Κριτική

Ιφιγένεια η εν Ταύροις

Από -

Ίσως το άγχος για την πρώτη μεγάλου μεγέθους σκηνοθεσία στο αρχαίο δράμα, το δέος απέναντι στο χώρο της Επιδαύρου, ή η επιθυμία να προσεγγίσει την «Ιφιγένεια εν Ταύροις» με καθαρό βλέμμα ώθησαν τον Γιώργο Νανούρη να αντιμετωπίσει μια βαθιά ανθρωποκεντρική τραγωδία σχεδόν από απόσταση. Πρόθεσή του ήταν να ακολουθήσει το δρόμο της σκηνικής λιτότητας, μια γραμμή ερμηνείας απαλλαγμένη από υπέρμετρες σκηνοθετικές «παρεμβάσεις», το αποτέλεσμα όμως ήταν μια άνευρη παράσταση, παρόλο που το ίδιο το έργο του προσέφερε κάποια ασφάλεια.


Από τα έργα της αρχαιοελληνικής γραμματείας, ο Νανούρης επέλεξε ένα που δεν ανήκει αυστηρά στο τραγικό είδος: η «Ιφιγένεια εν Ταύροις» έχει ευδιάκριτα κωμικά στοιχεία, αίσια κατάληξη, στην οποία φτάνει μέσα από μια αριστοτεχνική πλοκή γεμάτη σασπένς, και, παρόλο που και εδώ ο άνθρωπος αναμετράται με το θείο στοιχείο, το έργο διατηρεί απόλυτα το ανθρώπινο μέγεθος. Αυτά τα χαρακτηριστικά μειώνουν κάπως τις σκηνοθετικές δυσκολίες που προκαλούν άλλες τραγωδίες σχετικά με ζητήματα ιδεολογικής ανάγνωσης, και η «Ιφιγένεια» μπορεί να επικοινωνήσει με το κοινό έστω κι αν παρουσιαστεί ως μία όμορφη ιστορία αδερφικής επανένωσης με όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά.

Αυτή την ιστορία ο Νανούρης την αντιμετώπισε με δέος σχεδόν θρησκευτικό. Χαρακτηριστικός στάθηκε ο Χορός, όπου εφτά γυναίκες (Κ. Παϊταζόγλου, Ν. Κουνενιδάκη, Μ. Κωνσταντά, Άν. Κωνσταντίνου, Δ. Πολίτη, Β. Συκιώτη, Αρ. Τίλη) σαν σε λιτανεία, με φαναράκια στα χέρια και ιερατικές κινήσεις, απήγγειλαν χορωδιακά τα χορικά (πάνω στα μοτίβα του Άγγελου Τριανταφύλλου), στο ίδιο ύφος, μάλιστα, είτε επρόκειτο για τραγούδι θρήνου είτε χαράς. Ένας Χορός από τον οποίο έλειψαν η κίνηση (επιμέλεια του σκηνοθέτη) και, κυρίως η εσωτερική εκφραστικότητα. Παρά τις εντυπωσιακές φωνητικές ικανότητες των ηθοποιών και τη χαρακτηριστική τους παρουσία, τι μεταδόθηκε τελικά από το λυρισμό και το συναίσθημα των –πλημμυρισμένων από θρήνο, αγωνία, νοσταλγία για την πατρίδα και χαρά για την τελική έκβαση– χορικών;

Περισσότερη ένταση μετέφεραν στη σκηνή τα δραματικά πρόσωπα, αλλά χωρίς να έχουν κατακτήσει όλοι οι ηθοποιοί την οργανική σύνδεση μεταξύ συναισθήματος, νοήματος και ερμηνείας: η Λένα Παπαληγούρα έπαιξε την Ιφιγένεια, ειδικά στην αρχή, με συλλαβισμούς λέξεων, σφιγμένες κινήσεις και βλέμμα υψωμένο στον ουρανό, ο Νίκος Ψαρράς πραγμάτωσε κυρίως την κωμική πλευρά του βασιλιά Θόα, κι αυτή μάλλον μονοκόμματα, ενώ στατική, με άκαμπτη «δωρικότητα» παρουσιάστηκε η Αθηνά (Χάρις Αλεξίου).


Ο Μιχάλης Σαράντης, από την πλευρά του, ηθοποιός άλλης ερμηνευτικής σχολής, έπαιξε (και) με το σώμα του, ενσωματώνοντας –κυριολεκτικά– τις συναισθηματικές διακυμάνσεις του Ορέστη και ζέστανε το σκηνικό κλίμα, όπως έκαναν και οι φυσικότερες σκηνικές παρουσίες του Προμηθέα Αλειφερόπουλου (Πυλάδης) και του Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη (Αγγελιαφόρος). Εντέλει, ο ευριπίδειος μύθος κατέβηκε στην πλατεία διατηρώντας σε σημεία τη  ζωντάνια του, δεν παύει όμως να τίθεται το ερώτημα αν αυτό είναι αρκετό.

banner