Focus

Η «Στέλλα με τα κόκκινα γάντια» κάνει πρεμιέρα στο Εθνικό

Τα κείμενα του Ιάκωβου Καμπανέλλη έχουν μια εσωτερική δύναμη στον τρόπο με τον οποίο ανατέμνουν την καθημερινότητα και καταφέρνουν να «γρατσουνίσουν» τις πιο ευαίσθητες χορδές της ύπαρξής μας. Όλα του τα έργα χαρακτηρίζονται από μια ελληνικότητα, όχι με το ίδιο πνεύμα αλλά περισσότερο σαν ανακίνηση των ντόπιων προβληματισμών, χωρίς ωστόσο να αποκόπτεται από τους ανάλογους προβληματισμούς του παγκόσμιου χώρου, ενώ καμία διαπραγμάτευση, με τον εαυτό μας ή με τους άλλους, δεν γίνεται ανώδυνα στα έργα του. Έτσι και στο «Στέλλα με τα κόκκινα γάντια» το –πασίγνωστο από την κινηματογραφική εκδοχή του– έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη βουτάμε στην μετεμφυλιακή Ελλάδα των χαμαιτυπείων, των τεκέδων, των νταήδων και των αγαπητικών που δεν έχουν «μία». Ο Καμπανέλλης δίνει υπόσταση στο συλλογικό τραύμα περασμένων ετών, ανακαλώντας την ιστορική μνήμη και μετατρέποντας τη σκηνή σε πλατφόρμα διαλόγου για γεγονότα που ακόμη και σήμερα σηκώνουν πολλή συζήτηση.

Ο Γιάννος Περλέγκας ανέλαβε να το σκηνοθετήσει και ο ίδιος παίζει μαζί με τους Εύη Σαουλίδου, Μιχάλη Τιτόπουλο, Ανθή Ευστρατιάδου, Σοφία Κόκκαλη, Κατερίνα Λυπηρίδου, Βασίλη Μαγουλιώτη και Θοδωρή Σκυφτούλης. Στην παράσταση του, που θα κάνει πρεμιέρα το Σάββατο 19 Δεκεμβρίου, στις 8.30 μ.μ. στο Θέατρο Rex Σκηνή - «Ελένη Παπαδάκη» (δείτε την εδώ σε live streaming ), έχει τοποθετήσει και ένθετα κείμενα εμπνευσμένα από γραπτά της Μαργκερίτ Ντυράς και του Μάριου Χάκκα. Όπως γράφει στο σημείωμα του, η Κατερίνα Καμπανέλλη, του έδωσε την δυνατότητα να μελετήσει τα χειρόγραφα• χειρόγραφα του 1954 και του 1990: ανεκτίμητες και αποκαλυπτικές μαρτυρίες για το πώς σκεφτόταν και τι ήθελε πραγματικά να είναι το έργο αυτό ο συγγραφέας του, προτού παραλάβει το υλικό ο Μιχάλης Κακογιάννης προκειμένου να σκηνοθετήσει την όντως θρυλική και σημαντική ταινία του το 1955. Παραδίδοντάς του τον φάκελο, του παραχώρησε και την ελευθερία – κι αυτό φυσικά δεν είναι καθόλου αυτονόητο – να χρησιμοποιήσει το υλικό του πατέρα της.

O Γιάννος Περλέγκας γράφει για την παράσταση: «Βασική αιτία για την συγγραφή της Στέλλας υπήρξε η σαγήνη που άσκησαν στον Καμπανέλλη τα ρεμπέτικα τραγούδια. Απομακρυνθήκαμε από τον πειρασμό να χρησιμοποιήσουμε την τόσο άρρηκτα συνδεδεμένη με την ταινία μουσική του Μάνου Χατζιδάκι. Η αναφορά στον Τσιτσάνη μάς επέβαλλε μια νέα δραματουργία σε σχέση με τα πάθη των ηρώων. Έτσι η παράστασή μας έχει ποτιστεί με τα τραγούδια του μεγάλου Τρικαλινού, αλλά και με εξίσου σπουδαία μεταπολεμικά έργα κι άλλων πρωτοπόρων συνθετών της ανεξάντλητης δεξαμενής του ρεμπέτικου – του Παπαϊωάννου, του Χατζηχρήστου, του Μητσάκη, του Καλδάρα, του Μπακάλη, της Γεωργακοπούλου… Η σκηνική μας «ανάγνωση» ενσωματώνει κάποια ένθετα δικά μας κείμενα, ελεύθερα εμπνευσμένα από τα γραπτά της Μαργκερίτ Ντυράς και του Μάριου Χάκκα. Η Ντυράς, έχοντας ζήσει την περιπέτεια του άντρα της στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και έχοντας αντιληφθεί την τραγωδία του έρωτα σαν απότοκο του πολεμικού ευρωπαϊκού τραύματος, μας φάνηκε συγγενής του Καμπανέλλη ως προς την αποτύπωση του δολοφονικού πάθους ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα. Από την άλλη, η ασθματική γραφή του Μάριου Χάκκα, του οδυνηρού αυτού παλμογράφου μιας Αθήνας που αλλοίωσε το πρόσωπό της στα δραματικά εκείνα χρόνια που εκτυλίσσεται και η «Στέλλα με τα κόκκινα γάντια», μας επιβεβαίωσε την πικρή αίσθηση της φρέσκιας ήττας που κι εμείς νιώθουμε σε αυτήν την ζοφερή πανδημική εποχή».