Συνέντευξη

Γιάννος Περλέγκας: «Δεν υπάρχει ηθική της πολιτικής πια, δεν υπάρχει πολιτική»

Από -

Η σχέση του Γιάννου Περλέγκα με τον Τόμας Μπέρνχαρντ είναι ιδιαίτερα βαθιά και καθοριστική για την πορεία του. Αυτό αποκαλύπτει, μαζί με πολλά άλλα, στη Μαρία Κρύου συζητώντας μαζί της με αφορμή το ανέβασμα της παράστασης «Ο Αδαής και ο Παράφρων» που συζητήθηκε πολύ την περασμένη σεζόν κι επαναλαμβάνεται, αυτήν τη φορά, στο Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης» από 8/9.

Μετά τον «Ιμμάνουελ Καντ» ήρθαν ο «Αδαής και ο Παράφρων». Πότε ανακάλυψες τον Τόμας Μπέρνχαρντ;
Σε ηλικία δέκα ετών είδα με τους γονείς μου το έργο του « Ρίττερ, Ντένε, Φος» από τον Λευτέρη Βογιατζή. Τότε δεν μπορούσα να καταλάβω ποιος ακριβώς ήταν ο Λευτέρης, αλλά υπήρξε ένας μαγνητισμός που είχε να κάνει τόσο με εκείνον όσο και με το έργο. Αυτό που μπορώ να δω τώρα είναι ότι στους ήρωες του Μπέρνχαρντ αναγνωρίζω κάτι πάρα πολύ βαθύ και δικό μου. Στην εφηβεία, πενθώντας τον πατέρα μου, ξεκίνησα να διαβάζω τα έργα του σαν μανιακός. Καθώς φαινομενικά μιλάει για το θάνατο, αισθάνθηκα σε ένα πρώτο επίπεδο μια περίεργη ταύτιση. Πρόσφατα, μέσα στην κρίση και τον κορεσμό που ένιωσα δουλεύοντας ως ηθοποιός και προτού πάρω το ρίσκο να μηδενίσω το κοντέρ και να ξεκινήσω να σκηνοθετώ, ξαναδιάβασα τα έργα του και συνειδητοποίησα ότι αντικατόπτριζαν όσα ένιωθα, ενώ ταυτόχρονα μπορούσα να τα δω και σαν κωμωδίες.

Τα έργα του έχουν όμως και μπόλικη δόση ειρωνείας.
Ο Μπέρνχαρντ ειρωνεύεται αλλά δεν το κάνει αφ’ υψηλού γιατί είναι ο πρώτος που υποφέρει. Μου αρέσει να τον παραλληλίζω με τον Τσέχοφ. Βρίσκονται πολύ κοντά οι δυο συγγραφείς. Και οι δύο έζησαν στο μεταίχμιο των αιώνων, ο Τσέχωφ μεταξύ 19ου και 20ού αιώνα και ο Μπέρνχαρτ μεταξύ 20ου του και 21ου αιώνα Περιγράφουν ανάλογα με τις νευρώσεις της την κάθε εποχή και κάποιους ανθρώπους. Οι ήρωές τους με έναν τρόπο κωμικό και τραγικό ταυτόχρονα είναι διαρκώς χωμένοι σ’ αυτό που βιώνουν και δεν μπορούν να δουν τι γίνεται δίπλα τους. Νιώθουν την αλλαγή στη ζωή τους αλλά δεν ξέρουν πώς να την προσδιορίσουν. Ίσως το ίδιο συμβαίνει και σ’ εμάς. Η ειρωνεία μπορεί να είναι ένα προσωπείο αναγκαίο ώστε το έργο να αφυπνίσει τις συνειδήσεις των ανθρώπων. Και οι δύο συγγραφείς ότι κάνουν, το κάνουν με τεράστια αγάπη απέναντι σε αυτήν την αναπηρία που έχουν οι άνθρωποι. Δεν είναι είρωνες από άρνηση ή από ιδιοτροπία

Σε αυτή την αφύπνιση στοχεύει ο Μπέρνχαρντ;
Θέλει να μας δείξει πως από μόνοι μας μαυρίζουμε τη ζωή μας. Είναι απίθανος στυλίστας της γραφής και αγγίζει βαθιές περιοχές της ύπαρξης. Δεν δίνει την εύκολη λύση. Είναι τόσο μεγαλοφυώς γραμμένα τα έργα του που θέλει και δική μας συμμετοχή για να καταλάβουμε. Το «Αδαής και Παράφρων», ας πούμε, είναι από τα πρώτα του έργα, τα πλέον πεισιθάνατα, όμως δεν μπορείς να πεις με σιγουριά ότι είναι συνολικά μαύρο και θανατερό.

