Συνέντευξη

Κατερίνα Ευαγγελάτου: «Νιώθω να έχω συγγένεια με τον Άμλετ»

Από -

Με πάθος και αποφασιστικότητα μας μίλησε η Κατερίνα Ευαγγελάτου για την επαναλειτουργία του ιστορικού Αμφι-θεάτρου με τον «Άμλετ» του Σαίξπηρ (από 11/12) και τα σχέδια της για το Φεστιβάλ Αθηνών.

Ήταν μεγάλη απόφαση να ξανανοίξεις το Αμφι-θέατρο, ένα χώρο γεμάτο οικογενειακές μνήμες;
Είμαστε όλοι πολύ συγκινημένοι. Για μένα έχει ιδιαίτερη βαρύτητα το γεγονός ότι παρουσιάζεται ο «Άμλετ» του Σαίξπηρ στο συγκεκριμένο θέατρο. Δεν φανταζόμουν ότι αυτός ο χώρος θα μπορούσε να μείνει αχρησιμοποίητος οχτώ χρόνια. Αν σκεφτείς ότι το ισόγειο έγινε εξαρχής μαγαζί, μοιάζει να ήταν γραφτό ότι ο πάνω χώρος του παλιού Αμφι-θεάτρου ήταν ελεύθερος τη στιγμή που ζητήσαμε να τον νοικιάσουμε.

Είχες εξαρχής στο μυαλό σου το Αμφι-θέατρο για να ανεβάσεις τον «Άμλετ»;
Ήθελα το έργο ν’ ανέβει σ’ έναν μη συμβατικό θεατρικό χώρο που να έχει το στίγμα της φθοράς, την αίσθηση ενός ξεπεσμένου, σαθρού βασιλείου. Ήθελα να υπάρχει η πατίνα του χρόνου, κι αυτό το είχε το Αμφι-θέατρο. Το σκηνικό μας είναι ουσιαστικό ένα παλίμψηστο σκηνικών που βρέθηκαν εκεί. Ενώσαμε τη μεγάλη σκηνή με τη μικρή, την «Είσοδο Κινδύνου» όπου είχα ανεβάσει κάποιες παραστάσεις, φτιάξαμε τουαλέτες κι έναν μικρό χώρο υποδοχής. Μιλάμε για μια σκηνή 24 μέτρων πλέον και συνολικά για ένα χώρο με φοβερή ατμόσφαιρα. Η είσοδος είναι από την οδό Χατζημιχάλη 15.

Όταν ο Άμλετ συναντά το φάντασμα του πατέρα του εκείνο του λέει: «Να με θυμάσαι». Το έργο μιλά κυρίως για τη μνήμη;
Μιλά για τις γενιές, για το ζήτημα του θανάτου, της μνήμης και του τι μένει πίσω. Μιλάει και για την τέχνη του θεάτρου, για το πόσο θνησιγενής είναι και έτσι το συνδέω με το Αμφι-θέατρο. Τι μένει άραγε πίσω; Μένει μόνο κάτι… ένα βασίλειο στη μνήμη μας;

Νιώθεις κάποιου είδους συγγένεια με τον σαιξπηρικό ήρωα;
Νιώθω τεράστια συγγένεια μαζί του και μάλιστα από παιδί, προτού συμβούν κάποια τραγικά γεγονότα στη ζωή μου, προτού δω τι μου επιφύλασσε η τύχη και η ζωή. Ήμουν 11 ετών όταν ο πατέρας μου ανέβασε το έργο, το 1991, και το ερωτεύτηκα. Μου μίλησαν το έργο και η παράσταση και μετά είχα το κείμενο στο προσκεφάλι μου. Με συγκίνησαν οι προβληματισμοί του, οι μονόλογοί του, ο τρόπος που ανέλυε την ύπαρξη και τη μη ύπαρξη μέσα σε αυτόν τον παράλογο κόσμο.

«Ο Άμλετ βρίσκεται διαρκώς σε ένα διάλογο εξαιρετικά λεπτών αποχρώσεων με το συνειδητό του, διαθέτει ειρωνεία και μια παράξενη παρορμητική διάθεση, άγουρη, ενώ ταυτόχρονα ο στοχασμός του είναι εξαιρετικά περίπλοκος και ώριμος».

Τι κρύβεται πίσω από το περίφημο «Να ζει κανείς ή να μη ζει»;
Δηλώνει την απόφαση ότι μέσα σε αυτόν τον παράλογο και άδικο κόσμο επιλέγεις να συνεχίσεις την ύπαρξή σου και όχι να τη διακόψεις. Η απόφαση του να μη ζει κάποιος συνδέεται με πολλά πράγματα, καθώς επίσης και η απόφαση του να ζει, συνδέεται με διαφορετικά πράγματα. Είμαστε όλοι Άμλετ τη στιγμή που βρισκόμαστε μπροστά σε μια κρίσιμη αναλαμπή, σε μια κρίσιμη στιγμή της ζωής μας, είτε συμβαίνει κάτι πολύ θετικό είτε κάτι πολύ αρνητικό. Μπορεί να στοχαστείς για τη σημασία, για το νόημα της ύπαρξης όταν συμβεί ένα τραγικό γεγονός, ένας ξαφνικός θάνατος αγαπημένου ανθρώπου, αλλά και κι όταν βρίσκεσαι μπροστά σε μια στιγμή εξαιρετικής έντασης. Ο Άμλετ ως πρόσωπο έχει αποκολληθεί πια από το έργο και διασχίζει τους αιώνες ως σύμβολο. Συμβολίζει τη μετάβαση του ανθρώπου από τον Μεσαίωνα στο στοχασμό.

Τι ξεχώρισες στον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο και τον επέλεξες για τον πρωταγωνιστικό ρόλο;
Είχαμε συνεργαστεί στην «Άλκηστη» σε παραγωγή του Εθνικού Θεάτρου και στην αναβίωση του «Αμύντα», τις τελευταίες σκηνοθεσίες του πατέρα μου. Ο Οδυσσέας έχει μια ψυχική ευελιξία, την οποία έψαχνα για το συγκεκριμένο ρόλο. Ο Άμλετ βρίσκεται διαρκώς σε ένα διάλογο εξαιρετικά λεπτών αποχρώσεων με το συνειδητό του, έχει ειρωνεία και μια παράξενη παρορμητική διάθεση, άγουρη, ενώ ταυτόχρονα ο στοχασμός του είναι εξαιρετικά περίπλοκος και ώριμος.

Σου αρέσει να ποντάρεις σε νέα πρόσωπα;
Με ευχαριστεί πολύ να έχω νέα παιδιά στις παραστάσεις μου. Φέτος επέλεξα μέσω ακρόασης τον Βασίλη Μπούτσικο και τον Κλέαρχο Παπαγεωργίου, απόφοιτους της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου. Στις διανομές μου συνδυάζω πάντα τα φρέσκα πρόσωπα με καταξιωμένους ηθοποιούς. Είναι η πρώτη φορά που συνεργάζομαι με την Άννα Μάσχα και τον Γιάννη Κότσυφα, ενώ έχουμε ξαναβρεθεί σε παραστάσεις με τον Νίκο Ψαρρά, την Αμαλία Νίνου και τον Δημήτρη Παπανικολάου.

Δίνεις την εικόνα της σιδηράς κυρίας. Είσαι;
Μπορεί να είσαι πολύ δυναμικός και αποφασιστικός, σε κάποιους τομείς στη ζωή σου, αλλά την ίδια στιγμή να είσαι τρυφερός, συναισθηματικός και εξαιρετικά ευαίσθητος. Το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Η ζωή δεν χάνει την ευκαιρία να με δοκιμάζει, και οι προσωπικές απώλειες σίγουρα με έχουν δυναμώσει.

Πώς νιώθεις αναλαμβάνοντας την καλλιτεχνική διεύθυνση του Φεστιβάλ Αθηνών;
Σκέφτηκα πάρα πολύ σοβαρά την πρόταση που μου έγινε από το Υπουργείο Πολιτισμού και ήταν δύσκολο να πω «όχι» σε κάτι τόσο συναρπαστικό. Αυτήν τη στιγμή είμαστε σε φάση σχεδιασμού και προγραμματισμού. Θέλουμε να πατήσουμε στο έργο των προηγούμενων ετών και να δώσουμε το δικό μας στίγμα, προτείνοντας καινούργια πράγματα σε όλους τους τομείς. Ωστόσο, χρειάζεται χρόνος. Τα τρία χρόνια είναι μικρό διάστημα για μια καλλιτεχνική διεύθυνση, ιδιαίτερα όταν έχεις μόνο οκτώ μήνες για να στήσεις ένα πρόγραμμα. Αν κάποιος γνωρίζει ότι θα έχει τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή δύο χρόνια προτού αναλάβει, ίσως ο συγκεκριμένος χρόνος να είναι αρκετός. Χρειάζεται ένας χρονικός ορίζοντας προετοιμασίας, στρατηγικής και στελέχωσης, ιδιαίτερα όταν μιλάμε για έναν δημόσιο οργανισμό. Δεν είναι απλό.

