Άποψη

Η νέα θεατρική σεζόν μπαίνει στο μικροσκόπιο

Από -

 «Χτυποκάρδια στο θρανίο»
«Χτυποκάρδια στο θρανίο»

Οι πρεμιέρες έχουν ήδη ξεκινήσει και οι αριθμοί δείχνουν ακόμη μία χρονιά με γιγάντια μεγέθη. Χρόνο με το χρόνο, φαίνεται να εγκαθιδρύεται ένα μοντέλο λειτουργίας που στηρίζεται στον πλουραλισμό και στην πολυφωνία ως αντίδοτο στα όσα επέφερε η κρίση στη θεατρική πραγματικότητα. Όλα καλά λοιπόν;

Η απάντηση θα ήταν καταφατική, αν δεν είχαν αρχίσει να ­κάνουν αισθητή την παρουσία τους και προς τα έξω οι παράπλευρες απώλειες αυτής της «από κεκτημένη ταχύτητα» τάσης. Παραστάσεις που είχαν ανακοινωθεί, ακόμη κι επιχορηγούμενες, ματαιώθηκαν ή ανεβαίνουν με χαρακτηριστική καθυστέρηση, το Θέατρο της Οδού Κυκλάδων ανέστειλε τη λειτουργία του τουλάχιστον για το πρώτο τρίμηνο, ενώ το Πόρτα συνεχίζει φέτος μόλις με μία παραγωγή για ενηλίκους («Φαρενάιτ 451»), με τον Θωμά Μοσχόπουλο, την ψυχή του θεάτρου, να δημοσιεύει ταυτόχρονα ένα θαρραλέο «θεατρικό μανιφέστο» γι’ αυτό το φαινόμενο του πληθωρισμού.

 «Μάγισσες της Σμύρνης»
«Μάγισσες της Σμύρνης»

Tο θολό τοπίο των χρόνων της κρίσης δεν κατάφεραν να ανατρέψουν ούτε οι επιχορηγήσεις, καθώς οι αποσπασματικές ενισχύσεις μεμονωμένων παραγωγών –που συχνά φτάνουν μόλις για να καλύψουν τις ασφαλιστικές εισφορές ή τις αμοιβές των ηθοποιών–, παρά τις τονωτικές ενέσεις που αδιαμφισβήτητα προσφέρουν, δεν αρκούν για να επαναφέρουν στο θέατρο τις κατάλληλες συνθήκες παραγωγής κι εργασίας.

Έτσι η παραγωγή παραστάσεων­ συνεχίζεται μεν ακάθεκτη, αλλά­ μέσα σε νέα δεδομένα που αφορούν κυρίως τις καλλιτεχνικές συμπράξεις. Θέατρα με ιστορία όπως το Θέατρο Τέχνης και το Θέατρο του Νέου Κόσμου, για παράδειγμα, μετά την προ διετίας πρώτη συνεργασία τους, επικυρώνουν φέτος με δύο συμπαραγωγές την ανάγκη να συνεργαστούν προκειμένου να επιβιώσουν, ενώ ειδικά όσον αφορά το Τέχνης το φετινό ρεπερτόριο καλύπτεται σε μεγάλο βαθμό από συμπαραγωγές με άλλους θιάσους. Στη σύμπραξη έχουν καταφύγει, άλλωστε, οι περισσότεροι από τους παραγωγούς που δραστηριοποιούνται ενεργά όπως έχουμε ήδη γράψει: Γιώργος Λυκιαρδόπουλος (Λυκόφως), Δημήτρης Μυλωνάς (Από Μηχανής), Γιώργος Χατζηνικολάου (Επί Κολωνώ) κ.ά.

 «Θείος Βάνιας»
«Θείος Βάνιας»

Έχοντας αυτά υπ’ όψιν, δεν ξαφνιάζει ιδιαίτερα η στροφή σε είδη που ακολουθούν κατά το δυνατόν σίγουρα μονοπάτια. Η προτίμηση σε ψυχαγωγικά (υπερ)θεάματα που αντλούν από το παρελθόν, όπως η αναβίωση στο σανίδι παλιών κινηματογραφικών επιτυχιών των ’60s και ’70s («Χτυποκάρδια στο θρανίο», «Μαριχουάνα στοπ»), τα μιούζικαλ και τα θεάματα για όλη την οικογένεια («Matilda the Musical», «Η Παναγία των Παρισίων»), οι υπερπαραγωγές που βασίζονται σε λογοτεχνικά bestsellers («Μάγισσες της Σμύρνης») μπορεί να ενέχουν το ρίσκο της οικονομικής επένδυσης, ποντάρουν όμως στην ανταπόκριση ενός πολυπληθούς κοινού.

Μια άλλη οπτική του σίγουρου εκπροσωπεί, εξάλλου, το κλασικό ρεπερτόριο, που και φέτος έχει έντονη παρουσία: στο Εθνικό π.χ. τρεις από τους πλέον καταξιωμένους σκηνοθέτες, ο Στάθης Λιβαθινός, ο Γιάννης Χουβαρδάς και ο Δημήτρης Μαυρίκιος, σκηνοθετούν στιβαρά συγγραφικά ονόματα – Σαίξπηρ, Μολιέρο και Πιραντέλο αντίστοιχα. Στη δύναμη της τσεχοφικής απήχησης και στον «Βυσσινόκηπο» στρέφεται ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, που είχε αναλάβει επί μακρόν το ρίσκο νέων έργων, όπως και ο Γιώργος Κιμούλης με τον «Θείο Βάνια». Οι δεκάδες επαναλήψεις, από την άλλη (μόνο το δίμηνο Οκτωβρίου-Νοεμβρίου μετρήσαμε πάνω από τριάντα), επιβεβαιώνουν την ανάγκη των θιάσων να κρατήσουν στο ρεπερτόριό τους τα «δοκιμασμένα χαρτιά».

 «Φάρεναιτ 451»
«Φάρεναιτ 451»

Το ερώτημα κατά πόσο μπορεί να υπάρξει χώρος για αναζήτηση, πολλώ δε μάλλον για πειραματισμό, μέσα σε αυτές τις συνθήκες, με το βλέμμα των ανθρώπων του θεάτρου στραμμένο συνεχώς στο ταμείο, τίθεται λοιπόν αναπόφευκτα. Έτσι είναι τουλάχιστον αξιέπαινη η πρόθεση να δοθεί στέγη σε νέα πρόσωπα και προσπάθειες, κάτι που συνεχίζουν να κάνουν το Θέατρο του Νέου Κόσμου αλλά και άλλα θέατρα στις παρυφές του κέντρου, όπως το Vault, το Skrow ή το Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων. Δεν γίνεται επίσης να μη στραφούμε με ενδιαφέρον προς όσους –ειδικά φέτος δεν είναι λίγοι– παίρνουν το ρίσκο να μας συστήσουν άπαιχτα έργα, συνιστώντας ένα «αντίπαλον δέος» στην όποια σιγουριά προσφέρουν τα έργα αποδεδειγμένης αποδοχής.

Σχετικά Θέματα

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης