Κριτική

Ιχνευταί

Από -

© Πάτροκλος Σκαφίδας
© Πάτροκλος Σκαφίδας

Η παράσταση του Μιχαήλ Μαρμαρινού θέλει να μας χαρίσει ένα σπάνιο δώρο, καθώς παρουσιάζει ένα ολιγοπαιγμένο έργο κι ένα από τα ελάχιστα δείγματα ενός ολόκληρου δραματικού είδος (του σατυρικού δράματος, που πήρε το όνομά του από τον Χορό των τραγόμορφων Σατύρων και στην αρχαιότητα έκλεινε την τραγική τριλογία για να αποφορτίσει τους θεατές από τον «έλεο και φόβο» που είχαν προηγηθεί). Η υπόθεση των «Ιχνευτών» κρύβει ένα ακόμη δώρο: την ανακάλυψη της μουσικής, που εκπλήσσει και τους ίδιους τους ήρωες. Ο θεός Απόλλωνας, έχοντας χάσει τα ιερά βόδια του, τάζει ένα χρυσό στεφάνι σε όποιον τον βοηθήσει να τα βρει, κι έτσι ο Σιληνός αναθέτει τη δουλειά στους Σατύρους-Ιχνευτές. Αυτοί, ακολουθώντας τα ίχνη των ζώων, γίνονται ωτακουστές πρωτόγνωρων ήχων, που τους οδηγούν στον Ερμή, τον νόθο γιο του Δία που αναθρέφει η νύμφη Κυλλήνη στα οροπέδια της Αρκαδίας. Εκεί, εκστασιασμένοι, θα διαπιστώσουν πως οι ήχοι προέρχονται από τη λύρα που έχει κατασκευάσει ο Ερμής από ένα καύκαλο χελώνας.

© Πάτροκλος Σκαφίδας
© Πάτροκλος Σκαφίδας

Πρόκειται για ένα παραμύθι συγκινητικό και σοφό, που οι στίχοι του εναρμονίζονται με τη φύση και τη συμπαντική λειτουργία και οι ήρωές του είναι θεοί, νύμφες και τραγόμορφα, απόκοσμα όντα. Τα δώρα της παράστασης, όμως, μένουν μάλλον σε κλειστό κύκλο, αφού το εκστατικό αίσθημα έγινε πεδίο δοκιμής μιας εκλεκτικιστικής αισθητικής. Βέβαια, η παράσταση έχει δύο μεγάλα ατού: την ομοιοκατάληκτη μετάφραση του Εμμανουήλ Δαυίδ και τη μουσική που συνέθεσε ο Billy Bultheel, καλλιτέχνης που πειραματίζεται με την ηλεκτρονική και την μπαρόκ πολυφωνική μουσική. Ο Μαρμαρινός την εκμεταλλεύτηκε εξίσου ωραία, βάζοντας τέσσερις μουσικούς, σκορπισμένους στο κοίλον, να κυκλώνουν θεατές και ηθοποιούς με τους ήχους των χάλκινων πνευστών τους. Επίσης, η ανάθεση του Ερμή στον κόντρα τενόρο Steve Katona με την απόκοσμη φωνή, ολοκλήρωσε το αποτέλεσμα της γοητευτικής ηχοτοπίας – η οποία δεν έπαυε πάντως να αισθητικοποιεί και να «εξωραΐζει» ένα έργο που έχει γήινο χαρακτήρα και διονυσιακό πυρήνα.

Στα υπόλοιπα σημεία η παράσταση είναι μάλλον επίπεδη. Γιατί μπορεί ο Χορός να πρωταγωνιστεί επί σκηνής με ωραία σωματική και κινησιολογική παρουσία (Τάσος Καραχάλιος), όμως η εκφορά του λόγου ακολούθησε ένα απροσδιορίστου λογικής ψιθύρισμα που ξενίζει, ενώ και η ενδυματολογική όψη του –χωρίς να απαιτείται να αναπαριστά τους ζωόμορφους σατύρους, κάθε άλλο– είναι μάλλον αμφιλεγόμενης αισθητικής (Γιώργος Σαπουντζής). Ο Σταμάτης Κραουνάκης, σχεδόν διεκπεραιωτικός, δεν εμφύσησε στον Σιληνό κάποιο ψήγμα δαιμόνιας τρέλας, δεν επιβλήθηκε στη σκηνή ως ηθοποιός ούτε η σκηνοθεσία εκμεταλλεύτηκε κάπως την τραγουδιστική του ιδιότητα. Η Αμαλία Μουτούση είναι πολύ καλή ως αλαφροΐσκιωτη, κωμική Κυλλήνη, εξετάζεται όμως για ποιο λόγο οδηγήθηκε σε τέτοια ανάγνωση του ρόλου, ενώ ο Χάρης Φραγκούλης, περισσότερο εύπλαστος, έδωσε ωραία, αν και συγκρατημένα, τον Απόλλωνα.

banner