Κριτική

Ιππείς

Από -

Είναι περίεργο που οι «Ιππείς» δεν ανεβαίνουν συχνότερα, δεδομένης της πολιτικής υπόθεσης και της εύκολης πρόσληψής της από τον σημερινό θεατή, ο οποίος δεν χρειάζεται να γνωρίζει το πλαίσιο του 424 π.Χ. Ο Αριστοφάνης έγραψε μία κωμική αλληγορία για να επιτεθεί στον Κλέωνα, αλλά εύκολα η σκηνική συνθήκη μεταφέρεται γενικά στην πολιτική φαυλότητα και την παραπλάνηση του λαού από δημαγωγούς πολιτικούς. Ο λαός άλλωστε είναι ο πρωταγωνιστής του έργου και μάλιστα ονομαστικά, καθώς εκπροσωπείται από τον Δήμο, για την εύνοια του οποίου μαλώνουν οι πολιτικοί-δούλοι του: ο ήδη ευνοούμενός του, Παφλαγόνας, και ο Αλλαντοπώλης, που έρχεται να τη διεκδικήσει, είναι άνθρωποι άξεστοι, φαύλοι και συκοφάντες. Ο Αριστοφάνης εμφανίζεται αμφίθυμος: τι μέλλον μπορεί να έχει η (αθηναϊκή) δημοκρατία όταν αφήνεται από τον κακό στον χειρότερο; Από την άλλη, ο ανέμελος και καλοπιασμένος Δήμος δείχνει να κατακτάει στο τέλος του έργου την απαραίτητη επαγρύπνηση απέναντι στους κόλακες.

Ο Κωνσταντίνος Ρήγος χτίζει πάνω σε αυτό το οικοδόμημα, αλλά σε αισθητικό επίπεδο κυρίως παρά σε ερμηνευτικό. Οι «Ιππείς» του μιλάνε τη γλώσσα της (νεολαίας της) εποχής μας, τραπάρουν, λένε τα λόγια τους σε ρυθμό χιπ χοπ και κατακλύζονται από μουσική και αβίαστη σωματική ενέργεια. Ο Ρήγος σκηνοθετεί ως χορογράφος και μαζί με τον Θοδωρή Ρέγκλη που υπογράφει την μπιτάτη μουσική δίνουν την αριστοφανική κωμωδία σαν βίντεο κλιπ και φαντασμαγορικό τηλεοπτικό σόου˙ την αίσθηση εντείνουν η χρήση των φωτιστικών εφέ (Χρήστος Τζιόγκας) και τα κοστούμια της Νατάσας Δημητρίου με τον γκλαμ-κιτς χαρακτήρα τους. Οι ηθοποιοί -εξαιρετικοί στην πλειοψηφία τους- ντύνουν τους ρόλους τους με ερμηνευτική υπερβολή στοχεύοντας στο κωμικό αποτέλεσμα, που προσφέρεται άφθονο. Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης ξεχωρίζει ως άξεστος Αλλαντοπώλης, ο Πάνος Μουζουράκης εκμεταλλεύεται την τραγουδιστική του ιδιότητα για την ερμηνεία του Δημοσθένη, ο Κώστας Κόκλας προσαρμόζει τον τρομερό Παφλαγόνα στο «βαρύ» παίξιμό του και ο Κωνσταντίνος Μπιμπής ως ένας εκ των Κορυφαίων του Χορού αποδεικνύει τις τεράστιες ικανότητές του˙ μάλιστα, ο δεκαεξαμελής Χορός αναδεικνύεται σύσσωμος σε ισάξιο πρωταγωνιστή, δίνοντας τον τόνο σε ολόκληρη την παράσταση και κλέβοντας σε σημεία τις εντυπώσεις.

Η πολλή οπτική και ακουστική πληροφορία, όμως, καταλήγει να θολώσει τη γραμμή της ιδεολογικής ερμηνείας, αν υπάρχει κάποια, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την ανάγνωση του -κομβικού- ρόλου του Δήμου (Στέλιος Ιακωβίδης), που καπελώνεται από τη σκηνική βαβούρα. Υπάρχουν στιγμές στην παράσταση που αποκαλύπτουν τον προβληματισμό του σκηνοθέτη, όπως οι διάσπαρτες σύγχρονες νύξεις που καταθέτουν πολιτικό σχόλιο, και κυρίως ο ρόλος που έχει ανατεθεί στη Στεφανία Γουλιώτη, ως μίας σημερινής φωνής, που δίνει πολύ ωραίες ποιότητες στην παράσταση. Κατά κύριο λόγο, όμως, ο Ρήγος επιλέγει να μείνει στην επιφάνεια μιας θεαματικής κωμωδίας με πολιτική χροιά στο φόντο, διανθισμένης κυρίως με εξωτερικά -διασκεδαστικά πάντως- ευρήματα.

banner

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου