Κριτική

Η τριλογία των Λήμαν Μπράδερς

Από -

©Domniki Mitropoulou
©Domniki Mitropoulou

Μπαίνουν στη σκηνή με τα μαύρα κοστούμια, τα ημίπαλτα και τα καπέλα τους και για τις επόμενες δυόμισι ώρες, ο Μάκης Παπαδημητρίου, ο Αργύρης Ξάφης και ο Μιχάλης Οικονόμου επιδίδονται σε ένα ερμηνευτικό ρεσιτάλ, φέρνοντας εις πέρας ένα έργο-πρόκληση: Η «Τριλογία των Λήμαν Μπράδερς» διατρέχει περισσότερο από ενάμιση αιώνα πολιτικής και οικονομικής ιστορίας, που ξεκίνησε στις ΗΠΑ στα μέσα του 19ου αιώνα και ολοκληρώθηκε δραματικά για όλον τον πλανήτη λίγο προτού συμπληρωθεί η πρώτη δεκαετία του 21ου. Όπως προδίδει ο τίτλος, η ιστορία αφορά τους τρεις Εβραίους από τη Βαυαρία, που έφτασαν στη Νέα Υόρκη το 1844 και έμελλε να χτίσουν μια οικονομική αυτοκρατορία, της οποίας η κατάρρευση, το 2008, σηματοδότησε την τρέχουσα παγκόσμια οικονομική κρίση. Ξεκινώντας από το εμπόριο υφασμάτων, δεν άφησαν τομέα της παραγωγής ή της οικονομίας με τον οποίο δεν καταπιάστηκαν. Επιχειρηματικά μυαλά, διαφορετικοί μεταξύ τους και γι’ αυτό αλληλοσυμπληρούμενοι, έβγαιναν από τις κρίσεις κερδισμένοι – και δεν ήταν αμελητέες οι κρίσεις που γνώρισε η Αμερική στις μέρες τους, όπως ο Εμφύλιος και το Κραχ του 1929.

©Domniki Mitropoulou
©Domniki Mitropoulou

Ο συγγραφέας επέλεξε τη λύση της αφήγησης και μάλιστα δημιουργώντας ένα έργο για τρεις μόνο ηθοποιούς. Αυτοί ερμηνεύουν όλα τα πρόσωπα, ξεκινώντας από τους ιδρυτές της εταιρείας και συνεχίζοντας με τους απογόνους της δυναστείας και με κάποια από τα υπόλοιπα πρόσωπα που διασταυρώθηκαν μαζί τους, προσωπικά και επαγγελματικά. Μάλιστα, ακολουθείται τριτοπρόσωπο αφηγηματικό μοτίβο, κάτι που καθιστά το έργο ενδιαφέρον, όχι μόνο από την άποψη των πληροφοριών (που είναι πολλές!), αλλά και σε σκηνικό επίπεδο: το γεγονός ότι κάθε ηθοποιός αφηγείται το ρόλο του σαν να είναι κάποιος τρίτος προσφέρει μια απόσταση «ασφαλείας» από όσα λέγονται. Έτσι, ενώ καταδεικνύονται όλα τα τρωτά του καπιταλιστικού συστήματος, δεν υπάρχει διδακτισμός ούτε καταγγελτικός τόνος.

Η αίσθηση επιτείνεται ακόμη περισσότερο από τις ερμηνείες, που διαπνέονται από υπόγεια τρυφερότητα: φωτίζουν τους ρόλους, χωρίς να τους κρίνουν. Χωρίς αλλαγή κοστουμιών (Κλ. Μπρέισγουελ), μπροστά στους γεωμετρικούς όγκους, που αλλάζουν χρήση και ταυτότητα (Ευ. Θεριανού), οι τρεις ηθοποιοί επιδίδονται σε υποκριτικό άθλο, χωρίς να επιδεικνύονται. Ίσως το έργο δεν αφήνει πολλά στη σκηνοθετική φαντασία –καθώς κυριαρχείται από την αφήγηση και την πυκνή πληροφορία–, όμως ο Βαγγέλης Θεωδορόπουλος εκτός του ότι εμπιστεύτηκε τρεις εξαιρετικούς ηθοποιούς, έκανε την κίνηση-ματ να τους βάλει όρια. Στην παράσταση ενός έργου που βασίζεται στην υποκριτική δεξιοτεχνία και, άρα, θα μπορούσε να περάσει σε ένα προβληματικό υπερ-παίξιμο, θαυμάζουμε λεπτεπίλεπτες ερμηνείες, σιωπές όλο νόημα, προσοχή στη λεπτομέρεια, χαρακτηριστικές αλλά όχι κραυγαλέες αλλαγές από ρόλο σε ρόλο, γλώσσα του σώματος, βλέμματα, επικοινωνία. Απόλαυση να τους βλέπεις! Τέταρτος, άξιος συμπρωταγωνιστής η μουσική του Θοδωρή Οικονόμου, ερμηνευμένη ζωντανά στο πιάνο, που βρίσκεται σε παράλληλη διάδραση με τους ηθοποιούς και εμπλουτίζει τη δράση.

banner

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου