Κριτική

Ξύπνα Βασίλη

Από -

Όλα είναι μελετημένα και λειτουργούν στην εντέλεια, σε μια παρά­σταση ολοκληρωμένης αισθητικής και ιδεολογικής σύλληψης, η οποία επιπλέον λειτουργεί ως πρόταση για τη μεταχείριση που μπορεί να έχει ένα «παλιό» κείμενο αλλά και για τον τρόπο να μεταφερθεί στο σανίδι ένα κινηματογραφικό έργο.

Σκηνοθέτης στην ωριμότερη στιγμή του, καλλιτεχνικοί συντελεστές κι ερμηνευτική ομάδα σε πλήρη δημιουργική ανάπτυξη συνηγορούν στο ότι έχουμε να κάνουμε με μια κορυφαία στιγμή τού (Εθνικού) θεάτρου και σημείο αναφοράς για το μέλλον. Το στόρι γνωστό: ο Βασίλης, υπόδειγμα υπάκουου υπαλλήλου, που μισεί τους κομμουνιστές, συγκρούεται καθημερινά με τον αριστερό συνάδελφό του Μάνο. Μόνο που η τύχη θα τα φέρει έτσι ώστε ο Μάνος να γίνει γαμπρός του, καθώς θα παντρευτεί την –προς κακή του έκπληξη– επίσης αριστερών πεποιθήσεων αδερφή του Ντίνα. Κι ενώ ο Βασίλης «ξυπνάει» σταδιακά και αποφασίζει να διεκδικήσει το δίκιο του απέναντι στην εργοδοσία, σε άλλη μία στροφή της τύχης ο Μάνος πλουτίζει.

Ο Βασίλης τρελαίνεται, οδηγείται σε ψυχιατρείο, ενώ μετά την αποθεραπεία του η επίσκεψη στους δικούς του θα του επιφέρει μια ακόμη χειρότερη έκπληξη, καθώς βλέπει πως το χρήμα τούς έχει μεταλλάξει οριστικά. Η ιστορία που παρατέθηκε σχηματικά εδώ φέρει πράγματι από τη γραφή της μια τυποποίηση, έχει σχεδιαστεί με ξεκάθαρες γραμμές, είναι όμως μια ιστορία με δυναμική, που ηχεί ακόμη πιο ειρωνικά στις μέρες μας, της κατάρρευσης των ουτοπιών και των (αριστερών) ιδεολογιών.

Στην παράσταση του Άρη Μπινιάρη το έργο αναδεικνύεται, αναπνέει, εκσυγχρονίζεται χωρίς καθόλου να αποδομείται ή να υπονομεύεται. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί κι εδώ τη μουσική φόρμα με την οποία συνηθίζει να διαβάζει τα έργα. Μια μπάντα δίπλα στη σκηνή (δύο μουσικοί κι ένας τραγουδιστής-αφηγητής) σχολιάζει και παρεμβαίνει, ενισχύοντας τη δράση ή φωτίζοντας το πίσω κείμενο, και δίνει τον τόνο στην παράσταση, που καθηλώνει με το ρυθμό και την ενέργειά της (μουσική: Φώτης Σιώτας). Η δράση είναι στο μεγαλύτερο μέρος κινηματογραφημένη σε πραγματικό χρόνο· πίσω από την οθόνη οι ηθοποιοί παίζουν.

Η λειτουργία της κάμερας βοηθάει, όχι επειδή δημιουργεί κινηματογραφική αίσθηση –επιθυμία του σκηνοθέτη δεν είναι να θυμίσει την ταινία–, αλλά για τον ωραίο τρόπο που μεταχειρίζεται τα γκρο πλαν, το πώς συλλαμβάνει τη στιγμιαία κίνηση του ηθοποιού και τη μεταφέρει μεγεθυμένη στην πλατεία, για τον τρόπο με τον οποίο οι ηθοποιοί απευθύνονται στο κοινό μέσω της κάμερας. Μέσα στο νοητό, άδειο κουτί του σκηνικού –μια καρέκλα είναι το μοναδικό αντικείμενο– που έχει συλλάβει ο Πάρις Μέξης και αποδεικνύεται πολλαπλά λειτουργικό εγκιβωτίζεται ο κόσμος του έργου· ένας κόσμος που χωρίζεται σε άσπρο και μαύρο, γι’ αυτό η προβολή είναι ασπρόμαυρη, και όχι –πάλι– για να γίνουν αναφορές στην ταινία. Η κατάρρευση του σκηνικού θα έρθει την κατάλληλη στιγμή, σε μια σκηνή που εισάγεται θριαμβευτικά στην ανθολογία του σύγχρονου θεάτρου.

Οι ηθοποιοί αγαπούν τους ήρωες που υποδύονται, δεν τους υπονομεύουν, αντίθετα κουβαλούν και μάλλον μεγεθύνουν τις νευρώσεις τους, γι’ αυτό και μεταχειρίζονται όλον το σχετικό υποκριτικό κώδικα: στήσιμο, φωνή, κάποιες φορές παίξιμο καρικατούρας. Διδάσκουν όμως ποια είναι η υποδειγματική ερμηνεία των τυποποιημένων χαρακτήρων –τόσο κακοπαθημένων συχνά– όχι μόνο από άποψη τεχνικών ικανοτήτων· δείχνουν την αντίληψη που χρειάζεται ώστε να παραδοθούν οι ήρωες γεμάτοι ουσία και βάθος και όχι σαν άδεια σχήματα.

Ακριβώς όπως συμβαίνει και είναι όλοι απολαυστικοί: η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, που ως μητέρα του Βασίλη κάνει έναν ρόλο που της ταιριάζει, αλλά η ερμηνεία της έχει λόγο ύπαρξης, η Έλενα Τοπαλίδου ως αυστηρή, στα όρια της φάρσας Κυρία Φαρλάκου, ο Γιώργος Παπαγεωργίου ως μνημειώδης Φανφάρας –και καθόλου μιμητικός προς την ερμηνεία-σταθμός του Γ. Μιχαλακόπουλου στην ταινία–, η Λυδία Τζανουδάκη, που κεντάει ως «φτωχή πλην τίμια» υπηρέτρια, η Ηρώ Μπέζου ως χειραφετημένη Ντίνα, ο Αινείας Τσαμάτης στον κομβικό ρόλο του Μάνου, ο Στέφανος Πίττας σε διπλό ρόλο (Περικλής, Λελές). Το αποτέλεσμα βέβαια δεν θα ήταν ίδιο χωρίς τον Γιώργο Γάλλο στον ρόλο του Βασίλη: είναι σπαρακτικός ακόμη και στις κωμικές στιγμές του, μετουσιώνοντας στην ερμηνεία του τη δραματική διάσταση που κρύβει ο ρόλος. Καθηλωτικός.

Το φινάλε της παράστασης, διπλά ειρωνικό, μας κλείνει το μάτι. «Να είμαστε όμορφοι τις μέρες που θα ’ρθουνε», τραγουδάει ο θίασος ντυμένος στα άψογα ’60-’70s κοστούμια του. Οι μέρες ήρθανε κι εμείς παρατηρητές, μαζί με τον Βασίλη, βλέπουμε ακόμη τις ιδεολογίες να απομυθοποιούνται.

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ - ΣΚΗΝΗ «ΝΙΚΟΣ ΚΟYΡΚΟΥΛΟΣ» Αγ. Κωνσταντίνου 22-24, κέντρο, 2105288170. Διάρκεια: 90΄.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου

Σχετικά Θέματα