Κάποια από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου έχουν υπάρξει συνεργάτες σου. Αυτό σου χαρίζει μια ασφάλεια;
Συζητήσαμε με την Υπουργό για τους ανθρώπους που στελέχωσαν το διοικητικού συμβουλίου. Για μένα ήταν πολύ σημαντικό να υπάρχουν ενεργοί καλλιτέχνες στο συμβούλιο με διαρκή παρουσία στο εξωτερικό όπως είναι η Πατρίσια Απέργη και ο Σταύρος Γασπαράτος. Οι ενεργοί καλλιτέχνες μπορούν να βοηθήσουν και να δώσουν το στίγμα τους στα πράγματα. Σ’ αυτήν τη δουλειά φυσικά χρειάζονται όλες οι ειδικότητες, νομικοί, θεωρητικοί, μάνατζερ, άνθρωποι που να έχουν σχέση με το αρχαιολογικό και μουσειακό κομμάτι γιατί μην ξεχνάμε είναι ένα φεστιβάλ που έχει πολύ διαφορετικά venues, από την Επίδαυρο μέχρι την Πειραιώς 260. Μπορούν να γίνουν και επιπλέον πράγματα και εργαζόμαστε πυρετωδώς από την πρώτη μέρα. Με το Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο είχαμε λίγο χρόνο να συνεργαστούμε αλλά είναι πάντα εκεί όταν κάτι χρειαστεί· αυτό είναι ειλικρινές και αληθινό.

Υπάρχει κάτι που σε φοβίζει;
Όχι. Θεωρώ ότι είναι μία πρόκληση που έχει πολύ μεγάλο βαθμό δυσκολίας, ένα εγχείρημα το οποίο αγκαλιάζει όλες τις τέχνες, την ελληνική και τη διεθνή κοινότητα. Το στοίχημα ως καλλιτεχνική διευθύντρια είναι να μπολιάσω τον ιστορικό θεσμό με κάποια νέα στοιχεία. Αναλαμβάνοντας μια εξαιρετικά ευαίσθητη θέση είμαι προετοιμασμένη για δυσαρέσκειες, για πόλεμο, για όλα.

Είσαι έτοιμη για παρεμβάσεις;
Ο κάθε καλλιτεχνικός διευθυντής έχει την ελευθερία να επαναπροσδιορίσει το στίγμα του φεστιβάλ κάνοντας παρέμβαση. Θα είμαι παρεμβατική αλλιώς δεν έχω ρόλο ύπαρξης. Αυτό θα γίνει με λόγο και σχεδιασμό, όχι απλώς για να γίνει. Κλήθηκα για τη θέση της καλλιτεχνικής διευθύντριας όχι γιατί έχω δώσει δείγματα μίας managerial θέσης αλλά επειδή είμαι αυτή που είμαι στη δουλειά μου. Για μένα είμαι δεδομένο ότι όταν κάποιος τοποθετείται σε μια τέτοια θέση θα δούμε την αισθητική και τις απόψεις του.

Το καλοκαίρι θα σκηνοθετήσεις το «Ριγκολέτο» του Βέρντι στη Λυρική Σκηνή. Σε συγκινεί η όπερα;
Με συγκινεί πολύ και μακάρι να μπορούσα να σκηνοθετώ συχνότερα όπερα. Εκεί η μουσική είναι αρκετά βοηθητική, δημιουργεί ένα στέρεο καμβά. Θέλει άλλη ετοιμότητα σε σχέση με το θέατρο. Έχεις μεν μικρότερο χρόνο προβών αλλά οι τραγουδιστές έρχονται έτοιμοι, δεδομένου ότι μπορεί να έχουν ερμηνεύσει ξανά τους ίδιους ρόλους. Όταν μπαίνει η ορχήστρα και οι φωνές, είναι σαν μάγμα που σε αγκαλιάζει και νιώθεις μία τρομερή πληρότητα.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου