Κριτική

Η μικρή μας πόλη

Από -

Αυτό το γλυκόπικρο έργο για την ομορφιά της ζωής είναι μια ωραία επιλογή, ειδικά ως παράσταση που εγκαινιάζει μια μόνιμη θερινή σκηνή στην καρδιά της πόλης. Η σκηνοθετική αντιμετώπιση, ωστόσο, αφαιρεί πόντους από τη δυναμική του.

Το έργο που υπέγραψε ο Αμερικανός συγγραφέας το 1938 είναι απλό αλλά καίριο στη σύλληψη και την κατασκευή του. Βλέπουμε στις τρεις πράξεις του ισάριθμα στιγμιότυπα από τη ζωή μιας τυπικής –αν και επινοημένης– αμερικανικής πόλης, το 1901, το 1904 και το 1913. Το έργο δεν ασχολείται με σπουδαία γεγονότα ή ιδιαίτερους χαρακτήρες. Επίκεντρό του είναι οι απολύτως καθημερινοί κάτοικοι αυτής της ήσυχης πόλης και ιδιαίτερα δύο οικογένειες, αυτές του γιατρού και του εκδότη. Ενδιάμεσος μεταξύ σκηνής και πλατείας είναι ένας αφηγητής που δίνει στους θεατές διάφορες πληροφορίες και ενίοτε αναλαμβάνει βοηθητικούς ρόλους στη δράση.

Η ουσία του έργου βρίσκεται στο ότι μέσα από την απλούστατη υπόθεσή του μιλάει για την ίδια τη ζωή και τον κύκλο της: καθημερινότητα-έρωτας-θάνατος. Στον τελευταίο, δε, αφιερώνει μια συγκινητικότατη τρίτη πράξη –αξίζει να ανακαλύψετε τι κρύβει το συγγραφικό εύρημα– που επισημαίνει την τάση να μην εκτιμούμε τις μικρές, ασήμαντες στιγμές της ζωής, παρά μόνο όταν είναι πια αργά. Σε δεύτερο επίπεδο, που είναι αυτό που το απογειώνει, το έργο αποτελεί ένα ωραίο μεταθεατρικό σχόλιο, καθώς έχει γραφτεί με τη σαφή οδηγία να παιχτεί πάνω σε μια άδεια σκηνή, χωρίς ιδιαίτερα σκηνικά και κοστούμια, ως πρόβα ενός θιάσου και όχι σαν μία τελειωμένη παράσταση. Μάλιστα, ο αφηγητής είναι ο διευθυντής σκηνής αυτού του θιάσου.

Ο Γιάννης Κακλέας επέλεξε να παραλείψει αυτή την παράμετρο κι έτσι η «Μικρή μας πόλη» ανέβηκε με την επιθυμία δημιουργίας ρεαλιστικής ψευδαίσθησης (ωραία η δουλειά του Νίκου Χαρλαύτη στα κοστούμια, επαρκής αλλά όχι κάτι ιδιαίτερο αυτή του Μανόλη Παντελιδάκη στα σκηνικά) και καμία ένδειξη ότι η παράσταση αποτελεί «θέατρο μέσα στο θέατρο»· ο ρόλος του αφηγητή, τον οποίο υποδύεται με άνεση ο Χρήστος Φερεντίνος, κρατήθηκε όχι για να καθοδηγεί το θίασο, αλλά κυρίως για να απευθύνεται στους θεατές. Ίσως ο Κακλέας θεώρησε ότι έτσι εξυπηρετεί καλύτερα τους σκοπούς ενός «χαλαρού, θερινού» θεάματος, όμως η απόφασή του στοιχίζει στην παράσταση, καθώς αφήνει το έργο γυμνό μόνο με την υπόθεση, η οποία παραείναι απλή για να κρατήσει το ενδιαφέρον. Μπορεί το μήνυμα του έργου να είναι ουσιώδες, μπορεί να διαθέτει γλύκα, συγκίνηση και αλήθειες, όμως ούτε οι χαρακτήρες ούτε η δράση προσφέρουν ιδιαίτερα στηρίγματα.

Από εκεί και πέρα, η παράσταση ποντάρει στο γλυκόπικρο συναίσθημα του έργου, όχι όμως χωρίς να καταπίνεται από αυτό. Το διαρκές μουσικό χαλί (Ευανθία Ρεμπούτσικα) υποβάλλει συναισθήματα και συγκίνηση, φέρνει όμως και μια νωχελικότητα στη σκηνή, η οποία εντείνεται από τις γλυκές ερμηνείες που κάνουν τους απλούς χαρακτήρες ακόμη πιο μονοδιάστατους· ενδεικτικοί οι ανήλικοι χαρακτήρες, που αποδίδονται από τους ηθοποιούς εντελώς «παιδικά», και οι σχηματικές ερμηνείες της Ιφιγένειας Αστεριάδη και της Φαίης Κοκκινοπούλου. Αντιθέτως, οι Δημήτρης Δεγαΐτης και Γιώργος Γιαννούτσος εμφανίζονται φυσικότεροι, όπως και η Αλεξάνδρα Ταβουλάρη.

ΛΑΜΠΕΤΗ - ΤΑΡΑΤΣΑ Λεωφ. Αλεξάνδρας 106, Αμπελόκηποι, 2106435706. Διάρκεια: 120΄.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου