Συνέντευξη

Ηλέκτρα Ελληνικιώτη: «Λείπουν τα μικρά αλλά δυνατά κέντρα παραγωγής και έρευνας της παραστατικής τέχνης»

Είναι τολμηρή η απόφαση να δημιουργήσετε μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας Θέρος, ένα νέο καλλιτεχνικό χώρο μέσα την καραντίνα;
Η αλήθεια είναι πως δεν μπορούμε να ξέρουμε πόσο τολμηρή είναι μία τέτοια απόφαση, καθώς για μας έμοιαζε η μόνη λογική απόφαση. Και όχι τόσο εξαιτίας της καραντίνας και του πώς εξελίχτηκε το 2020 για το θέατρο συνολικά, αλλά κυρίως εξαιτίας των καλλιτεχνικών και παραγωγικών απαιτήσεων που άρχισε να έχει «η Γραμμή του Ορίζοντος». Κατά πάσα πιθανότητα, θα αποδεικνυόταν πολύ πιο τολμηρό το να προσπαθήσουμε να συμπεριληφθούμε στο πρόγραμμα κάποιου ήδη υπάρχοντος καλλιτεχνικού χώρου, γιατί η προσπάθεια μάλλον θα ναυαγούσε, όχι επειδή θα υπήρχε αυτή η πρόθεση και από τις δύο πλευρές, αλλά επειδή θα αποδεικνυόταν σχεδόν ανέφικτο υπό τις συνθήκες. Ασφαλώς και οικονομικά φαντάζει μία πολύ τολμηρή απόφαση, αλλά αν κάτσει κάποιος με ψυχραιμία και συγκρίνει τα έξοδα στα οποία που θα καλούμασταν να ανταποκριθούμε ως φιλοξενούμενοι σε έναν χώρο, με αυτά που θα κληθούμε να κάνουμε για να συντηρήσουμε το Κάμιρος, θα δει ότι οι διαφορές είναι μηδενικές.
Μια συνέπεια της πανδημίας και της καραντίνας για τον χώρο του πολιτισμού ευρύτερα, ήταν η δημιουργία μεγάλης ποσότητας ανεκμετάλλευτου χρόνου για όλους τους δημιουργούς. Σταματώντας να δουλεύουμε, βρεθήκαμε με πάρα πολύ ελεύθερο χρόνο στα χέρια μας, τον οποίο δυστυχώς δεν μπορούσαμε να εκμεταλλευτούμε πάντα δημιουργικά, γιατί ταυτόχρονα βρεθήκαμε και σε δεινή οικονομική κατάσταση. Λίγο από τύχη, λίγο από επιθυμία, εμείς στην Θέρος αυτό το διάστημα μελετήσαμε και προσπαθήσαμε να παράξουμε ένα μοντέλο πολιτιστικής διαχείρισης, που θέλουμε να πιστεύουμε ότι θα επιτρέψει την οικονομική επιβίωση του Κάμιρος. Και το λέω αυτό, γιατί εξαιτίας της κρίσης τα τελευταία 12 χρόνια, τουλάχιστον τρεις γενιές θεατρικών δημιουργών στην πλειοψηφία τους ζουν και εργάζονται με την ψευδαίσθηση ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο να αναπαράγεις υγιή οικονομικά μοντέλα πολιτιστικής διαχείρισης και παράλληλα να κάνεις και αυτό ακριβώς που θες καλλιτεχνικά. Ψευδαίσθηση που αναπόδραστα μας οδηγεί στο λάθος συμπέρασμα, ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο να κάνουμε την τέχνη που θέλουμε, αν αυτή δεν είναι εξασφαλισμένη οικονομικά εκ των προτέρων. Από αυτή την άποψη ναι, μπορεί να είναι μια τολμηρή απόφαση• Αποφασίσαμε να δουλέψουμε με όρους και σε μία κλίμακα που κανονικά θα δουλεύαμε μόνο, αν κάποιος μας διαβεβαίωνε ότι είμαστε οικονομικά εξασφαλισμένοι.

banner

Πώς γεννήθηκε η ιδέα του Κάμιρος;
Όταν αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε τη δημιουργία των «Μεταμφιέσεων», του κύκλου των καλλιτεχνικών εκδηλώσεων που είναι βασισμένες στη «Γραμμή του Ορίζοντος», και σκεφτόμασταν ενδεχόμενους χώρους φιλοξενίας τους, συνειδητοποιήσαμε ότι το πιο σημαντικό είναι να μείνει σε πρώτο πλάνο το ίδιο το μυθιστόρημα, να είναι αυτό που θα παραμένει κυρίως αποτυπωμένο στο μυαλό του κόσμου διαβάζοντας για το εγχείρημά μας. Αυτό αυτομάτως μας οδήγησε στην ιδέα να τοποθετήσουμε τις Μεταμφιέσεις σε έναν χώρο μη χαρακτηρισμένο θεατρικά, σε έναν χώρο που η έως τότε ταυτότητά του δεν θα πρόσθετε εκ των προτέρων χαρακτηριστικά στο μυθιστόρημα, αλλά και στις Μεταμφιέσεις. Θέλαμε ένα χώρο - λευκό χαρτί, για να γραφτεί η τρισδιάστατη εκδοχή της «Γραμμής του Ορίζοντος». Η πλειοψηφία των θεατρικών χωρών στην Αθήνα έχουν μία διακριτή ταυτότητα – κι αυτό μόνο καλό είναι στην πλειοψηφία των περιπτώσεων. Απλώς στη δική μας περίπτωση, ήταν τόσο σημαντικό το να είναι το ίδιο το μυθιστόρημα το συμβάν και τίποτα άλλο, που νιώσαμε ότι οφείλουμε με κάθε μας απόφαση να δημιουργούμε αυτό το πλαίσιο. Έτσι ξεκινήσαμε να αναζητούμε χώρους, που θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν τις Μεταμφιέσεις και τη «Γραμμή του Ορίζοντος». Για να είμαι ειλικρινής δεν πιστεύαμε στην τύχη μας, όταν συναντήσαμε τον συγκεκριμένο χώρο στο νούμερο 32 της οδού Ιθάκης, στην Κυψέλη. Οι μικρές και μεγάλες συμπτώσεις που συνδέουν τον χώρο με το μυθιστόρημα, οι τεχνικές του δυνατότητες, η θέση του στην πόλη, αλλά και η εξαιρετική επικοινωνία με τους ιδιοκτήτες, μας έδειξαν ότι μάλλον αυτός είναι ο χώρος που ψάχνουμε.


Τι σας έκανε να του χαρίσετε αυτό το όνομα;
«Κάμιρος» είναι ένα από τα ελάχιστα κύρια ονόματα που αναφέρονται μέσα στη «Γραμμή του Ορίζοντος»: Κάμιρος λεγόταν μία αρχαία πόλη της Ρόδου και Κάμιρος λεγόταν και ένα πλοίο της ΔΑΝΕ Sea Lines. Επειδή γνωρίζαμε εξαρχής ότι μέσα στον συγκεκριμένο χώρο εμείς δεν θα παράξουμε άλλη καλλιτεχνική δράση πλην της «Γραμμής του Ορίζοντος» και η καλλιτεχνική του επιμέλεια θα παραδοθεί σε άλλον δημιουργό ή ομάδα μετά τη λήξη της «Γραμμής», μας φάνηκε σωστό να δώσουμε το όνομα ενός πλοίου σε έναν χώρο, η καλλιτεχνική επιμέλεια του οποίου θα ταξιδεύει από δημιουργό σε δημιουργό. Επίσης, νιώσαμε πως σε σχέση με το πού βρίσκεται η θεατρική πραγματικότητα σήμερα, είναι κάπως σωστό, αντί να ψάξουμε για ένα πρωτότυπο όνομα, το όνομα του χώρου να είναι μία λέξη που έχει χρησιμοποιηθεί ήδη δύο φορές στο παρελθόν, με τις δυο προηγούμενες χρήσεις της να έχουν πλέον εκλείψει.