Η Ανθή Ευστρατιάδου ενσαρκώνει μια λυρική τραγουδίστρια, η οποία ετοιμάζεται να τραγουδήσει για πολλοστή φορά το ρόλο της Βασίλισσας της Νύχτας στο «Μαγικό αυλό» του Μότσαρτ αλλά δεν αντέχει άλλο. Ο τυφλός πατέρας της, τον οποίο υποδύεται ο Χρήστος Μαλάκης, την έχει ωθήσει να αγγίξει τη κορυφή –η κόρη του είναι κάτι σαν τη Μαρία Κάλλας, μια τέλεια μηχανή παραγωγής–, ζει μόνο μέσα από αυτήν και την περιμένει καθηλωμένος στο καμαρίνι της. Είναι χαρακτηριστικό ότι κανένας δεν έχει όνομα στο έργο, έχουν γίνει ο ρόλος, δεν υπάρχει ο άνθρωπος.

Τι συμβολίζει ο ιατροδικαστής τον οποίο υποδύεσαι;
Στο όνομα της απόλυτης ομορφιάς της τέχνης, που είναι ο Μότσαρτ, έχουν διαπραχθεί «εγκλήματα». Ο πατέρας δεν καταλαβαίνει πως έχει «σκοτώσει» την κόρη ωθώντας την να αγγίξει την τελειότητα. Και η κόρη χωρίς να το καταλαβαίνει «σκοτώνει» τον πατέρα γιατί δεν ακολουθεί το θέλω του με τον αφοσιωμένο τρόπο που θα ήθελε εκείνος, ενώ παράλληλα του συμπεριφέρεται φρικτά. Έχουν χάσει τις προσωπικές τους ζωές, ο ένας ζει μέσα από τον άλλο κι επομένως έχουν «πεθάνει» αλλά δεν το ξέρουν. Ο ιατροδικαστής είναι εκεί για να διαπιστώνει όλους τους θανάτους στη ζωή αυτών των προσώπων.

Μοιάζει να κρούει ένα καμπανάκι και να λέει πως ο θάνατος έρχεται όταν φεύγουμε από την ανθρώπινη ιδιότητά μας. Καθώς περιμένει τη σοπράνο στο καμαρίνι μαζί με τον πατέρα της, ο οποίος πεθαίνει από αγωνία, τον καθησυχάζει περιγράφοντάς του με λεπτομέρειες πώς γίνεται μια νεκροτομή. Την τελευταία στιγμή η σοπράνο βγαίνει στη σκηνή και αποθεώνεται, σύντομα όμως δηλώνει πως θα σταματήσει τις εμφανίσεις. Τελικά τόσο ο πατέρας όσο και η ίδια δεν μπορούν να το αντέξουν καθώς έχουν μάθει να ζουν μέσα από αυτό. Τότε ο δόκτορας, σε μια ακαθόριστη μεταφυσική συνθήκη, ξαναρχίζει τις νεκροτομές.

Τι θαυμάζεις περισσότερο στον Μπέρνχαρτντ;
Είναι απίθανος στυλίστας της γραφής και εισχωρεί σε πολύ βαθιές περιοχές και πιστεύω ότι βγαίνουν πολλά πράγματα μέσα από το κείμενο. Δεν είναι ο συγγραφέας που δίνει την εύκολη λύση, που κατονομάζει τα πράγματα εύκολα. Είναι τόσο μεγαλοφυώς γραμμένο το έργο, που θα πρέπει να κάνουμε εμείς δουλειά για να καταλάβουμε.

Γιατί τα πρόσωπα που ζωντανεύεις στη σκηνή μοιάζουν σαν μαριονέτες;
Ο ίδιος ο Μπέρνχαρντ θεωρεί ότι το θέατρο είναι ένα θέατρο μαριονέτας όπως και ο κόσμος είναι ένα θέατρο μαριονέτας, με μηχανικές κινήσεις, μηχανικά ένστικτα συμπεριφορές και με προσωπεία. Μηχανική κίνηση είναι αυτή που σκοτώνει τις φυσικές τάσεις και ροπές των ανθρώπων, οι οποίοι δεν κάνουν άλλο από τον εξυπηρετούν ιδιότητες ή πρέπει να επιβεβαιώσουν κάποιο ρόλο. Τα πρόσωπα του έργου είναι καταδικασμένα να παίζουν ρόλους σαν κούκλες. Αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο έχουν αυτή την εικόνα οι ηθοποιοί. Άλλωστε το λέει ο συγγραφέας μέσα στο έργο: το θέατρο δεν είναι για ένα φυσιολογικό άνθρωπο δεν παίζουν άνθρωποι, παίζουν μαριονέτες και όλα κινούνται αφύσικα. Αλλά το αφύσικο είναι το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο.

Ποιος, κυρίως, ευθύνεται για την ανάπτυξη των μηχανικών μας κινήσεων και ενστίκτων;
Η κοινωνία, οι γονείς, το σχολείο αλλά και πράγματα που αγαπάμε και σεβόμαστε όπως η τέχνη, η φιλοσοφία και η επιστήμη  Ακόμα και αυτά τα πολύτιμα όπλα που έχουμε απέναντι στη ζωή υπάρχει ο κίνδυνος να γίνουν τα όπλα που θα σε σκοτώσουν. Ο Μπέρνχαρντ μοιάζει να λέει ότι η γνώση οδηγεί στο θάνατο και η πολλή εξειδίκευση απομακρύνει από τη φύση. Εξειδικευόμαστε σε τεχνικά πράγματα παρότι με την τέχνη κάτι άλλο κυνηγάμε, την ομορφιά. Ο επιστήμονας επίσης έχασε τον ουμανιστικό του σκοπό και λέει απλά λέξεις που είναι μόνο σε αυτόν κατανοητές και τελικά οδηγούν στο θάνατο.

Η εξειδίκευση, η γνώση και η υπέρ κατάρτιση είναι που απομακρύνουν τον άνθρωπο από την αναπνοή του από την επαφή του με τη φύση με την πραγματική χειραφέτηση το μυαλό του να ζήσει ελεύθερος χωρίς τα δεκανίκια της τέχνης, της επιστήμης, της φιλοσοφίας. Ο Μπέρνχαρντ αποκήρυξε πολύ νωρίς την καθολική του πίστη γιατί την ζούσε σε αυτό το αυτιστικό και θανατερό έδαφος της Αυστρίας του εθνικοσοσιαλισμού και του καθολικισμού. Αυτό που κάνω τόσο μέσα από τις παραστάσεις που δουλεύω όσο και μέσα από τα μαθήματα στις δραματικές σχολές είναι μια προσπάθεια να βρούμε την αναπνοή μας στους δικούς τους δύσκολους καιρούς.

Οι ιδεολογίες παίζουν κάποιο ρόλο; Πως μπορούν να φανούν χρήσιμες στη ζωή μας;
Οι ιδεολογίες υπάρχουν για να βοηθάνε τη ζωή, δεν υπάρχουν για να επιβεβαιώνονται. Η ζωή γίνεται λίγο καλύτερη εφόσον βοηθήσει η ιδεολογία. Δεν θα φτάσω στο σημείο να πω ότι οι ιδεολογίες έχουν τελειώσει, όμως είναι γεγονός πως έχουν επικρατήσει κάποιες, οι οποίες δεν βοηθούν το άτομο να σηκωθεί από το τέλμα του. Είναι ιδεολογίες της ατομικότητας και της στροφής γύρω από τα αυτοαναφορικά μας προβλήματα. Μιλώ για τις μεταμοντέρνες εκδοχές ενός ιδεαλισμού ρομαντικού. Έχει επικρατήσει ο Σοπενχάουερ όχι ο Μαρξ ή ο Χέγκελ.

Με ποια έννοια;
Με την έννοια ότι είμαστε κατεστραμμένοι επειδή το άτομο έχει βούληση άρα το μόνο που μπορεί να μας σώσει είναι ένας μηδενισμός και καταστροφή της βούλησης. Αυτά τα πράγματα, τα έγραφε ο Σοπενχάουερ για άλλους λόγους, σε σχέση με μια άλλη εποχή ώστε να επέλθει ένας διαφωτισμός. Στο μυαλό των ανθρώπων αυτά έχουν φτάσει, σήμερα, στις μεταμοντέρνας εκδοχές και στις εφαρμογές τους να κατακερματίζουν ακόμα πιο πολύ όποια υποψία συλλογικότητας πάει να γεννηθεί.

