Κριτική

Γιούγκερμαν

Από -

Είναι η σκηνική αναμέτρηση με ένα εκτενές και πολυπρόσωπο μυθιστόρημα στοίχημα προκλητικό αλλά εκ των προτέρων χαμένο; Η παράσταση, πέραν της αυτοτελούς οντότητάς της, αξίζει, πιστεύω, να ανοίξει τη συζήτηση για τους όρους με τους οποίους μπορεί να αποδοθεί η λογοτεχνία επί σκηνής.

Ο Τάρλοου ούτε είναι ο πρώτος που αναλαμβάνει ένα τέτοιο στοίχημα, ούτε, εξάλλου, το αναλαμβάνει για πρώτη φορά, καθώς έχει στην «πλάτη» του την εμπειρία της επιτυχημένης «Μεγάλης Χίμαιρας». Αυτήν τη φορά, πάντως, επιλέγοντας ακόμη ένα πόνημα του Καραγάτση, ίσως το πιο προσωπικό και αυτοβιογραφικό, βουτάει ακόμη βαθύτερα. Ο δρόμος που επέλεξε είναι αυτός ενός αφοσιωμένου «αναγνώστη» που αφουγκράζεται τα δραματικά γεγονότα, εστιάζει σε πρόσωπα-κλειδιά και σημεία-σταθμούς και αυτά επιχειρεί να ανασυστήσει επί σκηνής σεβόμενος τη χρονική ακολουθία και τη δομή, λίγο-πολύ, του πρωτότυπου.

Στην πραγματικότητα, ο σκηνοθέτης μοιάζει να λειτουργεί ως ενδιάμεσος μεταξύ του Καραγάτση και του κοινού και θέλει να μας συστήσει όσο μπορεί «αντικειμενικότερα» και πληρέστερα τον «Γιούγκερμαν». Σε αυτήν την οδό εντοπίζονται ζητήματα που προκύπτουν από την ίδια τη φύση του θεάτρου, όπως η αδυναμία να αποτυπωθούν σε όλο τους το εύρος τα δεδομένα ενός δίτομου μυθιστορήματος – όσο μεγάλη κι αν είναι η διάρκεια της παράστασης. Επιπλέον, μπαίνει σε δεύτερη μοίρα η «υποκειμενική» ανάγνωση του Τάρλοου επί του έργου του παππού του.

Έχοντας, πάντως, ως δεδομένο το συγκεκριμένο δρόμο, ο θεατής χαίρεται μια παράσταση υψηλών προδιαγραφών. Με την αποφασιστική συμβολή του Στρατή Πασχάλη στη διασκευή, ο Τάρλοου ανασύστησε για τη σκηνή το πλουσιότατο μωσαϊκό προσώπων, τόπων και ψυχοσυνθέσεων του πρωτοτύπου. Με εξαιρετική ευρυθμία και σε σκηνές ωραία δεμένες και ωραία δοσμένες, ο θίασος των δεκαεννέα ηθοποιών (και ενός παιδιού) ζωντάνεψε περισσότερα από τριάντα δραματικά πρόσωπα, συνθέτοντας την τοιχογραφία των προσώπων που ορίζουν τον «Γιούγκερμαν», από πόρνες και λιμενεργάτες μέχρι τραπεζικούς υπαλλήλους και μέλη της «καλής κοινωνίας».

Η δουλειά συνόλου είναι κάτι που πρέπει να μνημονευτεί, όπως και η ευδιάκριτη παρουσίαση τόσων πολλών και διαφορετικών χαρακτήρων, ειδικά από τους ηθοποιούς που υποδύθηκαν δύο ή και τρεις διαφορετικούς ρόλους, επιστρατεύοντας τα σωματικά και φωνητικά τους εργαλεία (Δημήτρης Πετρόπουλος, Γιάννης Νταλιάνης, Λήδα Μανιατάκου, Δημήτρης Μπίτος, Δανάη Σαριδάκη κ.ά.). Λογική η σκηνογραφική απόφαση να ακολουθηθεί η μινιμαλιστική οδός, κατά την οποία λίγα –καλαίσθητα– αντικείμενα οριοθετούν και προσδιορίζουν τους χώρους.