Θεωρείς πως η ομάδα Θέρος συμβάλλει στην ανανέωση της αντίληψης μερίδας συμπολιτών μας για την πυκνοκατοικημένη περιοχή της Κυψέλης;
Θεωρώ πως η ομάδα Θέρος στάθηκε μάλλον τυχερή βρίσκοντας αυτόν το χώρο στην Κυψέλη. Και αυτό, γιατί η περιοχή της Κυψέλης έχει αρχίσει εδώ και χρόνια να προσλαμβάνεται με έναν πολύ διαφορετικό τρόπο εν αντιθέσει με το πρόσφατο παρελθόν. Αφενός, υπάρχουν εδώ και χρόνια πολύ σημαντικοί καλλιτεχνικοί χώροι και θέατρα στην ευρύτερή της περιοχή, όπως και σινεμά και γκαλερί. Αφετέρου, η κατοίκησή της ξανά από μεγάλη μερίδα πολιτών, πολιτών που έμαθαν να συμβιώνουν και να γειτνιάζουν με τους ήδη υπάρχοντες κατοίκους της Κυψέλης, έχει δημιουργήσει μία δυναμική και πολύβουη κοινότητα, η οποία παρά τις αντίξοες συνθήκες και την συχνή απαξίωση από τον Δήμο και την Πολιτεία, αναζητά και βρίσκει μηχανισμούς συνύπαρξης. Με άλλα λόγια, τα τελευταία χρόνια η Κυψέλη αποδεικνύει αυτό που από τη δεκαετία του ‘90 ισχυριζόταν ο Βακαλόπουλος, ότι είναι δηλαδή το κέντρο του κόσμου. Είμαστε πολύ χαρούμενοι που έχουμε την ευκαιρία να το ζήσουμε. Από την άλλη, είναι λίγο προβληματικό να παραδεχόμαστε ως καίρια μια- κατά τη γνώμη μου - λανθάνουσα αντίληψη για την Κυψέλη, γιατί η συγκεκριμένη αντίληψη διαιωνίζει στερεότυπα και κοινωνικούς ρατσισμούς: οι γειτονιές ανήκουν πάντα σε αυτούς που τις κατοικούν και η όποια υποβάθμιση και αναβάθμισή τους είναι πολύ περισσότερο οικονομικό - πολιτικός μηχανισμός και πολύ λιγότερο προβληματισμός των πραγματικών τους κατοίκων. Είναι μάλλον η σειρά της Κυψέλης από υποβαθμισμένη να μετατραπεί σε αναβαθμισμένη. Γι’ αυτό το τελευταίο, μάλιστα, δεν θα μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, αν σύντομα κάποιος εγνωσμένος πολιτιστικός φορέας ανέπτυσσε τις δραστηριότητές του προς την περιοχή της Κυψέλης.

banner

Παρατηρώντας ελλείψεις εις βάρος του Πολιτισμού και από την άλλη θετικές πρωτοβουλίες όπως η ανακαίνιση και η δημιουργία θεάτρων, είσαι αισιόδοξη ή απαισιόδοξη για την πολιτιστική διαχείριση;
Είμαι και τα δύο. Είμαι απαισιόδοξη σε ό,τι αφορά την απαξίωση που βιώνει ο πολιτισμός από πλευράς της πολιτείας και σε ό,τι αφορά στις μεμονωμένες περιπτώσεις συναδέλφων που είτε αγωνιώντας για την επιβίωσή τους (συμβολική αλλά και βιοποριστική) είτε προσδοκώντας την απολαβή ιδιοτελών κερδών, με τον δημόσιο λόγο τους και τα έργα τους επιχειρηματολογούν (για να μην πω προπαγανδίζουν) υπέρ μιας κυβέρνησης και μιας υπουργού, που μάλλον χρειάζονται ιδιαίτερα μαθήματα τόσο ως προς την ετυμολογία της λέξης «πολιτισμός» όσο και ως προς την διαχείριση και εφαρμογή του. Ταυτόχρονα, όμως, είμαι και αισιόδοξη. Αφενός, γιατί μέσα σε αυτούς τους μήνες βρέθηκα να συνομιλώ με συναδέλφους που μέχρι πρότινος ούτε καν γνωριζόμαστε κι αυτό συνέβη στην προσπάθειά μας να θέσουμε, αν μη τι άλλο, τις βάσεις για τη λύση μερικών μακροχρόνιων προβλημάτων του χώρου του πολιτισμού. Και αφετέρου, βλέπω να πραγματοποιούνται δράσεις, πρωτοβουλίες και ενέργειες που μοιάζει να έχουν κατανοήσει πως τα σοβαρά ζητήματα που μαστίζουν τον χώρο του θεάτρου βρίσκονται πέρα και έξω από το τι είδους τέχνη παράγει ο καθένας από εμάς, και πολύ περισσότερο μέσα στο πώς και το γιατί την παράγουμε, δηλαδή στα πλαίσια που καθορίζουν τη δημιουργία μας.
Όταν βλέπεις μέσα σε πέντε μέρες σχεδόν 20.000 ανθρώπους να κινητοποιούνται για την εξυγίανση των εργασιακών τους συνθηκών και την ορατότητα του κλάδου και την πρωτοβουλία των Support Art Workers να παραμένει παρούσα και ενεργή μέχρι σήμερα, όταν βλέπεις νέους δημιουργούς (το πολύ μέχρι 40-45 χρονών) να ασχολούνται με ζητήματα και προβλήματα που μέχρι πρότινος έμοιαζαν να μη μας απασχολούν, τότε ναι ασφαλώς νιώθεις αισιόδοξος. Ας μην ξεχνάμε πως την γενιά μου την έχουν αποκαλέσει τη «χαμένη γενιά της κρίσης». Είναι, λοιπόν, αισιόδοξο να βλέπεις αυτή τη «χαμένη γενιά», (έστω και χωρίς να το έχουμε όλοι συνδηλώσει) να συμφωνεί ότι πολύ λίγη σημασία έχει το τι αξίας τέχνη παράγουμε, αν δεν έχουμε φροντίσει για το σε τι αξίας ζωή απευθύνεται. Όχι μόνο σε εθνικό αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο, οι τέχνες και πολιτισμός είτε απαξιώνονται είτε εργαλειοποιούνται στον βωμό μιας κάποιας εμπορικής συναλλαγής. Και αυτό συμβαίνει, γιατί ο πολιτισμός γενικά και η τέχνη ειδικά διέθεταν ανέκαθεν τα εργαλεία για την όξυνση της κριτικής σκέψης του ανθρώπου. Είμαι επομένως αισιόδοξη για το ότι βλέπω την πλειοψηφία των εργαζομένων στις τέχνες να ενδιαφέρονται για την όξυνση της κριτικής σκέψης στον άνθρωπο και απαισιόδοξη για το ότι οι προσπάθειές τους βρίσκουν πάνω σε έναν τοίχο πολύ γερά χτισμένο από χρόνια, με υλικά όπως η αμορφωσιά, ο αριβισμός, η αυτοεπίδειξη και οι πελατειακές σχέσεις. Δεν ξέρω αν θα πέσει ο τοίχος ή αν θα κουραστούμε εμείς που σπρώχνουμε, αλλά αν μη τι άλλο πλέον σπρώχνουμε και δεν καθόμαστε απλώς να τον κοιτάμε.

Έχετε ανακοινώσει πως θα αλλάζει συχνά η διεύθυνση της καλλιτεχνικής διαχείρισης του Κάμιρου. Σε τι αποσκοπεί η απόφαση αυτή και κατά πόσο είναι εύκολα εφαρμόσιμη;
Πρώτα πρώτα, εμείς αυτό που θέλουμε να πούμε μέσα στο Κάμιρος είναι «η Γραμμή του Ορίζοντος», γι’ αυτό το νοικιάσαμε και γι’ αυτό το διαμορφώσαμε. Επομένως με τη λήξη των «Μεταμφιέσεων» και της «Γραμμής του Ορίζοντος», δεν υπάρχει κάποιο μελλοντικό σχέδιο που θα θέλαμε να πραγματοποιήσουμε μέσα στον συγκεκριμένο χώρο. Δεύτερον και κυριότερο, όσο περισσότερο δουλεύαμε για το πώς πρέπει να οργανωθεί και να λειτουργεί αυτός ο χώρος, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούσαμε ότι οι ανάγκες που επιθυμούμε να καλύψει αφορούν και σε μια μεγάλη μερίδα των συναδέλφων μας. Για παράδειγμα, η ελευθερία που αποκτήσαμε εμείς με το να έχουμε έναν χώρο κατάδικό μας για έξι μήνες, είναι ένα προνόμιο που η πλειοψηφία των συναδέλφων μας το στερείται. Έτσι σκεφτήκαμε, γιατί να μη δώσουμε αυτή τη δυνατότητα που εμείς αποκτήσαμε και σε άλλους καλλιτέχνες; Τρίτον, και αυτό αφορά περισσότερο στην ιδιότητά μας ως καλλιτεχνών, νιώθουμε τεράστια ανάγκη να γνωρίσουμε τον τρόπο εργασίας άλλων συναδέλφων. Πιστεύουμε πραγματικά ότι συναντώντας τις μεθόδους και τις διαδικασίες καλλιτεχνών που προέρχονται από κάποιο άλλο θεατρικό είδος (ενδεχομένως και από κάποια άλλη τέχνη) θα ανανεωθούμε και οι ίδιοι ως δημιουργοί.
Με την εξάμηνη φιλοξενία δημιουργών εκ διαμέτρου αντίθετων μεταξύ τους, ελπίζουμε να γνωρίσουμε ένα κομμάτι της σύγχρονης θεατρικής πραγματικότητας, που κάτω από άλλες συνθήκες θα ήταν πολύ πιο δύσκολο να το γνωρίσουμε. Γιατί ο κάθε καλλιτεχνικός διαχειριστής θα είναι ελεύθερος να συνθέσει το ρεπερτόριο που ο ίδιος θέλει, και άρα θα μας συστήσει και με καλλιτέχνες που εμείς, με τις δικές μας αναφορές και τα δικά μας αισθητικά κριτήρια, δεν θα τους σκεφτόμασταν στην σύσταση ενός ρεπερτορίου. Τέλος, και μάλλον εξίσου σημαντικό με το δεύτερο, η απόφασή μας να αλλάζει η καλλιτεχνική διαχείριση του Κάμιρος ανά έξι μήνες, δηλώνει και την γενικότερη πρόθεση μας ως προς το πώς θέλουμε να υπάρχουμε στο θεατρικό τοπίο: δεν θέλουμε, με πρόσχημα την διατήρηση από μέρους μας ενός καλλιτεχνικού χώρου, να απομονωθούμε καλλιτεχνικά και επαγγελματικά. Δεν πιστεύουμε πως αυτό είναι που λείπει από τον πολιτιστικό χάρτη της πόλης.
Αυτό που λείπει ή που εκπροσωπείται ελάχιστα είναι η προσπάθεια να δημιουργηθούν μικρά μεν αλλά δυνατά κέντρα παραγωγής και έρευνας της παραστατικής τέχνης, που αναζητά τα θέματα και τα υλικά της έξω από τον στενό χώρο του θεάτρου και πιστεύει στη συνύπαρξη και τη συνάντηση με ένα πλήθος άλλων κοινωνικών, επιστημονικών και πολιτιστικών τομέων. Όσο κι αν οι περισσότεροι θεωρούμε πως τέτοιες πρωτοβουλίες αποτελούν προνόμιο των ιδρυμάτων και των κρατικών φορέων, αυτό δεν ισχύει. Αρκεί κανείς να βάλει στο κέντρο της οικονομικής του στρατηγικής οτιδήποτε άλλο εκτός από την κερδοσκοπία. Ακριβώς δηλαδή όπως και τα ιδρύματα και οι κρατικοί φορείς δε νοιάζονται για την εισπρακτική τους επιτυχία, και από αυτή την ξέγνοιαστη θέση έχουν το προνόμιο να κάνουν ακριβώς τις πολιτιστικές επιλογές που θέλουν -ή σχεδόν ακριβώς τις πολιτιστικές επιλογές που θέλουν.

Γιατί επιλέξατε να ξεκινήσετε με ένα αφιέρωμα στο Χρήστο Βακαλόπουλο;
Ας μου επιτραπεί να αντιστρέψω την ερώτηση, γιατί δεν επιλέξαμε να ξεκινήσουμε με ένα αφιέρωμα στο Χρήστο Βακαλόπουλο, αλλά ξεκινήσαμε το Κάμιρος, επειδή δουλεύαμε πάνω στον Χρήστο Βακαλόπουλο. Το Κάμιρος γεννήθηκε χάρη στον Χρήστο Βακαλόπουλο και τη «Γραμμής του Ορίζοντος» και όχι το αντίστροφο. Ας πούμε, ότι απλώς θέλαμε να ακουστεί το τελευταίο έργο του στο αγαπημένο του μέρος, στο κέντρο του κόσμου, την Κυψέλη. Πάνε σχεδόν έξι χρόνια που δουλεύουμε στη Θέρος πάνω στη «Γραμμή του Ορίζοντος», και όταν πλέον τον περασμένο Ιούνιο επιχορηγηθήκαμε από το Υπουργείο Πολιτισμού για την πραγματοποίηση των “Μεταμφιέσεων” και της παράστασης, είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου για να τεθούν σε εφαρμογή η δουλειά και οι έρευνες όλων αυτών των ετών. Τι περιλαμβάνει το αφιέρωμα που ετοιμάσατε; Οι Μεταμφιέσεις της «Γραμμής του Ορίζοντος» είναι αυτό που λέει το όνομά τους: το μυθιστόρημα μεταμφιέζεται σε εικαστικά, μουσική, κινηματογράφο και θέατρο, καθώς επίσης και σε ραδιόφωνο, συζητήσεις, αφιερώματα και εκπαίδευση. Με τη «Γραμμή του Ορίζοντος» πάντα στο κέντρο, απλώνονται οι ακτίνες των πιθανών της μεταμφιέσεων, των απαντήσεων δηλαδή που δίνουν οι προσκεκλημένοι καλλιτέχνες στην ερώτηση «αν η Γραμμή του Ορίζοντος ήταν μουσική/κινηματογραφικό έργο/ραδιοφωνική εκπομπή και ούτω καθεξής πώς θα ήταν;». Αρχής γενομένης, λοιπόν, από την Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου και μέχρι τον Ιούνιο του 2021 θα πραγματοποιούνται αρχικά σε εβδομαδιαία βάση ραδιοφωνικές εκπομπές, με άλλον προσκεκλημένο να αναλαμβάνει κάθε βδομάδα το εκάστοτε επεισόδιο. Έπειτα θα πραγματοποιηθεί μία έκθεση επιμελημένη από τη Δήμητρα Λιάκουρα με τίτλο «Κάμιρος, ένα πλοίο με πορτοκάλια φουγάρα», με τη συμμετοχή 11 καλλιτεχνών. Στη συνέχεια θα πραγματοποιηθούν οι μουσικές συναυλίες επιμελημένες από το Γρηγόρη Ελευθερίου, στις οποίες θα συμμετέχουν 15 μουσικοί. Αμέσως μετά, θα ξεκινήσουν οι κινηματογραφικές προβολές που επιμελείται η Μαρίλη Ζάρκου και στις οποίες θα συμμετέχουν 15 κινηματογραφικοί δημιουργοί και, τέλος, θα παρουσιαστεί και η θεατρική παραγωγή της Θέρος. Παράλληλα, θα πραγματοποιηθούν συζητήσεις βασισμένες σε θεματικές του μυθιστορήματος, καθώς και αφιερώματα γύρω από το έργο και τη ζωή του Χρήστου Βακαλόπουλου -και τα δύο σε επιμέλεια της Δήμητρας Δερμιτζάκη. Τέλος, θα πραγματοποιηθεί και το πρόγραμμα εναλλακτικής εκπαίδευσης της Θέρος, με τίτλο «Ανοιχτή Πρόβα» και στο οποίο οι συμμετέχοντες συνεργάζονται με την ομάδα ως ενεργά μέλη της δημιουργικής διαδικασίας.

