Κριτική

Γιον Γκάμπριελ Μπόρκμαν

Από -

Η πρόταση του Γιάννη Χουβαρδά έρχεται να προστεθεί στη χορεία των παραστάσεων που δεν αντιμετωπίζουν τη νατουραλιστική ψίχα των ιψενικών έργων ως μονόδρομο, αλλά την παρακάμπτουν και δοκιμάζονται σε άλλα αισθητικά μέσα. Για τον «Γιον Γκάμπριελ Μπόρκμαν» (μετάφραση της Έρις Κύργια) ο Χουβαρδάς επέλεξε μια άκρως αντιρεαλιστική οδό: αργή κινησιολογία, μη ρεαλιστική εκφορά λόγου, φωνητικοί συριγμοί μεγεθυμένοι από μικρόφωνα, παράδοξη σκηνική όψη. Η αφετηρία του, το έργο δηλαδή, φέρνει στο επίκεντρο τη διαμάχη μεταξύ παλιάς και νέας γενιάς και είναι το σαρωτικό προσπέρασμα της σφύζουσας νιότης πάνω από τους απολιθωμένους κηδεμόνες της που κινεί τη σκηνοθεσία.

Το διακύβευμα είναι ο νεαρός Έρχαρτ, τον οποίο διεκδικεί από τους γονείς του Μπόρκμαν και Γκούνχιλντ η Έλα, αδερφή της Γκούνχιλντ. Δεκαέξι χρόνια νωρίτερα ο Μπόρκμαν είχε απαρνηθεί την Έλα, προκειμένου να πραγματοποιήσει ένα μεγαλεπήβολο όραμα, που τον οδήγησε σε κατάχρηση χρημάτων και ακολούθως σε φυλάκιση και πολυετή απομόνωση. Το άνοιγμα της αυλαίας μάς βρίσκει όταν η Έλα, ταπεινωμένη ερωτικά, έρχεται να διεκδικήσει το μόνο που μπορεί: να πάρει δίπλα της τον Έρχαρτ και να του δώσει το όνομά της. Μόνο που όσο η παλιά γενιά ερίζει πάνω από το μέλλον του νεαρού, αυτός έχει άλλα σχέδια: εγκαταλείπει την οικογενειακή εστία στο πλάι της μεγαλύτερής του Φάνι Ουίλτον, ενώ μαζί τους θα πάει και η μικρή κόρη του φίλου του Μπόρκμαν, η Φρίντα Φόλνταλ.

Εντύπωση προκαλεί το γεγονός πως ο Χουβαρδάς, πάνω στο μοτίβο της παλιάς γενιάς που «ρουφάει το αίμα» των νέων, επέλεξε να την απεικονίσει κυριολεκτικά ως βαμπίρ. Με ολόλευκα μακριά μαλλιά και ρούχα και παγερή, νεκρική όψη, η Ρένη Πιττακή (Γκούνχιλντ) και η Λυδία Φωτοπούλου (Έλα), δύο απολιθωμένες φιγούρες που έχουν βγει από τους τάφους τους, ορίζουν το στίγμα της σκηνοθετικής γραμμής: η αργή, βαθιά ομιλία πίσω από τα μικρόφωνα και το σύρσιμο στους ορθογώνιους όγκους του σκηνικού (Εύα Μανιδάκη) καταρρίπτουν κάθε νατουραλιστική σύμβαση, το αποτέλεσμα όμως πλήττει τη θεατρικότητα, ενίοτε δε ολισθαίνει προς την παρωδία και το μελοδραματισμό. Αυτός ο δρόμος, που υπηρετεί με συνέπεια η πλειονότητα των ηθοποιών, ισοπεδώνει τους χαρακτήρες και στερεί από το αποτέλεσμα τη θεατρική ηδονή.

Από την άλλη, είναι ενδιαφέρων ο ρόλος που έχει αποδώσει η σκηνοθεσία στη Φρίντα (Σοφία Κόκκαλη), ενισχύοντας ό,τι το έργο υπονοεί: βρίσκεται συνεχώς επί σκηνής και από μια άποψη ενορχηστρώνει τη δράση. Επίσης η παράσταση έχει ενδιαφέρον όσον αφορά τα μουσικά (Θοδωρής Οικονόμου) και οπτικά σημεία. Oι φωτισμοί (Λευτέρης Παυλόπουλος) είναι ταιριαστοί με τα ψυχικά τοπία του έργου και τα κοστούμια (Ιωάννα Τσάμη), αν και χρειάζονται αποκωδικοποίηση, οπτικοποιούν τις αντιθέσεις των ηρώων: την παγερή όψη της Φωτοπούλου, της Πιττακή, του Νίκου Χατζόπουλου (Μπόρκμαν), διαρρηγνύουν το κατακόκκινο φόρεμα της Κόκκαλη και το αστραφτερό, χτυπητό κοστούμι της Θεοδώρας Τζήμου (Φάνι).

ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ - ΥΠΟΣΚΗΝΙΟ Β΄ Βασ. Σοφίας & Κόκκαλη, 2107282333. Διάρκεια: 120΄.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου