Θέμα

Γιατί αγαπάμε τόσο τον Ίψεν;

«Βρικόλακες»
«Βρικόλακες»

Ποιος είναι ο πιο δημοφιλής κλασικός συγγραφέας στους Έλληνες θεατρόφιλους; Ο Ίψεν συγκαταλέγεται στην τριάδα των πιο πολυπαιγμένων στην Ελλάδα ξένων συγγραφέων, δίπλα στον Τσέχοφ και τον Σέξπιρ, και, μάλιστα, είναι από τους συγγραφείς που γνώρισαν γρήγορη και άμεση αποδοχή στην ελληνική επικράτεια: οι «Βρικόλακες» γράφτηκαν το 1881 και μόλις το 1894 ήταν το πρώτο έργο του που ανέβαινε από ελληνικό θίασο. Έκτοτε, για περισσότερα από εκατόν είκοσι χρόνια δηλαδή, τα ιψενικά δράματα δεν έχουν σταματήσει να παρουσιάζονται στις ελληνικές σκηνές, σε κάθε είδους ανεβάσματα, από κλασικότροπες αναγνώσεις μέχρι και -ειδικά τα τελευταία χρόνια- πειραματικές δοκιμές με τη φόρμα ή/και το περιεχόμενο. Ενδεικτικά, τα τελευταία πέντε χρόνια έχουμε μετρήσει περισσότερες από δεκαπέντε παραστάσεις έργων του Ίψεν στην Αθήνα, ενώ και στην περιφέρεια (Θεσσαλονίκη και ΔΗΠΕΘΕ) ο Νορβηγός δραματουργός παραμένει από τους δημοφιλέστερους.

Η δημοφιλία του Ίψεν μπορεί εύκολα να ανιχνευτεί στα χαρακτηριστικά της γραφής του συνδυασμένα με την ικανότητά του να συλλάβει τις αλλαγές που επέφερε σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο το πέρασμα από τον 19ο στον 20ό αιώνα. Αυτός ο συνδυασμός, βέβαια, όσο απλός είναι στη διατύπωση τόσο πολύπλοκος αποδεικνύεται στην ανάλυση. Κοινός παρανομαστής πάντως παραμένει πως ο Ίψεν είναι ένας μάστορας της γραφής από τον οποίον έχει να πάρει κάτι κάθε σκηνοθέτης - και κάθε θεατής. Ο προσανατολισμός του σε θέματα που αφορούν την κοινωνία και ειδικά τον πυρήνα της οικογένειας τον κατέστησε γρήγορα ως έναν από τους τολμηρότερους συγγραφείς της εποχής του και τροφοδότησε το ενδιαφέρον γύρω από το έργο του. Η αμφισβήτηση του θεσμού του γάμου, η κατάδειξη πως «αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα», η ανάδειξη των πολιτικών και δημοσιογραφικών μηχανισμών ως εχθρών της κοινωνικής ευημερίας, οι συνεχείς επιθέσεις του στην υποκρισία και τον καθωσπρεπισμό, η κατάδειξη της οικογένειας ως εμπόδιου στην ευτυχία (ακόμη και στην ίδια την επιβίωση) των παιδιών/της νέας γενιάς, η αμφισβήτηση της δυαδικότητας των ερωτικών σχέσεων, που εκφράστηκε μέσα από το μοτίβο του περιβόητου «ιψενικού τριγώνου», είναι βασικά θέματα που αγγίζουν -συχνά, ταυτόχρονα- τα δράματά του.

«Νόρα»
«Νόρα»

Προχωρώντας βαθύτερα, αναγνωρίζει κανείς πως η εστίαση του συγγραφέα στο άτομο, η υπαρξιακή διάσταση του έργου του, αποτελεί το σημείο υπεροχής του. Στους ήρωες του Ίψεν, αναγνωρίζουμε κάτι περισσότερο από αριστοτεχνικά δομημένους χαρακτήρες. Αναγνωρίζουμε τον άνθρωπο που βρίσκεται σε πάλη με τον εαυτό του αλλά και με τον -στενό και ευρύτερο- περίγυρό του. Ανθρώπους που αντιμετωπίζουν μεγάλα διλήμματα. Που εγκλωβίζονται σε καταστροφικά «ζωτικά ψεύδη». Ανθρώπους με αδυναμίες, στο κατώφλι των πιο κρίσιμων αποφάσεών τους. Αυτό το πλούσιο υπέδαφος που κρύβουν οι ήρωες και τα θέματα του Ίψεν, και επείγει να ανακαλυφθεί σε κάθε παράσταση,είναι το ακαταμάχητο, αδιάβρωτο στο χρόνο, χαρακτηριστικό της δραματουργίας του.