Μπορεί η τεχνολογία να μας οδηγήσει σε έναν άλλο τρόπο επαφής με το θέατρο;
Αυτές είναι πάρα πολύ δύσκολες ερωτήσεις, και κατά τη γνώμη μου είναι πάρα πολύ νωρίς για να δώσουμε δόκιμες απαντήσεις. Δεν βρίσκω κανένα λόγο να γίνουμε αρνητές της τεχνολογίας και της εξέλιξης, αλλά αυτό δε σημαίνει πως δεν μπορούμε να παραμείνουμε και κριτικοί απέναντι στην βεβιασμένη χρήση και την αλόγιστη επικράτηση και των δύο. Όσο μπορεί η τεχνολογία να μας οδηγήσει σε έναν άλλο τρόπο επαφής με το θέατρο, άλλο τόσο μπορεί να μας οδηγήσει και σε έναν άλλο τρόπο απόστασης από το θέατρο. Γνωρίζω ανθρώπους για τους οποίους είναι πολύ σημαντικό το ότι έχουν τη δυνατότητα να δουν έστω και ψηφιακά παραστάσεις, που μέχρι πρότινος δεν είχαν κανένα τρόπο να τις δουν, φερ’ ειπείν άνθρωποι που ζουν στην επαρχία. Ξεχνάμε και ότι οι νέες γενιές έχουν μια πολύ πιο οικεία σχέση με την τεχνολογία και τον ψηφιακό κόσμο, έχουν απενοχοποιημένη δηλαδή τη μετάβαση των τεχνών στην ψηφιακή τους εκδοχή. Και αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να το ακούσουμε. Από την άλλη, οτιδήποτε βιάζεται να επιδείξει την ικανότητα επιβίωσης του θεάτρου στη νέα πραγματικότητα, εκτός από ανόητο και τρομοκρατημένο, είναι (ας μου επιτραπεί η έκφραση) και ντεκαυλέ. Όλος αυτός ο παροξυσμός μικροφώνων και τρικάμερων, που κατά τα άλλα ελάχιστα μειώνουν τις τιμές των εισιτηρίων, μου μοιάζει λίγο με κάποιον που μπερδεύει την πραγματική ερωτική πράξη με την παρακολούθησή της στα πορνό site. Και πιστέψτε με, δεν έχω τίποτα με τα πορνό site, απλώς δεν τα μπερδεύω μες στο κεφάλι μου με την πραγματική ερωτική πράξη. Ίσως μια καλή ιδέα θα ήταν να πάψουμε να το λέμε «θέατρο» αυτό που συμβαίνει στον ψηφιακό κόσμο, αυτήν την τεχνολογική εκδοχή του, και να του βρούμε μια άλλη λέξη που θα καταλήξει να σημαίνει από μόνο του μια άλλη τέχνη ή μια meta εκδοχή μιας τέχνης. Έως τότε, όσα παιχνίδια λέξεων κι αν κατασκευάζει αυτός που προσπαθεί να χρυσώσει το χάπι, όσα λογοπαίγνια κι αν παράξει για το αν «αντικαθίσταται», «υποκαθίσταται», «εγκαθίσταται» ή «αποκαθίσταται» η θεατρική τέχνη, εν τελεί το μόνο που καθίσταται είναι αυτός φαιδρός. Το θέατρο άλλωστε μια χαρά επιβιώνει και μετασχηματίζεται χιλιάδες χρόνια τώρα μέσα από πλήθος καινοτομιών, αναγκών και ακρωτηριασμών και μια χαρά θα επιβιώσει και θα μετασχηματιστεί και την επόμενη μέρα.

Πιστεύεις πώς στην υπόλοιπη Ευρώπη και σε χώρες όπως η Γαλλία π.χ. αντιμετωπίζουν με μεγάλο σεβασμό τον καλλιτέχνη, ενώ εδώ φαίνεται σαν να είσαι «ο τρελός του χωριού» όταν ασχολείσαι με την τέχνη;
Άλλη μια δύσκολη αλλά κι ενδιαφέρουσα ερώτηση. Σίγουρα σε κάποιες χώρες της υπόλοιπης Ευρώπης ο κρατικός μηχανισμός έχει πιο ανεπτυγμένα αντανακλαστικά ως προς την υποστήριξη και την οικονομική ενίσχυση των καλλιτεχνών, όπως για παράδειγμα η Γαλλία που αναφέρετε, αλλά και η Γερμανία. Αλλά ποιες είναι αυτές οι χώρες, θέλω να πω ποια είναι η δομή τους και η Ιστορία τους και ποια είναι η Ελλάδα; Μπορεί μια χώρα σαν την Ελλάδα να έχει τους ίδιους κρατικούς και κοινωνικούς μηχανισμούς με χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία; Σε σχέση με τι και ποιον τίθεται ο πήχης του σεβασμού, κάτω από τον οποίο εμείς νιώθουμε ότι η Ελλάδα υστερεί σε σχέση με αυτές τις χώρες; Από την άλλη, και ο σεβασμός είναι μια έννοια που χρίζει μεγάλης συζήτησης. Γιατί αν στην Ελλάδα τύγχαναν μεγάλου και αδιαπραγμάτευτου σεβασμού «τρελοί του χωριού» όπως ο Βασίλης Παπαβασιλείου, τότε εγώ προσωπικά θα ήμουν απολύτως σύμφωνη με αυτή τη φάλτσα εφαρμογή του σεβασμού. Αν οι καλλιτέχνες στην Ελλάδα δεν αντιμετωπίζονται με σεβασμό, τότε αυτό συμβαίνει γιατί πρόκειται για μια χώρα που προσπαθεί να γίνει ευρωπαϊκή για λάθος λόγους και σε λάθος τομείς και αντίστοιχα επιλέγει να μείνει ανατολίτισσα για λάθος λόγους και σε λάθος τομείς. Είναι άλλο να χρεώνουμε στην ελληνική πολιτεία έλλειψη σεβασμού προς τους καλλιτέχνες, επειδή τους απαξιώνει οικονομικά, κι άλλο να ισχυριζόμαστε ότι άλλες ευρωπαϊκές χώρες στηρίζουν οικονομικά τους καλλιτέχνες επειδή τους σέβονται. Αυτά τα δύο δεν έχουν σχέση αιτίας και αιτιατού. Αυτά ως προς τη σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Στα καθ’ ημάς τώρα, πιστεύω ότι ο σεβασμός της πολιτείας και της κοινωνίας θα ήταν μεγαλύτερος προς τους καλλιτέχνες, αν και εκείνοι με τη σειρά τους έσπαγαν κανένα αυγό και έλεγαν τα πράγματα με το όνομά τους, ώστε να μειωθεί ο χώρος που μένει ελεύθερος για πλήθος διασκεδαστικών περιστατικών αμορφωσιάς ή/και δυσνόητων κουλτουριάρηδων.

Τι εύχεσαι για τη νέα χρονιά;
Δεν έχω προλάβει να σκεφτώ τις ευχές μου για τη νέα χρονιά. Με μια γρήγορη σκέψη, θα ευχηθώ να ξανακερδίσουμε τον δημόσιο χώρο, να πέσει η κυβέρνηση, να ξανασυναντηθούμε (με όσα τραύματα και σκοτάδια κι αν κουβαλάμε) και να γελάμε λίγο περισσότερο με τους εαυτούς μας.

Σχετικά Θέματα