Θέμα

Γιατί το «Περιμένοντας τον Γκοντό» είναι η παράσταση που περιμένουμε αυτό το καλοκαίρι;

Από -

Η είδηση ότι μία από τις πρώτες παραστάσεις αυτού του ιδιότυπου καλοκαιριού θα ήταν το «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Σάμουελ Μπέκετ ίσως ακούστηκε –σε κάποιους τουλάχιστον– ανορθόδοξη. Η σκηνοθετική επιλογή του Γιάννη Κακλέα, για την οποία συνεργάζεται με τους Θανάση Παπαγεωργίου, Σπύρο Παπαδόπουλο, Άρη Σερβετάλη και Ορφέα Αυγουστίδη, απέχει από το ρεπερτόριο που κατά κανόνα χαρακτηρίζει τις θερινές σεζόν, δηλαδή αρχαίο δράμα, κωμωδίες, επιθεωρήσεις ή ανάλαφρα, «δροσερά» θεάματα. Κι όμως αυτό το συχνά παρερμηνευμένο ως δύσκολο, «κλειστό» θεατρικό έργο είναι στην ουσία ένας θησαυρός, κρυμμένος κάποιες φορές βαθιά στο συρτάρι, αλλά πάντοτε έτοιμος όχι απλώς να αποδείξει την αξία του, αλλά να επιβεβαιώσει τη φήμη του ως έργου-σταθμός σε ολόκληρη την ιστορία του θεάτρου.

Το «Περιμένοντας τον Γκοντό» καταφέρνει να συμπυκνώσει μέσα στην εκ προθέσεως απλούστατη φόρμα του μια διεισδυτική πραγματεία για την ανθρώπινη ύπαρξη. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι ο Μπέκετ, αυτός ο συγγραφέας που έζησε το μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα και σφράγισε με τα έργα του το κίνημα του μοντερνισμού στο θέατρο, αναγνωρίζεται ως ο μοναδικός «σύγχρονος τραγικός» και τα έργα του χαρακτηρίζονται ταυτοχρόνως μοντέρνα και κλασικά. Ο «Γκοντό», το πρώτο από τα μεγάλα θεατρικά του, και αυτό που τον καθιέρωσε, είναι ένα διαχρονικό έργο, που χωράει σε οποιαδήποτε εποχή, οποιαδήποτε συνθήκη, και θα έχει φωνή και λόγο ύπαρξης όσο υπάρχουν άνθρωποι. Υπάρχει όμως κάτι ακόμη που το κάνει να ξεχωρίζει από το πλήθος των υπόλοιπων σημαντικών δειγμάτων της παγκόσμιας δραματουργίας.

Πρόκειται για ένα έργο-χαμαιλέοντα που, ενώ δείχνει να μη μιλάει για τίποτα συγκεκριμένο και τα θέματά του σβήνουν χωρίς να αποσαφηνιστούν, στην πραγματικότητα μιλάει για τα πάντα.
Αυτή η ανοιχτή φόρμα το καθιστά απολύτως διαχρονικό και παγκόσμιο, ενώ δείχνει κάθε φορά να σχολιάζει την εποχή στην οποία παρασταίνεται –χωρίς να χρειάζεται επικαιροποιήσεις–, σαν να έχει γεννηθεί από και μέσα σε αυτή. «Οικουμενική αλληγορία», το χαρακτήρισε εύστοχα ο Τομ Στόπαρντ, και ως τέτοια λειτουργεί, ακριβώς επειδή ο συγγραφέας δεν κατηύθυνε το νόημά του σε συγκεκριμένες ερμηνείες και αναγνώσεις.

Σύμφωνα με τον Γιάννη Κακλέα, «υπάρχει το θέατρο πριν από τον Μπέκετ και το θέατρο μετά από αυτόν. Είναι ένα ποιητής της αυτογνωσίας, έφερε την ποίηση στο θέατρο με μινιμαλιστικό τρόπο».