Όταν μιλάμε για τα έργα του Ίψεν, και ειδικά για τα κοινωνικά δράματα, μιλάμε για έργα που αποδεικνύονται ιδιαιτέρως «αβανταδόρικα», κάτι που δικαιολογεί τη διαχρονική δημοφιλία τους. Ο συγγραφέας έχει υπογράψει μια σειρά έργων (ειδικά αυτά που ανεβαίνουν συχνότερα) με άρτια δομή, υποδειγματική εξέλιξη σε επίπεδο πλοκής και ενδιαφέροντες χαρακτήρες. Οι τελευταίοι, μάλιστα, αποδεικνύονται ισχυρό δέλεαρ για τους ηθοποιούς: οι μεστοί ήρωες και ηρωίδες των ιψενικών έργων αποτέλεσαν ανά τις δεκαετίες ερμηνευτικό στόχο και σημείο καταξίωσης ουκ ολίγων πρωταγωνιστριών και πρωταγωνιστών του ελληνικού θεάτρου, ενώ οι περισσότεροι από τους σημαντικότερους Έλληνες σκηνοθέτες δεν αντιστάθηκαν στην πρόκληση να αποδώσουν με τη δική τους υπογραφή κάποιο από ιψενικά δράματα. Γι’ αυτό και, από το σύνολο της εργογραφίας του, τα έργα που ανεβαίνουν συχνότερα στην ελληνική σκηνή είναι αυτά της ωριμότητάς του, όπου κορυφώνεται η συγγραφική δεξιοτεχνία: η «Έντα Γκάμπλερ», η «Νόρα» (ή «Το κουκλόσπιτο»), οι «Βρικόλακες», ο «Αρχιμάστορας Σόλνες», ο «Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν», η «Αγριόπαπια».

«Πεδίο βολής (Αγριόπαπιες)»
«Πεδίο βολής (Αγριόπαπιες)»

Βέβαια, ας μην μας ξεφύγει το γεγονός πως τα παραπάνω αποτελούν ταυτόχρονα μία επικίνδυνη παγίδα, καθώς πολύ εύκολα το θέατρο του Ίψεν μπορεί να -και έχει- ολισθήσει σε ένα θέατρο στείρου βεντετισμού, ευνοημένο από την παρουσία ισχυρών πρωταγωνιστικών ρόλων. Όπως, επίσης, έχει συμβεί οι παραστάσεις των έργων του να εγκλωβίζονται σε έναν κακώς εννοούμενο «ιψενισμό», σε μια ψευδαίσθηση, δηλαδή, σκηνικής αλήθειας, που βασίζεται στη δημιουργία ατμόσφαιρας, στη ροπή προς τη μεγαλοστομία, στην επιφανειακή διαχείριση των ιδεών και των προσώπων.

Άλλωστε, στην περίπτωση του Ίψεν συμβαίνει το εξής παράδοξο: ενώ αναγνωρίζεται ως σημαντικός θεμελιωτής του θεάτρου του 20ού αιώνα και τολμηρή φωνήόσον αφορά τις κοινωνικές ιδέες των έργων του, την ίδια στιγμή έχει «κατηγορηθεί» ως παρωχημένος, ακόμη και τελικά συντηρητικός. Η ιστορία έχει δείξει, όμως, πως οι αντιρρήσεις εντέλει οφείλονται λιγότερο στο συγγραφικό αποτέλεσμα και περισσότερο στη σκηνική μεταχείρισή του, που επί χρόνια την έπνιγαν νατουραλιστικά -και κυρίως ψευδονατουραλιστικά- βάρη. Αντιθέτως, όταν η σκηνοθεσία σκύβει κάθετα στα έργα, διεισδύει στα πρόσωπα, τις καταστάσεις και τις ιδέες, έχουν προκύψει σπουδαίες δουλειές, όπως, για παράδειγμα, συνέβη τελευταία με το «Κουκλόσπιτο» που σκηνοθέτησε ο Γιώργος Σκεύας (Θέατρο της Οδού Κυκλάδων), την «Αγριόπαπια» σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Τάρλοου (Θέατρο Πορεία) ή τους «Βρικόλακες» που είδαμε από τον Δημήτρη Καραντζά (Θέατρο Τέχνης).

