Συνέντευξη

Ηρώ Μπέζου: «Δεν πιστεύω ότι θα σκηνοθετήσω ποτέ έργο άλλου συγγραφέα»

Από -

Έχοντας σημαντικές συνεργασίες και ερμηνείες στη φαρέτρα της (πιο πρόσφατα την είδαμε το καλοκαίρι στον «Προμηθέα Δεσμώτη» του Άρη Μπινιάρη), η ηθοποιός Ηρώ Μπέζου παίρνει φέτος το βάπτισμα της σκηνοθεσίας και της συγγραφής. Λίγες μέρες πριν την πρεμιέρα του πρώτου θεατρικού της έργου «Οι ναυαγοί» που συνσκηνοθετεί στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης με τον Γιάννη Παπαδόπουλο με ένα πολύ δυνατό ερμηνευτικό τρίο -Σοφία Κόκκαλη, Γιάννος Περλέγκας, Μιχάλης Τιτόπουλος- μιλά στο «α» για τη γέννηση και την προετοιμασία αυτού του εγχειρήματος, για το πως αντιλαμβάνεται τις ιδιότητες του συγγραφέα και του σκηνοθέτη, καθώς και για το ρόλο της Σόνιας που θα υποδυθεί από τη νέα χρονιά στον τσεχοφικό «Θείο Βάνια» που θα σκηνοθετήσει ο Δημήτρης Καραντάς στο θέατρο Προσκήνιο.

Πως προέκυψε η ανάγκη να γράψετε ένα θεατρικό έργο;
Είναι κάτι που σας απασχολεί από μικρότερη ηλικία; Ναι, με απασχολούσε από πολύ μικρή αλλά δεν είχα αρκετή επιμονή ούτε αρκετές προσλαμβάνουσες να με τροφοδοτήσουν, λόγω τεμπελιάς-δεν διάβαζα πολύ. Πριν 3 χρόνια ξαναδοκίμασα να γράψω, σε αναζήτηση μιας μοναχικής δημιουργικής δραστηριότητας, μιας διαδικασίας που θα ήταν μόνο δική μου. Προσπαθούσα να αφηγηθώ, αλλά δυσκολευόμουν, έβρισκα τοίχο, κατέληγα να γράφω ημερολόγιο. Τη στιγμή που αυθόρμητα έστρεψα μια αφήγηση σε διάλογο, όλα φώτισαν. Η θεατρική μορφή γραφής κυλούσε εκατό φορές πιο αβίαστα και απολαυστικά για μένα, αν μη τι άλλο.

Οι «Ναυαγοί» είναι ένα ρεαλιστικό έργο με έναν αλληγορικό τίτλο. Με τι παλεύουν οι ήρωες για να επιβιώσουν και να «βγουν στη ζωή»;
Παλεύουν να αγαπήσουν χωρίς να αφομοιωθούν. Παλεύουν με την φιλοδοξία και την περιφρόνησή τους για τους άλλους. Παλεύουν να τους ακούσουν και να τους δουν, να συνδεθούν στ’ αλήθεια. Να σταθούν μόνοι, ενήλικες στα πόδια τους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα κόψουν τις ρίζες. Πώς μπορώ να είμαι μόνος, και ταυτόχρονα μαζί με τον άλλον, αλλά ολόκληρος.

banner

Είχατε φανταστεί την παράσταση με τους συγκεκριμένους ηθοποιούς;
Δεν θα γινόταν η παράσταση χωρίς τους συγκεκριμένους ηθοποιούς. Δεν εννοώ ότι γράφτηκαν οι ρόλοι γι’ αυτούς, αλλά ότι ο ενθουσιασμός τους για το έργο ήταν καθοριστική κινητήριος δύναμη για μένα καθώς και ότι η καλλιτεχνική και ψυχική μας συγγένεια υποσχόταν εξ αρχής μια ουσιαστική συνεργασία. Στηρίζουμε ο ένας τον άλλον. Και μελαγχολώ που τελειώνουν οι πρόβες μας, ήταν η ωραιότερη εμπειρία της ζωής μου.

«Όταν παίρνω λίγη απόσταση και συνειδητοποιώ τι συμβαίνει, συγκινούμαι ασύλληπητα που τους ακούω να λένε τα λόγια που έγραψα και να ζωντανεύουν αυτούς τους ήρωες. Είναι σαν να υπήρχαν αυτά τα πρόσωπα πριν τα γράψω εγώ. Και να είχαν πάντα την μορφή και τη φωνή των τριών, του Γιάννου, του Μιχάλη και της Σοφίας».