Η απόφαση για την παράσταση που θα σκηνοθετήσει ο Γιάννης Κακλέας πάρθηκε κατά την περίοδο του lockdown και υπό τη σκιά μιας απειλητικής πανδημίας, γεγονός που την καθιστά τελικά απολύτως λογική. Ούτως ή άλλως, έχουμε να κάνουμε με ένα έργο που είθισται να βγαίνει από το συρτάρι σε περιόδους κρίσης, όταν υπάρχει ανάγκη για ενδοσκόπηση ή όταν η εποχή επιτάσσει την επιστροφή στα θεμελιώδη ζητήματα και ερωτήματα της ύπαρξης· κι αυτό επειδή δεν υπάρχει έργο που να εκφράζει καλύτερα από τον «Γκοντό» την ανθρώπινη κατάσταση όταν βρίσκεται σε μεταβατικές τροχιές ή σε κρίσιμες διαδικασίες: Πρόσωπα εγκλωβισμένα σε μια κατάσταση ατέρμονης αναμονής, κυκλική διαχείριση του χρόνου, σχέσεις αλληλεξάρτησης όπως και εξουσίας/υποταγής, φιλοσοφικά ερωτηματικά για τον Θεό, τη ζωή και το θάνατο, η ανθρώπινη ανάγκη για επαφή, αλλά και για έξωθεν σωτήρες είναι τα βασικά συστατικά του.

Σε μια κριτική που γράφτηκε στους «Irish Times», τη δεκαετία του ’50, για μία από τις πρώτες παραστάσεις του «Γκοντό», διαβάζουμε ότι ο Μπέκετ «έγραψε ένα έργο όπου τίποτα δεν γίνεται, δύο φορές». Εξάλλου, με τη φράση «τίποτα δεν γίνεται» του Εστραγκόν προς τον Βλαντιμίρ ξεκινάει το κείμενο, για να κλείσει ύστερα από δύο πράξεις, με τους ήρωες να παραμένουν ακίνητοι στο ίδιο ερημικό τοπίο που τους φιλοξένησε. Όσα έχουν μεσολαβήσει, δηλαδή μια ακατάπαυστη ροή δράσεων και ομιλιών –συχνά «ανούσιων» ή παραληρηματικών– αποδίδουν με τον πλέον βιωματικό τρόπο την ανακύκλωση του χρόνου που χαρακτηρίζει το σύμπαν, μέσα στο οποίο ο άνθρωπος ψάχνει να ορίσει την ύπαρξή του, να δώσει απαντήσεις, να στηριχτεί στον εαυτό του, στον διπλανό του, αλλά και σε ένα αόριστο «άλλο», κάποιον ή κάτι.

Διότι, βέβαια, ο μυστηριώδης ήρωας με το όνομα Γκοντό, που δεν εμφανίζεται ποτέ επί σκηνής, είναι ό,τι ο καθένας μας θέλει να είναι, σωτήρας ή δυνάστης, φανταστικός ή πραγματικός. Αντί για τον Γκοντό, ο Μπέκετ θα εμφανίσει πλάι στο δίδυμο Εστραγκόν-Βλαντιμίρ, ένα ακόμη ζευγάρι, τον Πότζο και τον Λάκι, εμβληματικό σε ολόκληρη την παγκόσμια δραματουργία για τον τρόπο με τον οποίο καταδεικνύει τη σχέση «αφέντη-δούλου». Και κάπως έτσι, μέσα από τις σχέσεις και τις συναντήσεις αυτών των τεσσάρων προσώπων, χτίζεται ένα έργο που χωράει τόσες αναγνώσεις όσες κάθε σκηνοθέτης θέλει να του προσδώσει, αλλά και όποιες κάθε θεατής αναγνωρίζει σε αυτό.

Μάλλον εσφαλμένα, ο «Γκοντό» έχει αποκτήσει τη φήμη του δύσκολου, δύστροπου έργου. Σε αυτό έχουν συντελέσει βέβαια τα πυκνά νοήματα, η απουσία συγκεκριμένης «υπόθεσης» με εξατομικευμένους χαρακτήρες, γραμμική εξέλιξη και συγκεκριμένα γεγονότα που να οδηγούν «κάπου», το γεγονός ότι τοποθετεί τους ήρωες σε μια συνθήκη διαρκούς εκκρεμότητας, αναμονής και διάψευσης ελπίδων, το αδιέξοδο τέλος του. Κι όμως, όλα τα παραπάνω, τα οποία πράγματι εμπεριέχονται στον «Γκοντό» μαζί με δεκάδες ακόμη μοτίβα και θέματα, δεν τον καθιστούν ούτε πομπώδη, ούτε διδακτικό, ούτε έργο πολεμικής. Φτιαγμένο σχεδόν σαν νούμερο τσίρκου, διακατέχεται από χιούμορ και θεατρικότητα, ενώ διακριτός είναι και ο λαϊκός χαρακτήρας του. Όπως κάθε μεγάλο έργο, απευθύνεται σε όλους, για να αντλήσει ο καθένας απ’ αυτό ό,τι του αναλογεί.

Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι μια από τις πρώτες παραστάσεις αυτού του, υποτίθεται, «δυσνόητου», «εγκεφαλικού» κειμένου, όπου «τίποτα σημαντικό» δεν συμβαίνει, δόθηκε μπροστά σε κρατούμενους μιας φυλακής στην Καλιφόρνια, ανθρώπους που μπορεί να μην είχαν ξαναδεί θέατρο, αλλά επικοινώνησαν απολύτως με ένα έργο γεμάτο με ατέρμονη αναμονή, γέμισμα χρόνου με ανούσιες δράσεις, με εξουσία και υποταγή. Επίσης, όσο νομοτελειακό ή απαισιόδοξο κι αν φαντάζει, έτσι που τοποθετείται σε έναν μη τόπο και μοιάζει να συλλαμβάνει μια στιγμή από το «τέλος της ανθρωπότητας», άλλο τόσο αποτυπώνει μια χαραμάδα φωτός και αισιοδοξίας. Ο «Γκοντό» μάς δείχνει ότι δεν είμαστε μόνοι, ούτε είμαστε οι μόνοι που τα έχουμε κάνει θάλασσα. Κι αυτό είναι άκρως παρηγορητικό.

Με αυτή του την επιλογή, ο Γιάννης Κακλέας συνεχίζει έναν άτυπο κύκλο που άνοιξε σκηνοθετώντας έργα του λεγόμενου «θεάτρου του παραλόγου», με πιο πρόσφατα τα δύο του Ιονέσκο που παρουσίασε την προηγούμενη και τη φετινή σεζόν αντίστοιχα, «Το παιχνίδι της σφαγής» και «Ρινόκερος». Τα έργα αυτού του είδους του ταιριάζουν, καθώς δεν υποτάσσονται σε αυστηρά καλούπια ούτε υπακούουν σε σαφείς διαχωρισμούς ύφους, κάτι που του δίνει την ευκαιρία να εξασκήσει το πληθωρικό σκηνοθετικό ύφος του, που χρησιμοποιεί εργαλεία από όλο το φάσμα των τεχνών και του θεάτρου. Έπειτα, ο υπαρξιακός πυρήνας τους, που ειδικά στην περίπτωση του «Περιμένοντας τον Γκοντό» συνδυάζεται με τη μινιμαλιστική ποιητικότητα, αποτελεί διαχρονική σκηνοθετική πρόκληση. Πρόκληση όμως αποτελεί και για τους ηθοποιούς, ή μάλλον κυρίως γι’ αυτούς: Πρόκειται για μια μεγάλη, γοητευτική όσο και επίπονη πνευματικά και σωματικά δοκιμασία, καθώς τους προσφέρει ένα τεράστιο πεδίο ερμηνείας χωρίς ευκολίες για να πιαστούν.

Γι’ αυτήν τη μεγάλη δοκιμασία, ο Κακλέας εμπιστεύτηκε τον επί χρόνια συνεργάτη του Άρη Σερβετάλη, ενώ άδραξε την ευκαιρία για σημαντικές νέες συνεργασίες: ο πολύπειρος Θανάσης Παπαγεωργίου, ο Σπύρος Παπαδόπουλος και ο νεότερος Ορφέας Αυγουστίδης, ηθοποιοί διαφορετικής γενιάς και ερμηνευτικού ύφους, θα συναντηθούν κάτω από το πιο διάσημο δέντρο της παγκόσμιας δραματουργίας για να μας πουν μια ιστορία. Όχι την ιστορία του Γκοντό, αλλά μια ιστορία για την αναμονή, την ελπίδα, τους σωτήρες και τους δυνάστες, για την προσωπική ευθύνη, τη χειραγώγηση της σκέψης, για τις φλυαρίες που καλύπτουν την αδράνεια, αλλά και για τις σιωπές που κρύβουν σκέψη και συλλογισμό, μια ιστορία για όλους μας και για τον καθένα ξεχωριστά.


