Κριτική

Λυσιστράτη

Από -

«Λυσιστράτη» στο μπουντουάρ; Ακριβώς. Με ένα γυμνό θίασο, την ιδιοσυγκρασιακή Λένα Κιτσοπούλου στον επώνυμο ρόλο κι ένα μινιμαλιστικό πιάνο να ηχο-σκηνοθετεί, ο Μαρμαρινός καταθέτει έναν sui generis Αριστοφάνη, στοχαστικό αλλά και ανάλαφρο, θαρραλέο αλλά και νωχελικό.

«Ηδονιστές όλων των ηλικιών, όλων των φυλών, σε σας προσφέρω αυτό το έργο»: έτσι προλόγιζε ο Μαρκήσιος ντε Σαντ τη «Φιλοσοφία στο μπουντουάρ» (1795). Θεωρώ πως μια τέτοια πρόσκληση μας κάνει κι ο Μιχαήλ Μαρμαρινός, γυμνώνοντας εντελώς τις γυναίκες του θιάσου του, φορώντας τους μόνο διάφανα πέπλα και νεγκλιζέ, ψηλά τακούνια και κόκκινα κραγιόν^ όλες υπέροχες, σε φυσικό κάλλος και υποκριτικό σφρίγος, με τις Αθηνά Μαξίμου, Ηλέκτρα Νικολούζου, Μαρία Σκουλά, Έλενα Τοπαλίδου και Λένα Παπαληγούρα να ξεχωρίζουν. Ποιοι είναι οι άρρενες παρτενέρ; Με τη εξαίρεση του Αιμίλιου Χειλάκη, όλοι τους μιας κάποιας ηλικίας, θαρρείς και βγήκαν από «Το σπίτι των κοιμισμένων κοριτσιών» του Γιασουνάρι Καουαμπάτα –σημειωτέον, ένας κι ένας ερμηνευτικά (Γιάννης Βογιατζής, Γιώργος Μπινιάρης, Θέμης Πάνου, Χάρης Τσιτσάκης).

Βρισκόμαστε άραγε σε πορνείο; Ή, μήπως, πρόκειται για ένα συμπόσιο σαν εκείνο, το περίφημο, με το «σ» κεφαλαίο, όπου ο Πλάτων καλεί τον Αριστοφάνη να λέει: «η ανθρωπότητα δεν έχει καθόλου αντιληφθεί τη σπουδαιότητα του έρωτος - αν την εννοούσε, ύψιστη ευδαιμονία θα επικρατούσε»; Σε αυτές τις ζώνες κινείται η –κατά Μαρμαρινό- «Λυσιστράτη». Πέρα από το αντιπολεμικό και το φεμινιστικό αλλά μέσα στην ηδονή και το φιλοσοφείν -«στη διαλεκτική του απαγορευμένου Πόθου», όπως το θέτει στο πρόγραμμα ο Σάββας Μιχαήλ. Κι έτσι, οι ηθοποιοί εγείρουν δραματουργικής υφής ερωτήματα: «Τι είναι αυτό το κείμενο; Αυτό γιατί το λέει; Αυτό γιατί το κάνει; Είναι τώρα αυτό μοντέρνα σκηνοθεσία;»… Οι ρόλοι, ενισχύοντας τη διαλεκτική, εκπίπτουν σε κομμάτια αφήγησης, με την Μυρρίνη, λόγου χάρη, να παίζεται από τρεις διαφορετικές ηθοποιούς και τον Κινησία (Αιμ. Χειλάκης) ακίνητο και βουβό^ η Αγλαία Παππά «μεταφέρει» τα λεγόμενά του.

Αναζητώντας έναν «άλλο» Αριστοφάνη, ανορθολογικό και ποιητικό, ο Μαρμαρινός προσπέφτει στο σώμα και το βλέμμα, στη σαγήνη και τη συνδιαλλαγή. Εκθέτει το ακαταμάχητο γυμνό σώμα, εκείνο που ο Αριστοφάνης υπόσχεται ότι καταλύει τον πόλεμο, εκείνο που η αρχαία γλυπτική αποθεώνει. Τόσο η όψη (σκηνικά: Γιώργος Σαπουντζής, κοστούμια: Μαγιού Τρικεριώτη) όσο και η κίνηση –σαν σε έναν ήμερο ίλιγγο – του Χορού (Χρήστος Παπαδόπουλος), με την πλαστικότητα και την αγαλμάτινη υφή τους, το σώμα κοινωνούν και υμνούν. Ο Μαρμαρινός επικυρώνει έμπρακτα μια αρχή του: «Το βλέμμα είναι το συστατικό της υποκριτικής. Ο ηθοποιός βλέπεται αλλά και οι θεατές βλέπονται από τον ηθοποιό. Αρχή διαλόγου». Γι’ αυτό κι επιλέγει, για κάθε ρόλο, έναν ηθοποιό που μαγνητίζει το βλέμμα, με διακριτή σκηνική παρουσία, προσωπικό ύφος και ιδιοσυγκρασιακή ποιότητα. Ειδικά για τον επώνυμο, την Λένα Κιτσοπούλου. Η ίδια, αν και μπλέκει κάπως άτσαλα στο ρόλο τις τσαμπουκαλεμένες θεατράλε παραβάσεις της (για τα γκομενικά, την κατάθλιψη, τον Χίτλερ κ.α.), δικαιώνει την επιλογή του Μαρμαρινού: η Λυσιστράτη εδώ εκτίθεται όχι τόσο ως ρόλος αλλά ως μια σαρωτική περσόνα.

Όλα, πάντως, κυλούν σε μια φινετσάτα ιλαρή ατμόσφαιρα, σα να βλέπουμε κωμωδία του Μαριβώ ή του Ανδρέα Στάϊκου. Οι λέξεις «ψωλή» και «πεομολώ» δίνουν και παίρνουν (στην ακριβόλογη μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη που έγινε -πιστεύω- για να μείνει) και το κιτς εμβαπτίζεται στο έντεχνο, ενώ η Λενιώ Λιάτσου ερμηνεύει ασίγαστα στο μαύρο πιάνο με την ουρά τις εξαίσιες μινιμαλιστικές συνθέσεις του Δημήτρη Καμαρωτού –ο τελευταίος ανάγεται πλέον σε κανονικό «συνεργό» της σκηνοθεσίας. Σ’ αυτήν τη ατμόσφαιρα θερινής ραστώνης, ερωτικής νωχέλειας, φοβάμαι όμως πως σταδιακά εξατμίζονται ο ρυθμός, η θεμελιώδης συνθήκη σύγκρουσης του έργου και η δυναμική κάθε «πόλου»: το πώς, δηλαδή, από τον «δόλο» της Λυσιστράτης και την αποστασία των γυναικών οδηγούμαστε στο διακύβευμα της «αγαμίας», τη ρήξη και το ευτυχές τέλος. Σε αυτήν την «Λυσιστράτη», όλα τελούν εξαρχής σε μια ομορφιά που εγκαλεί περισσότερο τη ραθυμία παρά τη σύγκρουση.

Η παράσταση παίζεται στα ανοιχτά θέατρα της Αττικής.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου

Σχετικά Θέματα