Συνέντευξη

Γιώργος Παπαγεωργίου: «Μεγάλωσα με γουόκμαν στ’ αυτιά, κασέτα TDK και στίχους του Αγγελάκα γραμμένους στα τετράδια»

Από -

Μετά από την επιτυχία του με τον συγκλονιστικό «Αρίστο» -που ξαναπαίζεται φέτος- και λίγο πριν το ανέβασμα του «Επιθεωρητή», ο Γιώργος Παπαγεωργίου μας μιλά για το πάθος του με τη μουσική, τη Θεσσαλονίκη (του), τον αδικημένο Αρίστο και φυσικά για το θεατρικό του όραμα.

Είσαι ο frontman των Polkar, σκηνοθετείς και παίζεις στο θέατρο. Τι νιώθεις περισσότερο μουσικός ή ηθοποιός;
Με τη μουσική ασχολούμαι από τα 18 παίζοντας σε μπάντες. Μεγάλωσα με γουόκμαν στ’ αυτιά, κασέτα TDK, Marlboro τσιγάρο στα κλεφτά από το φροντιστήριο και στίχους του Αγγελάκα γραμμένους στα τετράδια. Ήμουν πάντα μέσα στη μουσική· ως έφηβος κυκλοφορούσα με μια κιθάρα στον ώμο κάνοντας πρόβες στο Ρόβερ της οδού Ναυαρίνου. Νιώθω όμως θεατρίνος κι όλη μου η ζωή έχει συγκροτηθεί γύρω από αυτό. Τα τελευταία χρόνια που το συγκρότημα μας, οι Polkar, πάνε πολύ καλά αποφάσισα να κάνω την απόπειρα μου στη σκηνοθεσία. Αισθάνομαι πως τα πράγματα πρέπει να γίνονται αργά, στο χρόνο τους, και καλό είναι να μην αφήνεις απωθημένα.

Η σκηνοθεσία ήταν απωθημένο;
Για πέντε χρόνια ήμουν στην ομάδα του Θωμά Μοσχόπουλου ως ηθοποιός και αυτή η συνθήκη μου παρείχε μια ασφάλεια. Έμαθα πάρα πολλά από τη δουλειά με την ομάδα όμως η σκηνοθεσία ήταν κάτι που με ενδιέφερε πάντα, αλλά φοβόμουνα να σκηνοθετήσω. Η αρχή έγινε με την «Ωραία του Πέραν» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου σε συνσκηνοθεσία με τη Θεοδώρα Καπράλου και πέρυσι έκανα μόνος μου, στο ίδιο θέατρο, τον «Αρίστο». Η παράσταση πήγε ανέλπιστα καλά και φέτος επαναλαμβάνεται.

Αν στην «Ωραία του Πέραν» σε έφερε κοντά ένας έρωτας, τι συνέβη με την περίπτωση του «Αρίστου» που πέρυσι έκανε μεγάλη επιτυχία;
Ήμουν πολύ ερωτευμένος όταν έκανα την «Ωραία του Πέραν». Μάλιστα εκείνη την περίοδο έκανα μία έρευνα γύρω από το ρεπερτόριο των Μπουλουξήδων. Με ιντρίγκαρε πάντα η ζωή, το ρεπερτόριο και ο παραστασιακός τους τρόπος και ψάχνοντας βρήκα πως μαζί με την «Γκόλφω» και τον «Κουρσάρο» η «Ωραία του Πέραν» ήταν από τα σουξεδάκια της εποχής. Ο λόγος του Τυμφρήστου με γοήτευσε πάρα πολύ. Το έργο του είναι ένα ελαφρύ ρομάντζο του 1920 και η γιαγιά μου μου είπε ότι το θυμόταν από παλιά να το διαβάζουν τα ζευγαράκια της εποχής. Ήθελα να δω πως αντέχει σήμερα το κείμενο σε ένα ανέβασμα σαν αυτό των μπουλουκτσήδων του ‘30. Τον «Αρίστο» τον συνάντησα στην πόλη μας. Θεσσαλονικιός εγώ, από τα Λαγκαδίκια, εκείνος από ένα χωριό έξω από τη Θεσσαλονίκη και από μικρός άκουγα για τον Δράκο του Σέιχ Σου. Όταν έμαθα την ιστορία του Αριστείδη Παγκρατίδη, ο οποίος κατηγορήθηκε και δολοφονήθηκε ως Δράκος του Σέιχ Σου συγκλονίστηκα. Έχουν συμβεί φοβερά πράγματα από τη στιγμή που μπήκα σε αυτή την ιστορία και αισθάνθηκα ότι πρέπει να ειπωθεί κάτι ακόμα γι’ αυτόν. Ξέρω ότι η ιστορία του έχει γίνει ταινία και παράσταση από τον Νίκο Μαστοράκη στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος αλλά ήθελα να μιλήσω κι εγώ, με το δικό μου τρόπο γι’ αυτήν.