Η Έλλη Παπαγεωργακοπούλου και ο Δημήτρης Αγγέλης εκμεταλλεύτηκαν και ανέδειξαν τις δυνατότητες του συγκεκριμένου θεάτρου και δεν μπήκαν, σωστά, σε ένα παιχνίδι εκ των προτέρων χαμένο, προσπαθώντας να αναπαραστήσουν με ακρίβεια και σε όλο του το εύρος το σκηνικό περιβάλλον ενός μυθιστορήματος που διαδραματίζεται σε δεκάδες διαφορετικούς χώρους και γεωγραφικούς τόπους. Η ζωντανή μουσική και το ηχητικό περιβάλλον (Κατερίνα Πολέμη, Λένα Χατζηγρηγορίου, Λήδα Μανιατάκου) κάνουν σπουδαία δουλειά, από την πλευρά τους, καθώς δημιουργούν ατμόσφαιρα, διαθέσεις και συναισθήματα και δικαίως μπορούν να θεωρηθούν βασικό συστατικό της σκηνοθετικής εργασίας και συμπρωταγωνιστές των ηθοποιών.

Μοιραία, η γραμμική διαχείριση του μυθιστορήματος οδηγεί σε ένα σκηνικό μοντάζ από μικρές, σύντομες ψηφίδες και έτσι δεν προλαβαίνουν να αναπτυχθούν οι σχέσεις, ή εμείς να τις χαρούμε περισσότερο, αν και αυτό που κυρίως λείπει είναι η μεγάλη εικόνα, το κοινωνικοπολιτικό φόντο μιας Ελλάδας που αλλάζει παράλληλα με την εξέλιξη της ιστορίας. Η παράσταση, πάντως, καταφέρνει να γοητεύσει, να δημιουργήσει προσδοκίες και να οδηγήσει τον θεατή να ανακαλύψει το σύμπαν που έχει συνθέσει ο πεζογράφος.

Η προσωπικότητα του Γιούγκερμαν, του αξιωματικού του ρωσικού στρατού και τυχοδιώκτη και γυναικά που βρέθηκε στην Ελλάδα στον απόηχο της επανάστασης των μπολσεβίκων, οριοθετεί τον κεντρικό άξονα της παράστασης και υποστηρίζεται πέραν του ικανοποιητικού από τον Γιάννη Στάνκογλου. Το ζήτημα της αγάπης και της αναζήτησής της κυριαρχεί επί σκηνής: η μητρική απουσία/παρουσία και ο διχασμός ανάμεσα σε δύο γυναίκες. Η πλατωνική, εξιδανικευμένη αγάπη της Βούλας βρίσκει δικαίωση στο πρόσωπο της νεαρότατης, ένθερμης στην ερμηνεία, Θάλειας Σταματέλου, ενώ η ταύτιση στο πρόσωπο της ίδιας ηθοποιού (Ζέτα Μακρυπούλια) της μητέρας του Γιούγκερμαν και της χειραφετημένης Ντάινα είναι σκηνικά εύστοχη.

Η σχέση που αναπτύσσει ο ήρωας με τον Μιχάλη Καραμάνο χαρίζει ουσιώδεις σκηνές, ενώ ο Χρήστος Μαλάκης επιβάλλεται στο ρόλο του «φιλόσοφου-συγγραφέα» που όσο κυνικός είναι απέναντι στην αγάπη τόσο καταδιώκεται από τη γυναικεία παρουσία. Δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς την προβολή του Καραγάτση στα πρόσωπα των δύο αντρών, σε μια επιβεβαίωση της ψυχαναλυτικής απόχρωσης που έχει (και αυτό) το μυθιστόρημα. Χάρη σε αυτή, η παράσταση εγκαταλείπει το ρεαλισμό και με σκηνές όπως της τελευταίας συνάντησης Βούλας-Γιούγκερμαν, της κατάληξης του Καραμάνου, του χορού ως γκροτέσκου εφιάλτη κ.ά., κερδίζει σε σκηνική μεστότητα.

ΠΟΡΕΙΑ AT VICTORIA Τρικόρφων 3-5 & 3ης Σεπτεμβρίου 69, Πλατεία Βικτωρίας, 2108210991. Διάρκεια: 180΄.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου

Σχετικά Θέματα

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης

  • Λιανα πριν από 1 μήνες

    Τα κοστούμια υπέροχα η παράσταση ήταν λίγο κουραστική λόγω διάρκειας ο στανκογλου πολύ καλός η Μακρυπούλια δεν μου άρεσε μου φαίνεται πως παίζει πάντα με τον ίδιο τρόπο. Η σκηνοθεσία πολύ καλή η μουσική δημιουργούσε την κατάλληλη ατμόσφαιρα

  • ΤΖΕΝΗ ΜΙΧΕΛΗ πριν από 2 μήνες

    Πολυ κουραστικη και χωρις νευρο παρασταση.Δεν περνουν οι τρεις ωρες ως τοσο οι ηθοποιοι ηταν πολυ καλοι