Ο 24ωρος Μπέκετ του Γιάννη Κακλέα

mpeket-kaklea-2013 Ο Γιάννης Κακλέας ανέβασε πρώτη φορά έργο του Μπέκετ το 2013, βουτώντας κατευθείαν στα βαθιά με ένα παράτολμο εγχείρημα. Παρουσίασε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών μια σκηνική εκδοχή του μυθιστορήματος «Μερσιέ και Καμιέ» διάρκειας 24 ωρών! Από τα μεσάνυχτα της 29ης Ιουνίου έως τα μεσάνυχτα της επομένης, η αίθουσα Η της Πειραιώς 260 υποδέχτηκε με μαξιλάρια και sleeping bags τους θεατές μιας μαραθώνιας περιπλάνησης στο μπεκετικό σύμπαν. Σε αυτή την «άχρονη μετα-θεατρική εμπειρία» που εμπνεύστηκε ο Κακλέας, η διεσταλμένη από το συγγραφέα έννοια του χρόνου έφτασε στα όρια του ανθρωπίνως δυνατού, με τους τέσσερις ηθοποιούς να βρίσκονται επί ποδός για 24 ώρες, ενώ οι θεατές είχαν το ελεύθερο να μπαινοβγαίνουν στο χώρο, όπου συμμετείχαν σε μια πυκνή σκηνική εμπειρία γεμάτη λόγο, δράσεις, αυτοσχεδιασμούς και σιωπές… Ο Κώστας Φιλίππογλου, ο Άρης Σερβετάλης, ο Κίμωνας Φιορέτος και η Μένη Κωνσταντινίδου έδωσαν ζωή σε ένα αφήγημα που αποτελεί την πηγή όλων των έργων του Μπέκετ, ενώ θυμίζει ιδιαίτερα το «Περιμένοντας τον Γκοντό». Ο συνθέτης Κωστής Φιορέτος εκτέλεσε ζωντανά τη μουσική του, ο Κακλέας καθοδηγούσε τους ηθοποιούς στους αυτοσχεδιασμούς τους, ενώ ο εμπνευστής της κοινωνικής κουζίνας «Ο Άλλος Άνθρωπος» Κώστας Πολυχρονόπουλος μαγείρευε σούπα για τους θεατές.

Σάμουελ Μπέκετ: Ο τραγικός του 20ου αιώνα

samuel-becketΟ Ιρλανδός συγγραφέας, που γεννήθηκε στο Δουβλίνο το 1906, έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στο Παρίσι, όπου και πέθανε το 1989. Συμπατριώτης του Τζέιμς Τζόις, με τον οποίο συνδεόταν φιλικά, οφείλει πολλά στη σπουδαία συγγραφική παράδοση της χώρας καταγωγής του, αλλά και στις πρώτες αμερικανικές ταινίες που είδε στο Δουβλίνο: τα βωβά φιλμ του Τσάρλι Τσάπλιν και του Μπάστερ Κίτον διαμόρφωσαν καθοριστικά το δικό του στιλ. Μετά τη μόνιμη εγκατάστασή του στο Παρίσι, σε ηλικία 31 χρονών, ήρθε σε επαφή με κύκλους της γαλλικής διανόησης και ξεκίνησε να γράφει και στα γαλλικά, αφού, κατά δήλωσή του, «στα γαλλικά είναι ευκολότερο να γράψεις χωρίς ύφος». Τα σπουδαιότερα θεατρικά του κείμενα τα έγραψε μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (το «Περιμένοντας τον Γκοντό» γράφτηκε το 1949) και, πράγματι, αυτά τα ολιγοπρόσωπα, φαινομενικά «αδρανή» κείμενα αντικατοπτρίζουν τον κλονισμό του ατόμου και ολόκληρης της ανθρωπότητας στη μεταπολεμική κοινωνία. Ολόκληρο το έργο του, από τα πιο πληθωρικά μέχρι τα άκρως μινιμαλιστικά κείμενα που παρήγαγε κυρίως στο τέλος της καριέρας του, αποτελεί μια επίμονη διερεύνηση του πρωταρχικού ερωτήματος: «Ποιος είμαι;». Κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1969.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου

Σχετικά Θέματα