχολούμαστε με το θέατρο, από όλες τις ιδιότητες. Γενναιοδωρία. Λείπει η γενναιοδωρία στις μέρες μας και λείπει και από τη φυλή μας. Παράλληλα, έχοντας ασχοληθεί εκτενώς με το νεοελληνικό έργο αλλά και τη Λούλα Αναγνωστάκη, βλέπω και ποιά είναι η ρητορική που αναπτύσσεται σε σχέση με έναν νεοέλληνα συγγραφέα. Θέλω να πω ότι η Αναγνωστάκη δεν είναι νεοέλληνας συγγραφέας. Είναι αυτό που έλεγε ο Κάρολος Κουν, κλασικός συγγραφέας. Και πρέπει να την αντιμετωπίσουμε με επιχειρήματα, είτε γράφοντας κριτική είτε διαβάζοντας ένα έργο της. Και εκεί μπορώ να δω πολύ ξεκάθαρα, επειδή ακριβώς γνωρίζω το πεδίο και επειδή είμαι την ίδια στιγμή ευτυχής για την αντιμετώπιση του «Ήχου του όπλου» από το σύνολο σχεδόν των κριτικών, πώς ακόμα και σε τέτοια μεγέθη μπορούν να υπάρξουν κριτικοί που ελαφρά τη καρδία και χωρίς καμία ρητορική μπορούν να αρθρώσουν δημόσιο λόγο. Έχει να κάνει, δηλαδή, με το πώς αντιμετωπίζουμε την νεοελληνική δραματουργία. Για μένα είναι πολιτικό το θέμα του νεοελληνικού έργου. Σκεφτείτε πόσο διαφωνούμε όλοι μας και πώς χωριζόμαστε σε φυλές για οποιοδήποτε θέμα προκύψει, από το πιο μικρό, από το πιο ιδιωτικό που μπορεί να αφορά ένα συνάνθρωπο μας, μέχρι το πιο μεγάλο δημόσιο και πολιτικό ζήτημα ή και διπλωματικό. Ειδικά έργα που προσεγγίζουν θέματα που δεν είναι μόνο κοινωνικά αλλά είναι και πολιτικά, είναι δύσκολο να τύχουν εύκολης αποδοχής στην εποχή τους, ακριβώς επειδή είμαστε χωρισμένοι.

Ποια είναι τα σχέδια σας αυτή τη σεζόν;
Θα ήθελα, κρατώντας τους σταθερούς του άξονες, να ενισχύσουμε το στίγμα του θεάτρου Σταθμός με έργα του κλασικού ρεπερτορίου που όμως δεν είναι πολυπαιγμένα. Γιατί την ίδια σεζόν, όπως παρατηρούμε, ανεβαίνουν τα ίδια έργα αρκετές φορές.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου