Πήγα Είδα

Ήταν ο «Οιδίπους» του Ουίλσον στην Επίδαυρο μια ακριβοπληρωμένη αρπαχτή;

Από -

Το κείμενο αυτό ξεκίνησε να γράφεται για τους λάθους λόγους, μια που εν έτει 2019 χρειάζεται ακόμη να υπερασπιζόμαστε τα αυτονόητα, το δικαίωμα δηλαδή ενός σκηνοθέτη να χρησιμοποιήσει το δραματουργικό υλικό του ως αφορμή για μια αυτόνομη δημιουργία που δεν θα μένει στην κυριολεκτική αναπαράσταση ενός έργου. Η πρεμιέρα της Παρασκευής δόθηκε ενώπιον ισχνού –για τα δεδομένα της χωρητικότητας του θεάτρου- αριθμού θεατών, κάτι που ίσως οφείλεται στις τσιμπημένες (επιεικής ο χαρακτηρισμός) τιμές των εισιτηρίων, ακόμη και για τις θέσεις του άνω διαζώματος. Μαζί με την ακόμη σοβαρότερη παρατήρηση πως η θέαση από το άνω διάζωμα ήταν άκρως προβληματική (τελικά, δηλαδή, το στήσιμο της παράστασης δεν έλαβε υπόψη τις ανάγκες της Επιδαύρου;) έχουμε δύο δεδομένα που δίνουν δίκιο σε διατυπωμένες δυσαρέσκειες και παράπονα.

Από εκεί και πέρα όμως, η παράσταση προκάλεσε και αντιδράσεις που μετατοπίζουν την κουβέντα από το να κρίνουμε τι είδαμε στο αν ο Ουίλσον «ασέλγησε» επί της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Λίγο πριν τη λήξη της, ένα δεκαπεντάλεπτο μονολόγου στα γερμανικά χωρίς υπερτιτλισμό, προκάλεσε τη δυσαρέσκεια μερίδας του κοινού την οποία φρόντισε να εκφράσει εντόνως και φωναχτά («στην Επίδαυρο, στον «Οιδίποδα», γερμανικά!», ακουγόταν από τις κερκίδες ενώ η παράσταση βρισκόταν σε εξέλιξη), ενώ την επόμενη μέρα τα social media είχαν την τιμητική τους με σχόλια για «φιάσκο», «αρπαχτή», «προκάτ παράσταση», και άλλα ακόμη γραφικότερα.

Στην Επίδαυρο, βεβαίως, έχουμε δει και ακούσει πολύ χειρότερα, ο συγκεκριμένος «Οιδίπους» δεν μπορεί να συμπεριληφθεί καν στις «γιουχαϊσμένες παραστάσεις». Οι παλιότεροι θα θυμούνται άλλες, χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις, όπως τις «Βάκχες» του ΚΘΒΕ, σε σκηνοθεσία του Γερμανού Μ. Λάγκχοφ το 1997, όταν ο γυμνός Διόνυσος του Μηνά Χατζησάββα ήταν μόνο η αρχή σε μια παράσταση που προκάλεσε κυριολεκτικά τη «μήνιν» θεατών, δημοσιογράφων και κριτικών, τους «Πέρσες» του Εθνικού σε σκηνοθεσία του Βούλγαρου Ντ. Γκότσεφ το 2008, ή ακόμη παλιότερα, το 1988, τον «Οιδίποδα Τύραννο» που ανέβασε το ζεύγος Καρέζη-Καζάκου, σε σκηνοθεσία του Γεωργιανού Ρ. Στούρουα, με τη χαρακτηριστική σκηνή όπου ο Αγγελιοφόρος κατά την αφήγησή του άναψε ένα τσιγάρο.

Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι παραπάνω είναι ξένοι σκηνοθέτες –κάτι που συχνά έχει οδηγήσει σε αδιανόητες διατυπώσεις για το αν μπορεί ένας «ξένος να συλλάβει την ουσία ενός είδους κατεξοχήν ελληνικού»-, αν και από τις επικρίσεις δεν έχουν ξεφύγει ούτε Έλληνες δημιουργοί που «τόλμησαν» να παρουσιάσουν κάτι που ξεφεύγει από το συμβατικό στιλ ανεβάσματος της τραγωδίας. Αποτελεί κοινό τόπο πια πως οι Έλληνες είμαστε αρκετά «ευαίσθητοι» στο θέμα της αρχαίας κληρονομιάς μας, ενώ ειδικά το θέατρο της Επιδαύρου συνιστά ένα συλλογικό φαντασιακό, είναι ένας «ιερός τόπος» για τη συλλογική μας συνείδηση. Οποιαδήποτε παράσταση παρεκκλίνει από αυτό που ο καθένας θεωρεί ότι είναι η αρχαία τραγωδία αντιμετωπίζεται, το λιγότερο, με επιφύλαξη.

Πάντως, για να μην μακρηγορούμε, το θέμα με τον «Οιδίποδα» του Μπομπ Ουίλσον δεν είναι καν θέμα «ελεύθερης χρήσης της αρχαίας τραγωδίας». Ο Ουίλσον δεν ανέβασε, ούτε ισχυρίστηκε πως το κάνει, τον «Οιδίποδα Τύραννο» ή «Επί Κολωνώ» του Σοφοκλή. Ο Ουίλσον εμπνεύστηκε από τον μύθο του Οιδίποδα και έγραψε ένα νέο έργο που απασχολείται με τις βασικές αγωνίες του ήρωα, με τα υπαρξιακά ερωτήματά του, και κατ’ επέκταση με τα δικά μας ερωτήματα: «Ποιος είμαι; Από πού έρχομαι; Πού θα καταλήξω;» Και ως σκηνοθέτης που μιλάει κυρίως με εικόνες, έγραψε ένα έργο εικόνων, ήχων και κίνησης και όχι ένα έργο λόγου.

Όσοι είναι εξοικειωμένοι με τη σκηνική γλώσσα του Ουίλσον δεν αιφνιδιάστηκαν, αλλά και για όλους τους υπόλοιπους ο «Οιδίπους» θα μπορούσε να αποδειχθεί μία πρωτόγνωρη, ερεθιστική εμπειρία. Προσωπικά, θεωρώ μάλιστα πως πρόκειται για μία από τις καλύτερες δουλειές του που έχουμε δει από το 2011 και μετά. Ειδικά συγκρινόμενος με την «Οδύσσεια» που είχε υπογράψει στο Εθνικό –όπου η αισθητική του σφραγίδα εξαντλήθηκε περισσότερο στην, άρτια εννοείται, εικονογράφηση της αφήγησης-, εδώ ο Ουίλσον πήγε βαθύτερα.

Η παράσταση φανέρωνε συνεχώς τις πνευματικές και καλλιτεχνικές καταβολές του δημιουργού της: πότε εκφραζόταν μέσα από την τελετουργική φόρμα του ιαπωνικού θεάτρου, πότε μέσα από το χοροθέατρο –και θύμιζε τη δουλειά του Δημήτρη Παπαϊωάννου-, αλλού άφηνε το εξαιρετικό ηχητικό περιβάλλον να επιδράσει, και καθ’ όλη τη διάρκεια η εικαστική αρτιότητα δημιουργούσε επιβλητικές εικόνες, που κάτι σήμαιναν, κάτι έκρυβαν πίσω τους. Η διαπραγμάτευση του μύθου ήταν χαλαρή, δεν ξετυλίχθηκε γραμμικά –και ίσως δημιούργησε σύγχυση-, όμως ήταν αυτή που ουσιαστικά έδωσε το νόημα σε όλη την παράσταση.

Κι αυτό γιατί, ο Ουίλσον δεν (νομίζω πως) ήρθε για να μας αφηγηθεί έναν μύθο –ειδικά με αρχή, μέση και τέλος-, αλλά για να καθοδηγήσει μέσα από τη συνεχή ανακύκλωσή του τις δικές μας σκέψεις πάνω σε αυτόν. Η παράσταση έβαζε τον θεατή στη διαδικασία της σκέψης, δεν ήταν μια στείρα διαδοχή εντυπωσιακών εικόνων - αν και σε αυτό το σημείο δεν γίνεται να μην αναφερθούν η τεχνολογική υπεροχή, η αισθητική αρτιότητα, η εξαιρετική ερμηνευτική ομάδα με επικεφαλής τους Λυδία Κονιόρδου, Angela Winkler, Μιχάλη Θεοφάνους και Αλέξη Φουσέκη. Ναι, κάποιες σκηνές ήταν δύσκολα αποκρυπτογραφήσιμες. Όμως αν το μόνο ζητούμενο της τέχνης ήταν η κυριολεξία και το εμφανές, δεν θα είχαμε τη χαρά να γνωρίσουμε τον συμβολισμό, το χοροθέατρο, την αφηρημένη ζωγραφική, το θέατρο του παραλόγου και τόσα άλλα είδη δημιουργικής έκφρασης.

Σχετικά Θέματα