«Γιον Γάμπριελ Μπόρκμαν»
«Γιον Γάμπριελ Μπόρκμαν»

Εξάλλου, ο Ίψεν δεν έχει αποδείξει μόνο πόσο άξιος είναι να σταθεί στο θέατρο του 21ου αιώνα ως κλασικός -άρα ως απολύτως σύγχρονος- αλλά αποτελεί όλο και συχνότερα πρόσφορο πεδίο σκηνικών πειραματισμών. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί η δουλειά που υπογράφει το (εκ Θεσσαλονίκης ορμώμενο) δίδυμο των Χάρη Πεχλιβανίδη-Κορίνας Βασιλειάδου, οι οποίοι μάλιστα έχουν λάβει υποτροφία από το ίδιο το Ινστιτούτο Ίψεν της Νορβηγίας. Η πρώτη τους παράσταση -και πιο χαρακτηριστική-, τιτλοφορούμενη «Ορυχείο Ίψεν: Ένας εχθρός του λαού», χρησιμοποίησε τον «Εχθρό του λαού» (όπου ο κεντρικός ήρωας ανακαλύπτει πως το νερό στα δημόσια λουτρά μιας πόλης είναι μολυσμένο, θέτοντας σε επισφάλεια τη δημόσια υγεία) ως βάση για ένα νέο έργο θεάτρου-ντοκουμέντο που αφορούσε το θέμα των ορυχείων χρυσού στις Σκουριές της Χαλκιδικής. Οι ίδιοι δημιουργοί βρίσκονται και πίσω από την παράσταση που είδαμε στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού «Πεδίο βολής (Αγριόπαπιες)», όπου η «Αγριόπαπια» υπέστη μια γενναία διασκευή προκειμένου να έρθει στο προσκήνιο το ιψενικό διακύβευμα των καταστροφικών ψευδαισθήσεων.

Λίγους μήνες νωρίτερα, μία άλλη παράσταση ιψενικού έργου από Έλληνα σκηνοθέτη είχε κάνει πρεμιέρα, και αργότερα παρουσιαζόταν στο Διεθνές Φεστιβάλ Ίψεν στο Όσλο: το (ελάχιστα παιγμένο) κύκνειο άσμα του συγγραφέα, «Όταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί», με τη «λοξή» ματιά του Δημήτρη Καραντζά, ενώ ο κατάλογος των δοκιμών δεν τελειώνει εδώ. Αρκεί να αναλογιστούμε τις πιο πρόσφατες, την παράδοξη αισθητική δοκιμή του Γιάννη Χουβαρδά στον «Γιον Γάμπριελ Μπόρκμαν» (Υποσκήνιο Μεγάρου Μουσικής), ή την εκδοχή της «Νόρας» για τρεις ηθοποιούς από τον Θόδωρο Τερζόπουλο (Θέατρο Άττις).

Λιγότερο ή περισσότερο επιτυχημένες, τολμηρές ή όχι, οι παραστάσεις του Ίψεν στην Ελλάδα μαρτυρούν το άσβεστο ενδιαφέρον δημιουργών και θεατών για τα έργα του μεγάλου συγγραφέα. Αν προσθέσουμε και τα συνεχή ανεβάσματά των έργων του σε ολόκληρη την Ευρώπη και μάλιστα από καλλιτέχνες της πρωτοπορίας (ο Γερμανός Τόμας Οστερμάιερ, η βελγική ομάδα tgSTAN, κ.ά.) δεν μπορούμε παρά να παραδεχτούμε πως ότι η τάση της «ιψενομανίας» δείχνει να έχει μέλλον μπροστά της.