Βλέπετε τον εαυτό σας να σκηνοθετεί περισσότερο στο μέλλον; Πώς εξελίχθηκε η συνεργασία με τον Γιάννη Παπαδόπουλο σε αυτό το κομμάτι;
Δεν πιστεύω ότι θα σκηνοθετήσω ποτέ έργο άλλου συγγραφέα. Τώρα μ΄ έναν τρόπο οι δύο ιδιότητες ήταν συνεχώς μπλεγμένες μέσα μου και γι΄αυτό λειτουργούσα καλά. Με τον Γιάννη δουλέψαμε υπέροχα, γιατί έγινε ένας άτυπος καταμερισμός εργασίας χωρίς να το συνεννοηθούμε: Εκείνος ήταν κατά κάποιον τρόπο ο «αρχηγός» σε ό, τι αφορούσε το εικαστικό κομμάτι, το στήσιμο, τον «κόσμο» που φτιάξαμε, (μαζί με την σκηνογράφο Εύα Γουλάκου και τον φωτιστή μας Τάσο Παλαιορούτα φυσικά). Εγώ ήμουν πολύ πιο δραστήρια σε ό, τι αφορούσε τους ηθοποιούς και την δραματουργία της παράστασης. Φυσικά και οι δύο παρεμβαίνουμε σε όλα, ενίοτε διαφωνούμε. Αλλά είναι υπέροχο το ότι βρεθήκαμε σε αυτή τη θέση. Κανείς μας δεν φλέρταρε ποτέ με την σκηνοθεσία, το κάναμε γιατί αγαπήσαμε το έργο και γιατί θέλαμε να ξαναδουλέψουμε μαζί. Ήταν αποκαλυπτική εμπειρία. Είμαστε ακόμα πιο αγαπημένοι τώρα. Και λίγο πιο σοφοί.

Ποια είναι η αίσθηση που σας προκαλεί στην προκειμένη περίπτωση η παρουσία σας μόνο πίσω από την κουίντα ως συγγραφέας και σκηνοθέτης κι όχι ως ηθοποιός πάνω στη σκηνή;
Μου αρέσει. Αντλώ αυτοπεποίθηση και έμπνευση από το γεγονός ότι δουλεύω το ίδιο μου το κείμενο. Απολαμβάνω την πρόβα γιατί ξέρω ότι θα μιλήσω και θα με καταλάβουν, ότι θα με εμπιστευτούν, γιατί είναι οι συγκεκριμένοι άνθρωποι που έχουμε αυτή τη σχέση, κοινή κατεύθυνση και κοινή πρόθεση. Δεν έχω ζηλέψει, δεν θα ήθελα να παίζω. Μου αρέσει να δουλεύω μαζί τους απ΄ έξω και μ αρέσει να τους παρακολουθώ να παίζουν. Ενίοτε ξεχνιέμαι γιατί πελαγώνω με τα επιμέρους, αλλά όταν παίρνω λίγη απόσταση και συνειδητοποιώ τι συμβαίνει, συγκινούμαι ασύλληπητα που τους ακούω να λένε τα λόγια που έγραψα και να ζωντανεύουν αυτούς τους ήρωες. Είναι σαν να υπήρχαν αυτά τα πρόσωπα πριν τα γράψω εγώ. Και να είχαν πάντα την μορφή και τη φωνή των τριών, του Γιάννου, του Μιχάλη και της Σοφίας.

Ποιο ρόλο θα υποδυθείτε στον «Θείο Βάνια» του Δημήτρη Καραντζά; Ήταν ένα στοίχημα για εσάς ο συγκεκριμένος ρόλος;
Θα υποδυθώ την Σόνια. Ο Θείος Βάνιας είναι το αγαπημένο μου έργο, χαίρομαι που θα έχω την ευκαιρία να εργαστώ πάνω σε αυτό, αλλά πάντα μια δουλειά εξαρτάται πολύ από το σκηνοθετικό πλαίσιο, το πώς θέλει ο σκηνοθέτης να γίνεται η πρόβα. Δεν θα «αναμετρηθώ» με έναν ρόλο όπως λένε, δεν νιώθω έτσι. Θα παίξω σε μια παράσταση. Η δυσκολία του ρόλου είναι προφανής αλλά δεν μπορείς να ξέρεις τι θα γεννηθεί από την συνάντησή σου με ένα κείμενο πριν αρχίσεις να το δουλεύεις.

Υπάρχει κάποιο έργο, ρόλος ή ακόμη και κάποιο θεατρικό είδος που ονειρεύεστε να συναντήσετε στο μέλλον;
Θα ήθελα να γράψω ένα έργο σε στίχο. Θα ήθελα να ξαναγράψω κάτι, οτιδήποτε.

Ποιες είναι οι επιρροές και τα διαβάσματα σας;
Αν εννοείτε τι μου αρέσει να διαβάζω και να βλέπω, πολλούς έχω αγαπήσει και με έχουν καθορίσει: ο Τσέχωφ, ο Τσβάιχ, ο Ντοστογιέφσκι, παλιότερα ο Κούντερα, ο Στρίντμπεργκ, ο Ρίλκε, οι ταινίες του Μπέργκμαν, του Γούντι Άλλεν, του Σταύρου Τσιώλη. Αν αναφέρεστε σε επιρροές που είναι ευδιάκριτες στην παράσταση, φοβάμαι πώς δεν έχω ιδέα. Έχω κλέψει όμως μια φράση από τον Ρίλκε, το παραδέχομαι.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου