Άποψη

Κριτική σε streaming παράσταση; Γιατί, για την ώρα, λέμε όχι.

Από -

«Γυάλινος κόσμος»
«Γυάλινος κόσμος»

Παρά την (όποια) εκκίνηση της θεατρικής δραστηριότητας το καλοκαίρι και τη σύντομη του Οκτωβρίου, γρήγορα έγινε κοινός τόπος στους ανθρώπους που εμπλέκονται με τις παραστατικές τέχνες ότι για το προσεχές μέλλον τουλάχιστον θα χρειαζόταν να καταφύγουμε (και) στην παρακολούθηση θεάτρου από απόσταση, μέσω διαδικτυακών (ή τηλεοπτικών) προβολών. Εδώ δεν θα εξετάσουμε τους λόγους που οδήγησαν τα θέατρα σε ένα δεύτερο lockdown, αν μπορούσαν να συνεχίσουν τη λειτουργία τους με τους όρους που τέθηκαν το φθινόπωρο (μειωμένη χωρητικότητα, χρήση μάσκας) κλπ. Εξάλλου το θέμα που μας απασχολεί -η κριτική μιας παράστασης που προβάλλεται στην οθόνη- θα μας απασχολούσε ακόμη και με ανοιχτά θέατρα: με τη ρευστότητα που επικρατεί, είναι μάλλον βέβαιο ότι οι περισσότεροι θίασοι θα φρόντιζαν για κάποιου είδους ψηφιακή αποτύπωση της παράστασής τους, όχι μόνο για αρχειακούς λόγους πλέον, αλλά και για να την προβάλουν στο κοινό είτε σε περίπτωση παύσης της θεατρικής δραστηριότητας είτε ακόμη και παράλληλα με την παράσταση στο φυσικό χώρο σε ειδικές περιπτώσεις, όπως, π.χ., για απομακρυσμένους θεατές.

banner

Όταν λοιπόν η πραγματικότητα ήρθε να διαψεύσει την προσδοκία για μία -στο μέτρο του δυνατού- λειτουργική θεατρική σεζόν, και υπό τον κίνδυνο να διανύσουμε αρκετούς μήνες χωρίς θέατρο, εύλογα ξεκίνησαν οι προβολές νέων παραστάσεων. Προβολές που αφορούν είτε παραστάσεις που μαγνητοσκοπήθηκαν και προβλήθηκαν on demand, όπως το «Τρίτο στεφάνι» που σκηνοθέτησε ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης (Παλλάς), ή παραστάσεις που παίχτηκαν σε άδειες αίθουσες και προβλήθηκαν ζωντανά˙ τέτοιες ήταν ο «Οιδίπους», που σκηνοθέτησε ο Δημήτρης Καραντζάς (Πορεία), η «Κυρία του Μαξίμ», που σκηνοθέτησε ο Θωμάς Μοσχόπουλος στο Εθνικό, το «This in not Romeo and Juliet», σε σύλληψη και σκηνοθεσία του Αργύρη Πανταζάρα (Πορεία), και αρκετές άλλες παραστάσεις, ακόμη και παλαιότερες, όπως ο «Αρίστος», η «Μεγάλη Χίμαιρα», η «Ευρυδίκη» (όλες στο Πορεία), που ξαναέφεραν τους συντελεστές τους πάνω στη σκηνή αλλά αυτή τη φορά σε άδειες αίθουσες, προκειμένου να μεταδοθούν live.

«Τρίτο στεφάνι»
«Τρίτο στεφάνι»

Αν όμως οι παραπάνω παραστάσεις είναι περιπτώσεις που είχαν διαγράψει μία -μεγαλύτερη ή μικρότερη- διαδρομή στο φυσικό τους περιβάλλον, δηλαδή στη σκηνή με την παρουσία θεατών, και άρα υπήρχε η δυνατότητα κρίσης και αξιολογήσής τους τότε, τι γίνεται με τις παραστάσεις που έκαναν κατευθείαν την πρεμιέρα τους σε διαδικτυακή προβολή; Τακτική που μέχρι στιγμής έχει ακολουθήσει η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση (με την παράσταση της ομάδας σύγχρονου χορού Rootless Root, «Stones & Bones») και κυρίως το Εθνικό Θέατρο: ήδη τρεις από τις νέες παραγωγές του, η «Στέλλα με τα κόκκινα γάντια» σε σκηνοθεσία του Γιάννου Περλέγκα, η «Medea’s Son(g)s» της Μάρθας Φριντζήλα, που εγκαινίασε την Ερευνητική Σκηνή, και ο «Γυάλινος κόσμος» σε σκηνοθεσία του Γιώργου Νανούρη, έχουν μεταδοθεί ζωντανά μέσω διαδικτύου, ενώ σειρά αναμένεται να πάρουν και οι επόμενες παραγωγές του φετινού ρεπερτορίου που είχε ανακοινωθεί το φθινόπωρο.

banner

Θα πρέπει, λοιπόν, να επισημανθεί ότι η πρακτική των διαδικτυακών προβολών αποτελεί μία μέση κατάσταση, μία λύση που είναι δικαιολογημένη, ακόμη και ευπρόσδεκτη, καθώς διατηρεί αναμμένη τη φλόγα του θεάτρου, κρατάει ζωντανή την -έστω διαμεσολαβημένη- επικοινωνία μεταξύ καλλιτεχνών και κοινού, και φυσικά κρατάει αναμμένη και τη φλόγα της δημιουργίας, ώστε να μην οδηγηθούν οι καλλιτέχνες σε μαρασμό (αν και όχι με απόλυτους αριθμούς, καθώς δεν τους αφορά όλους: το streaming αποτελεί υψηλού κόστους λύση, που δεν μπορούν εύκολα να αναλάβουν οι παραγωγοί/θίασοι, παρά τα έσοδα που επιφέρει από την πώληση των εισιτηρίων). Δεν εκπληρώνει όμως τους σκοπούς, την ίδια τη φύση του θεατρικού γεγονότος, άρα δεν μπορεί να κριθεί ως τέτοιο, ούτε αποτελεί κάποιο αυτόνομο, νέο είδος, που παράγει αποτελέσματα με τους δικούς του όρους. Δεν έχουμε να κάνουμε, δηλαδή, με κάτι που θα μπορούσε να ονομαστεί «ψηφιακό θέατρο», ένα είδος που ήδη έχει αρχίσει να διαφαίνεται στον ορίζοντα -αλλά αφορά άλλης σύλληψης και εκτέλεσης καλλιτεχνήματα- και που απαιτεί εκπαίδευση των καλλιτεχνών, και συνεπακόλουθα των κριτικών, σε νέα εργαλεία (βλ. το αφιέρωμα του «α» για το ψηφιακό θέατρο).

«Στέλλα με τα κόκκινα γάντια»
«Στέλλα με τα κόκκινα γάντια»

Φυσικά μπορεί να πάρει κάποιος μία -καλύτερη ή χειρότερη- εικόνα και ιδέα της παράστασης από τη διαδικτυακή προβολή της, και η ποιότητα των προβολών όλο θα καλυτερεύει, όπως ήδη δείχνουν τα πράγματα, αναβαθμίζοντας την ποιότητα της εμπειρίας - κάτι που συνέβη, π.χ., με τον «Γυάλινο κόσμο», όπου ο Γιώργος Νανούρης εκμεταλλεύτηκε προς όφελος της παράστασης τις δυνατότητες της κάμερας. Από αυτή την εικόνα, όμως, απουσιάζει εντελώς η ενέργεια που δημιουργείται μέσα στη θεατρική αίθουσα (πόσω μάλλον όταν αφορά παραστάσεις που δίνονται μπροστά σε άδεια καθίσματα), και η οποία καθορίζει και την ερμηνεία των ηθοποιών και την ψυχική κατάσταση των θεατών, και επιπλέον η ίδια η παράσταση δεν φτάνει αδιαμεσολάβητη στον θεατή. Μεσολαβεί η κάμερα, δηλαδή η οπτική του (τηλε)σκηνοθέτη, που αποφασίζει τι θα δείξει, ποια δράση θα απομονώσει. Στο «Τρίτο στεφάνι», για παράδειγμα, όπου ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης επέλεξε -ωραία, κατά τη γνώμη μας- να έχει συνεχείς δράσεις επί σκηνής, με τους ηθοποιούς συνεχώς παρόντες να επιδίδονται σε βουβές δράσεις παράλληλα με έναν διάλογο που μπορεί να εκτυλισσόταν στην άλλη άκρη της σκηνής, αναγκαστικά παρακολουθούσαμε ό,τι η κάμερα επέλεγε να μας δείξει - ενώ το επιβλητικό, απολύτως λειτουργικό σκηνικό του Πάρι Μέξη στριμώχθηκε στα όρια μίας οθόνης.

Σε παραστάσεις από την άλλη που επιλέγουν κατά κανόνα το γενικό πλάνο, υποβιβάζεται ακόμη περισσότερο η εμπειρία, όπως έγινε για παράδειγμα στη «Στέλλα με τα κόκκινα γάντια»: μία παράσταση που έδειξε να εμπλουτίζει ωραία το κείμενο του Ιάκωβου Καμπανέλλη με ρεμπέτικα τραγούδια, τονίζοντας τους λαϊκούς χυμούς του και καταλήγοντας να αγγίξει το είδος του μουσικού δράματος, αλλά αδικήθηκε πολύ από το live streaming. Ακόμη και παραστάσεις που φάνηκαν να ταιριάζουν καλύτερα στη συνθήκη, όπως η εκδοχή της «Μήδειας» από τη Μάρθα Φριντζήλα -που ήταν στατική, χωρίς πολλές δράσεις και με λίγα πρόσωπα-, στην πραγματικότητα έφτασε στους δέκτες μας ακόμη πιο αποστειρωμένη, αφού δεν υπήρχαν οι κατεξοχήν προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί οποιαδήποτε μυσταγωγία.

«Stones & Bones»
«Stones & Bones»

Επίσης, ας μην ξεχνάμε ότι η κριτική δεν αποτελεί παράθεση εντυπώσεων ούτε ρεπορτάζ, αλλά μία αυτόνομη, με δικούς της όρους, αποτύπωση, πρόσληψη και αξιολόγηση του θεατρικού συμβάντος. Και αυτή η αποτύπωση είναι άδικο, ίσως και αντιδεοντολογικό, να γίνεται σε συνθήκες που δεν πληρούν τους δομικούς όρους του θεατρικού γεγονότος - δηλαδή σε συνθήκες συνύπαρξης ηθοποιών και θεατών. Και είναι άδικο πρωτίστως για την ίδια την παράσταση, γιατί είναι βέβαιο ότι η προβολή της δια της οθόνης (είτε ζωντανά, είτε μαγνητοσκοπημένα) την αδικεί. Γι’ αυτό και θεωρούμε επιτακτικό και αδιαπραγμάτευτο όσες παραστάσεις έκαναν πρεμιέρα online να συναντηθούν σε επόμενη φάση με τους θεατές τους στη σκηνή. Γιατί αν δεν συμβεί αυτό, θα πρόκειται για παραστάσεις που έμειναν μετέωρες σε έναν απροσδιόριστο χωροχρόνο, για δημιουργήματα που έσβησαν χωρίς να υπάρξουν πραγματικά.

Φυσικά, ο δρόμος που έχει ανοίξει είναι πολυδιάστατος και είναι πιθανό αυτή η «μέση λύση» του streaming να οδηγήσει σε μία νέα πραγματικότητα που θα έρθει να αλλάξει, τελικά, την υπόσταση του θεάτρου - ή, έστω, ένα κομμάτι αυτής. Όσο δηλαδή καλλιτέχνες και κοινό εξοικειώνονται με τις δυνατότητες της τεχνολογίας να φτάσουμε στην παραγωγή μίας μορφής τέχνης, όπου οι θεατρικοί και οι κινηματογραφικοί όροι θα συνυπάρχουν στο τελικό προϊόν. Μιας διαφορετικής μορφής τέχνης που θα κληθούμε να αναζητήσουμε τους όρους της κριτικής της συμπεριλαμβάνοντας άλλους παράγοντες πέρα από την θεατρική κριτική όπως την ξέρουμε.

Αυτό όμως είναι κάτι που θα πρέπει να επηρεάσει τις παραστάσεις προς όφελός τους από το πρώτο βήμα της παραγωγής τους, ώστε να αντιμετωπίσουν ζητήματα σκηνοθεσίας, ενδεχομένως ακόμη και ζήτημα συνύπαρξης θεατρικού και κινηματογραφικού σκηνοθέτη, ζητήματα υποκριτικής ερμηνείας, η οποία θα απεύθυνεται στον θεατή μέσω της κάμερας και όχι απευθείας στην πλατεία, κ.λπ. Με αφορμή, μάλιστα, τη σκηνή του φιλιού στον «Γυάλινο κόσμο», όπου οι δύο ηθοποιοί (Λένα Παπαληγούρα, Αναστάσης Ροϊλός), ενώ κράτησαν απόσταση ενάμιση μέτρου, χάρη στη χρήση της κάμερας έδειξαν να αγγίζονται αληθινά, είναι εύλογο να περιμένουμε ότι η ίδια παράσταση ενδεχομένως να διαφοροποιείται σε σημεία, αναλόγως αν παίζεται παρουσία θεατών στη σκηνή ή αν προβάλλεται στην οθόνη. Όλα αυτά είναι θέματα που μπορούν να αποδειχτούν δημιουργικά για τους καλλιτέχνες, βάζοντάς τους μπροστά σε νέες προκλήσεις, και που, ακολούθως, θα πρέπει να απασχολήσουν και τη θεατρική κριτική˙ στην παρούσα φάση, καλλιτέχνες, κριτικοί και κοινό βρίσκονται στην αμήχανη θέση να επιχειρούν να παραβλέψουν το γεγονός της απόστασης, παρά να να το χρησιμοποιήσουν και να το αποδεχτούν ως οργανικό κομμάτι του θεάματος.

Σχετικά Θέματα