Τι είναι αυτό που σε κινητοποίησε ιδιαίτερα;
Έπαιξε ρόλο σε ποια πόλη συνέβησαν όλα αυτά, μέσα σε ποια κοινωνικοπολιτική συνθήκη και από ποια τάξη προερχόταν ο Αρίστος Παγκρατίδης. Ένας γνωστός συγγραφέας έχει γράψει πως η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη των φαντασμάτων κι αυτό το αισθάνομαι κι εγώ. Όποτε περπατάω στην πόλη μου αισθάνομαι ότι από κάτω από τα χώματα κρύβονται πολλά ένοχα μυστικά. Αυτό σχεδόν το μυρίζω στην ατμόσφαιρα όποτε ανεβαίνω Θεσσαλονίκη. Όταν διάβασα το βραβευμένο μυθιστόρημα του Θωμά Κοροβίνη προβληματίστηκα πάρα πολύ σε σχέση με την πόλη μου και με έφερε αντιμέτωπο με μία θεσσαλονικιώτικη πολυπολιτισμική πραγματικότητα που αγνοούσα. Έχω μια βιωματική εμπλοκή με την ιστορία του ανθρώπου που τελικά κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε τετράκις εις θάνατον ως ο Δράκος του Σέιχ Σου. Εκτός από το βιβλίο έψαξα τη δικογραφία του Παγκρατίδη, αποσπάσματα από τις εφημερίδες της εποχής και ντοκουμέντα από την ανάκριση.

«Δεν ξέρω τι σημαίνει ήρωας και δε νομίζω ότι είναι κάτι τέτοιο ο Αρίστος. Είναι ένα θύμα σε μια εποχή που, παρόλο που εγώ τη θεωρώ πολύ σκοτεινή, οι άνθρωποι ζούσα τη ζωή τους φτωχικά αλλά έντονα.»

Και τι βρήκες;
Όταν σκότωσαν τον πατέρα του Ελλασίτες ήρθαν με τη μάνα του στη φτωχογειτονιά της Τούμπας. Εκεί μένω κι εγώ, και μάλιστα στο οικόπεδο που βρισκόταν ο κινηματογράφος «Φοίνικας» που αναφέρεται στο κείμενο, βρίσκεται σήμερα η πολυκατοικία μου. Ενώ από την αρχή υπήρχε δυσκολία με το ανέβασμα του έργου, ο Αρίστος ερχόταν συνέχεια μπροστά μου.
Για έξι χρόνια κοιμόμουν και ξυπνούσα με τον κόσμο του βιβλίου, κι εκεί που έχω πει δεν γίνεται τίποτα με τον Αρίστο, βρίσκομαι στην περιοχή Καπάνι μετά από ένα γλέντι με φίλους και ξαφνικά σταματώ, κοιτάζω γύρω μου και παρατηρώ ότι στέκομαι κάτω από μια πινακίδα που έγραφε «Εκκλησιαστικά είδη Αρ. Παγκρατίδης». Ήταν σημάδι για να μην τον αφήσω από τη σκέψη μου; Κάποια άλλη μέρα όπως κοιμόμουν στην Τούμπα, ακούω μια μπάντα ρομά να παίζει μουσική κάτι που δεν συνηθίζεται από την δεκαετία του ’50 που έζησε εκεί ο Αρίστος. Μάλιστα ο Αρίστος ερωτεύτηκε τσιγγάνα. Κατέβηκα κάτω κι έβγαλα μια φωτογραφία της κοπέλας που χόρευε και την έκανα αφίσα για τους Polkar. Ένιωσα να έρχεται διαρκώς μπροστά με διάφορους τρόπους.

Το αποκορύφωμα ήρθε όταν μου τηλεφώνησε ο Κοροβίνης και μου είπε: «Γιώργο τα δικαιώματα είναι ελεύθερα και είναι δικά σου, κάνε ό,τι θες». Λόγω των επαγγελματικών υποχρεώσεων που είχα αποφάσισα να κάνω Φλεβάρη την πρεμιέρα, στις 18. Όταν συναντηθήκαμε με τη βοηθό μου μου είπε: «Ξέρεις βέβαια ότι το Φλεβάρη του 2017 συμπληρώνονται 50 χρόνια από το θάνατο του Άριστου». Πρόθεσή μου δεν είναι να δικαιώσω τον Παγκρατίδη, αλλά κάπως να του δώσω ένα βήμα γιατί αισθάνθηκα ότι αυτό το παιδί τελικά, δεν μπόρεσε να μιλήσει. Του βούλωναν το στόμα οι χωροφύλακες, έστελνε τα αποτυπώματα του σε εφημερίδες και δε γινόταν τίποτα. Ζήτησε χάρη, δεν του δόθηκε ποτέ και καλά-καλά δεν τον θάψανε.

Έχει κάτι ηρωικό η ζωή του στο σκληρό παιχνίδι της επιβίωσης;
Δεν ξέρω τι σημαίνει ήρωας και δε νομίζω ότι είναι κάτι τέτοιο ο Αρίστος. Είναι ένα θύμα σε μια εποχή που παρόλο που εγώ την θεωρώ σκοτεινή, οι άνθρωποι ζούσαν τη ζωή τους φτωχικά αλλά έντονα. Οι παλιότεροι είχαν τη λαχτάρα να ρουφήξουν τη ζωή περισσότερο απ’ ότι εμείς σήμερα. Ο Αρίστος ήταν άνθρωπος με πάθος, ζούσε την ζωή. Η ανάγκη της επιβίωσης τον ωθούσε από το σκοτάδι στο φως.

Τελικά ήταν πολύ μοναχική η πορεία του. Εσένα σε τρομάζει η μοναξιά;
Τελευταία είπα στον εαυτό μου «Είσαι μόνος. Και είναι οκ.» Είναι ο,τι πιο ουσιαστικό και δύσκολο μπορούσα να του πω.

Εκτός από το χαρακτήρα στα έργα που ανεβάζεις φαίνεται να σε απασχολεί πάρα πολύ η εποχή. Αυτό συμβαίνει με τον «Επιθεωρητή» του Γκόγκολ που σκηνοθετείς φέτος στο Skrow;
Με ενδιαφέρει πάντα να βρίσκω μία προσωπική σύνδεση με το υλικό και στην περίπτωση του «Επιθεωρητή» η προσωπική σύνδεση έχει κυρίως να κάνει με τους ανθρώπους που απαρτίζουν το θίασο: ο Πάνος Παπαδόπουλος, η Μαρία Διακοπαναγιώτου, ο Θανάσης Ζερίτης, η Μαρία Πετεβή και ο Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος. Βρήκα ένα κλειδί μέσα σε αυτό το έργο και βάση αυτού προχωρώ. Θα αποφύγω να ασχοληθώ με την κοινωνικοπολιτική σάτιρα γύρω από ρώσικη κοινωνία όπου όλοι είναι διεφθαρμένοι. Με διαφέρει, μέσω της κωμωδίας να επικεντρωθώ σε δύο άξονες. Ο ένας είναι η φαρσοκωμωδία με τις παρεξηγήσεις όπου όλοι αναρωτιούνται αν ο άνδρας που έφτασε στην πόλη τους είναι Επιθεωρητής και ο άλλος είναι η ανάγκη των ανθρώπων να ζήσουν ένα ψέμα. Μέσα από διάφορες κουβέντες φαίνεται η ανάγκη κάποιων ανθρώπων να έχουν μία ταυτότητα μέσω ενός άλλου.

Μάλλον βλέπεις τον έρωτα σαν ψευδαίσθηση;
Δεν υπάρχει η απάτη στον έρωτα; Πολλές φορές μπαίνουμε σε μια ερωτική σχέση κι ας ξέρουμε πως μπορεί να μην έχει μεγάλη διάρκεια, πως μπορεί να είναι δική μας κατασκευή. Κάπου εκεί βρίσκεται η σύνδεση με το έργο. Με ενδιαφέρει να είναι μια ωραία παράσταση στην οποία θα βάλω το δικό μου χιούμορ όμως σίγουρα θα προκύψει και μέσα από τους ηθοποιούς που την απαρτίζουν.