Focus

«Κακός Παράδεισος»: Χαμός με την παράσταση του Αλέξανδρου Τσουβέλα που μόλις ανέβηκε στο ίντερνετ

Φτερά έκαναν τα πρώτα εισιτήρια απ’ όταν ανέβηκε ο «Κακός Παράδεισος» του Αλέξανδρου Τσουβέλα στο ίντερνετ, το πρώτο ελληνικό stand up σόου που δοκιμάζει τον εαυτό του στην ψηφιακή αγορά. Πρόκειται για το δικό του, εξηντάλεπτο κομμάτι απ’ την παράσταση «Backstage» που έπαιζε τους τελευταίους μήνες με τον Θανάση Παπαγεωργίου (το κοντέρ έχει γράψει χιλιάδες χιλιόμετρα σε όλη την Ελλάδα με απανωτά sold out και back-to-back παραστάσεις), όπως κινηματογραφήθηκε στην Αρχιτεκτονική Live τον Οκτώβριο, μεταξύ των δύο lockdown στην Αθήνα.

Με έξι κάμερες στη διάθεσή του, μια εκ των οποίων γερανός, ο Τσουβέλας έκανε επαγγελματική δουλειά στο πρώτο (επίσημο) υλικό που ανεβαίνει με τον εαυτό του επί σκηνής – πέραν λίγο του ήχου που πικάρει τα πρώτα λεπτά. Η εκφραστικότητα κι οι ξεκαρδιστικές μιμήσεις που τον καθιέρωσαν ως βάιραλ φαινόμενο περνάνε στο θεατή καθώς τα πλάνα εναλλάσσονται από κοντινά σε μακρινά, οπότε οι εκρήξεις γέλιου είναι πολλές και εγγυημένες.

Έχει ρυθμό, έχει αέρα και πιέζει ακούραστα το σώμα του για να ζωντανέψει πρόσωπα και καταστάσεις, Βαλκάνιους και Έλληνες της διπλανής πόρτας ή διάσημους, έως λούμπεν φιγούρες του ίντερνετ, όπως ο «Αυγολέμονος» κι η «Αντιπρόσωπος».

Ενσωματώνει, ουσιαστικά, τη μιμητική του βεντάλια σε κείμενα, τα οποία ως συνδετικοί κρίκοι οδηγούν την παράσταση απ’ το ένα θέμα στο άλλο: το (συλλαβιστό) ξύλο που έτρωγαν τα παιδιά απ’ τους γονείς παλιότερα, το αλκοόλ κι οι διαφορές ανδρών και γυναικών όταν μεθάνε, τα πρώτα ραντεβού και τα ροζ βίντεο που διαρρέουν –«γιατί πάντα φταίει η γυναίκα λες κι είναι μόνη της σ’ όλο αυτό», διερωτάται κριτικά για μια στιγμή–, στα οποία φαντάζεται άκυρα πρόσωπα να συμμετέχουν, όπως ο Μαργαρίτης, ο Τσάκωνας, ο Κούγιας αλλά και ο Τσιόδρας, οπότε καταλαβαίνετε τι χαμός γίνεται στο κοινό. Ξεχωρίζει το κείμενο για τον πατέρα στο σούπερ μάρκετ που σκάει με λουκ φανέλα-σορτσάκι και δεν παίρνει καρότσι όσες μπίρες κι αν αγοράσει («θα τα κλωτσάω μέχρι το σπίτι»).

Έχει ρυθμό, έχει αέρα και πιέζει ακούραστα το σώμα του για να ζωντανέψει πρόσωπα και καταστάσεις, Βαλκάνιους και Έλληνες της διπλανής πόρτας ή διάσημους, έως λούμπεν φιγούρες του ίντερνετ

Η καθαυτή περσόνα του Τσουβέλα υποκρύπτεται με αυτόν τον τρόπο μέσα στους στιγμιαίους ρόλους και αποκαλύπτεται σε ένα μόνο σημείο μετά τη μέση της παράστασης, όπου μιλάει για τον «ρατσισμό της καθημερινότητας» που βιώνει, όντας ανύπαντρος και στην ηλικία των τριάντα οχτώ ετών, εφόσον δεν πληρεί τις στερεοτυπικές επιταγές της κοινωνίας (bonus κάφρικη συμβουλή για να την γλιτώνεις από κάθε αδιάκριτο μπάρμπα).

Κατά τα άλλα, άρρητα σκιαγραφείται το προφίλ ενός Λιοσιώτη τύπου, ποδοσφαιρόφιλου (μην ξεχνάμε πως ξεκίνησε απ’ το αθλητικό ραδιόφωνο και παραμένει «Στο Πλεχτό» παράλληλα με τα τηλεοπτικά γυρίσματα για το «Ταξί» κι όσα ακόμη τρέχει αυτό το παιδί), ο οποίος έχει αναφορές από τριτοδεύτερα κλαμπάκια, συνοικιακά προποτζίδικα και κολλημένους Ελληναράδες.

Ο «Κακός Παράδεισος» –γιατί εάν υπάρχει παράδεισος που δεν είναι καλός, ο Τσουβέλας τον φαντάζεται με σκληροτράχηλο Ρωσοπόντιο Άη Γιάννη και ερεθισμένα Χερουβίμ– ολοκληρώνεται με ένα διαδραστικό, αυτοσχεδιαστικό σκετς με δύο άτομα από το κοινό, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, τα οποία καλούνται να διαδραματίσουν την έναρξη μιας ερωτικής ταινίας, καθώς ο Τσουβέλας δίνει (σκηνοθετικές) οδηγίες, μιμείται τους ήχους και κάνει αυτοσχεδιαστικό χαβαλέ, αποδεικνύοντας πόσο έχει εξελιχθεί σ’ αυτό το κομμάτι. Και έχουμε πολλά περισσότερα να περιμένουμε απ’ τον ίδιο το καλοκαίρι του 2021, καθώς ετοιμάζει παράσταση «κόντρα σε όλους και όλα», όπως μας αποκάλυψε.

Για να δείτε την παράσταση ο πιο εύκολος κι άμεσος τρόπος είναι μέσω Viva (τιμή € 5). Προσέξτε, ωστόσο, γιατί μετά την αγορά του εισιτηρίου, η προβολή σας θα είναι διαθέσιμη για τις επόμενες τρεις ώρες. Επίσης, ο σύνδεσμος είναι προσωπικός, δεν μεταβιβάζεται και έχει ισχύ μόνο στη συσκευή όπου ενεργοποιήθηκε.