Μιλώντας για συλλογικότητα σε θυμάμαι να υποστηρίζεις σθεναρά τη λογική της ομάδας με τους 1272. Πλέον αποκήρυξες τη λογική της ομάδας;
Υπήρξαν πολλές ανατροπές στη ζωή του καθενός δεν μπορέσαμε να παραμείνουμε ως ομάδα κι εγώ έχω πολύ μεγάλο μερίδιο ευθύνης σε αυτό. Τότε είχα πει ότι δεν θα ξανά ανακατευτώ με την σκηνοθεσία, είχα αποφασίσει ότι μόνο θα έπαιζα. Πειραματιζόμασταν με πολυπρόσωπα έργα, σκηνοθετούσαμε και θέλαμε να πούμε καλά τις ιστορίες, ειδικά την σαιξπηρικές. Μας απασχολούσε να είμαστε πολύ καλοί αφηγητές αλλά αυτό πλέον δεν μου αρκεί γιατί έχουμε δει πολύ αφηγηματικό θέατρο στη χώρα μας. Έχουμε ξεχάσει να βουτάμε και να παίζουμε ρόλους, ενώ υπάρχουν σκηνοθέτες που δεν καταλαβαίνεις γιατί ανεβάζουν ένα έργο.

Όπως λεει ο πολύ σπουδαίος Βασίλης Παπαβασιλείου-ηθοποιοί σαν αυτόν δεν υπάρχουν πλέον- αντί να μάθουμε πως γίνεται κάτι και να μαθητεύσουμε και να κατασκευάσουμε κάτι με βάση τους κανόνες τους θεατρικούς νομίζουμε ανά πάσα στιγμή ότι όλα είναι παραστάσιμα. Το θέατρο δεν υπάρχει μόνο για να εκφραζόμαστε και να αυτοψυχαναλυόμαστε είναι για να μάθουμε να φτιάχνουμε κάτι το οποίο έχει ιστορία πίσω του και κανόνες. Στα δεκαπέντε χρόνια που κάνω θέατρο κατάλαβα πολλά για τη θεαματική για το πώς, και το γιατί κάνω θέατρο. Κατάλαβα ότι οι ομάδες δεν είναι αυτοσκοπός. Στις παρέες ελλοχεύει ο φασισμός, ο αποκλεισμός του ατόμου και ο δογματισμός και μπορεί να γίνει χειρότερη φυλακή από το να δουλεύεις κάτω από την μπαγκέτα κάποιου.

Μου λείπουν τα θετικά της ομάδας όπως το ότι με τα χρόνια δημιουργείτε μια γλώσσα συνεννόησης, μια σύνδεση που βήμα, βήμα σε πάει παρακάτω. Τίποτα δεν είναι σίγουρα πια τίποτα δεν είναι πανάκεια ή εξασφαλισμένο. Το συλλογικό δεν είναι απαραίτητα συλλογικό, το ατομικό δεν είναι απαραίτητα ατομικιστικό.

Πάντως οι καλλιτέχνες δεν δείχνετε συσπειρωμένοι απέναντι σε θέματα που σας απασχολούν. Και δεν αναφέρομαι μόνο σε όλα όσα έγιναν με την απαγόρευση της παράστασης «Ισορροπία του Nash» και την υπόθεσης Φαμπρ αλλά και περισσότερο στη διεκδίκηση ενός πλαισίου που θα σας εξασφαλίσει καλύτερες απολαβές και συμβάσεις.
Είναι κατακερματισμένο από τα συμφέροντα, σχεδόν εν τη γενέσει του, το πράγμα για να μπορεί να υπάρξει συσπείρωση. Δεν ξέρω τι πρέπει να γίνει. Είναι απίστευτο τι εκφράσεις εκτοξεύθηκαν από ανθρώπους που εκτιμούμε και πόσο ανάποδοι ρατσισμοί βγήκαν είτε δεξιά, είτε αριστερή τόσο στην περίπτωση του κατεβάσματος της παράστασης από το Εθνικό όσο και στην περίπτωση του Φαμπρ. Μέσα απ’ όλα αυτά διαπίστωσα αυτισμό, απελπισία και για μία ακόμα φορά τον κατακερματισμό των συμφερόντων, τα οποία είναι τελείως διαφορετικά γιατί όλοι ζούμε σε ένα μικρόκοσμο. Και φυσικά, όλα αυτά είναι το αποτέλεσμα της κατάργησης όλων των πλαισίων, όλων των συλλογικών συμβάσεων και της απαξίωσης του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών. Δεν ξέρω τι πρέπει να συμβεί για να σταματήσει αυτός ο κατακερματισμός της συνείδησης. Είναι σαν ψυχορράγημα, είναι ένας θάνατος που μπορεί να κρατήσει κι άλλα 100 χρόνια.

Ούτε οι καλλιτέχνες δεν μπορούν πλέον να ονειρευτούν το καλύτερο;
Όλα προκύπτουν από την συλλογική προσπάθεια της πολιτικής χειραγώγησης που δεν σου επιτρέπει να φανταστείς κάτι μεγαλύτερο, κάτι πραγματικά πιο ανοιχτό, να ελπίσεις σε μία πραγματική αλλαγή. Η συνολική πολιτική στάση είναι για να δούμε πως θα γίνει η διαχείριση έτσι ώστε να είναι λίγο καλύτερα τα πράγματα για να κάνουμε διαπραγμάτευση και συμβιβασμό. Όλη η φρασεολογία που χρησιμοποιείται πλέον είναι διαχείριση, διαπραγμάτευση ώστε να βελτιωθεί το υπάρχον πράγμα με τους όρους της διαπραγμάτευσης, όχι της ρήξης. Όλο αυτό εξυπηρετεί τη λογική του: θα βολευτώ κι ας χάσω κάτι κι έχει ήδη γίνει μία νοοτροπία.

Πως μπορείς να φανταστείς κάτι άλλο καλύτερο όταν ελπίζεις μόνο με μικροδιαπραγματεύσεις; Αυτό προφανώς αντικατοπτρίζεται και στο χώρο το δικό μας όπως και σε όλη τη χώρα. Αυτό λέει και ο ΣΥΡΙΖΑ με αυτό το πρόσημο εξασφαλίζουμε το λιγότερο χειρότερο. Ο ΣΥΡΙΖΑ ανέβηκε όπως ανέβηκε κάποτε η ΕΔΑ, η οποία ήθελε μία σύμβαση με τον Καραμανλή για να τελειώσει το ξύλο, οι εξορίες και οι εκτελέσεις. Αναλογικά κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και προς το παρόν δεν προβλέπω τίποτα, καλογερική μόνο και να έχουμε τα μυαλά μας.

Τι λες για τη στάση των ευρωπαίων εταίρων μας;
Όσα λέει ο Μπέρνχαρντ, όλοι οι αφορισμοί του ότι οι συντοπίτες του, οι αυστριακοί είναι χειρότεροι από τους Ναζί με ένα τρόπο έχουν επιβεβαιωθεί.. Οι ευρωπαίοι σκοτώνουν πάνω στα συρματοπλέγματα, ψηφίζουν κανονικούς μαφιόζους, δολοφόνους. Είναι επικίνδυνο να επικαλούμαστε την ψευδαίσθηση μίας καλύτερης Ευρώπης, τον Μιτεράν για παράδειγμα, το φωτεινό πρόσωπο της Ευρώπης. Που είναι όλα αυτά; Το πράγμα πια έχει ξεφύγει είναι ένα παιχνίδι δολοφονικό που καθόλου δεν έχει να κάνει με την πολιτική όπως την εννοούσαν κάποτε και που είχε επιρροή. Δεν υπάρχει ηθική της πολιτικής πια, δεν υπάρχει πολιτική.

Ονειρεύεσαι να δραπετεύσεις; Είσαι άνθρωπος της φύσης ή της πόλης;
Θα ήθελα να είμαι άνθρωπος της φύσης αλλά δεν είμαι. Για να βρεθώ στην εξοχή πρέπει να καταβάλω κόπο και ένταση όπως στην πόλη.

Ποιοι χώροι της Αθήνας σε προσδιορίζουν;
Το απόκεντρο, η Κυψέλη και τα Εξάρχεια. Η αλήθεια είναι ότι με έχουν κουράσει κι αν υπήρχε δυνατότητα- πράγμα που δεν μπορούσα να το φανταστώ πριν από 12 χρόνια- θα εξαφανιζόμουν από την Αθήνα θα το έκανα. Με κουράζει να κινούμαι σαν τρελός έχει κόστος αυτή η μίνι επανάσταση που έκανα στην δουλειά μου. Γιατί για να κάνω αυτά που κάνω και που κατά κύριο λόγο δεν πληρώνονται, πρέπει να κάνω δυο, τρεις άλλες δουλειές. Επομένως έχω ελάχιστο χρόνο για την οικογένεια μου και για ξεκούραση. Τα μπουζούκια με έχουν ζήσει, έπαιζα για βιοπορισμό και επιζήσαμε ως οικογένεια. Ήταν η ανάσα μου από το θέατρο αλλά επειδή έπρεπε να γίνει δουλειά και μάλιστα πολύ σκληρή μέχρι τις πέντε το πρωί άρχισε να μολύνεται. Έγινε μέρος της ανάγκης της τρεχάλας να ανταποκριθώ στη ζωή αυτής της πόλης.

Η Λένα Κιτσοπούλου τραγουδά σμυρναίικα στις εμφανίσεις σας, ερμνεύετε ρεμπέτικα, Τσιτσάνη, Μητσάκη, τα τραγούδια που μιλούν για αγάπη και έρωτα. Τι ρόλο παίζει ο έρωτας στη ζωή σου;
Μιλάνε για νταλκά, πόνο χωρίς δάκρυ…Ο έρωτας έχει παίξει πολύ μεγάλο ρόλο στη ζωή μου και η αλήθεια είναι ότι κινδυνεύει όπως και διάφορα άλλα ανθρώπινα πράγματα, να τα απολέσω. Πηγαίνοντας να βρω τη φωνή μου, την πνευματική μου φωνή όλα αυτά, κακώς, τα έχω παραμερίσει και το κόστος είναι πολύ μεγάλο. Πάω να ξορκίσω ότι θέλω να γίνω πολύ άνθρωπος με έργα τα οποία περιγράφουν πως παύεις να είσαι άνθρωπος και γίνεσαι μία μηχανή που τρέχει. Δεν θέλω καθόλου να είμαι κάτι τέτοιο.

Ο ερχομός της κόρη σου σε άλλαξε;
Έπαιξε ρόλο με έναν ανάποδο τρόπο. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι από τη στιγμή που αυξήθηκαν οι ευθύνες θα έπρεπε να εξασφαλίσω ακόμα πιο πολύ τις ήδη υπάρχουσες συνεργασίες, οι οποίες μου απέφεραν κάποια χρήματα. Η άφιξη όμως της κόρης μου αντί να με κάνει να θέλω να διατηρήσω αυτά τα χρήματα μου έστρεψε αλλού. Είμαι από την φύση μου μεμψίμοιρος άνθρωπος, ανικανοποίητος κι έχω ευκολία στη γκρίνια όταν δεν καταφέρνω κάτι. Ενώ λοιπόν είχα την εξασφάλιση, η γκρίνια δεν σταματούσε ποτέ. Αποφάσισαν αντί να εξασφαλίσω τα ελάχιστα, αλλά σίγουρα χρήματα που έπαιρνα μέχρι τότε, να πάρω ένα ρίσκο και να διοχετεύσω κάπου τη δημιουργική μου φορά, που μέχρι τότε ένιωθα ότι καταδυναστεύονται. Ό,τι είχε σωπάσει για χάρη μίας εξυπηρέτησης επαγγελματικής ρόλων και συνεργασιών, που μου έδινε μεν μία ικανοποίηση αλλά δεν μπορούσε να ικανοποιήσει τις ανεκμετάλλευτες περιοχές του εαυτού μου μέσα στη δουλειά.

Επομένως είσαι άνθρωπος των αλλαγών, δεν τις φοβάσαι. Ξέρω πως όταν ήσουν μικρός αποφάσισες να αφήσεις το πιάνο, ενώ όλοι σε ενθάρρυναν να προχωρήσεις λόγω του σπουδαίου ταλέντου σου.
Δεν ήμουν αποφασιστικός, έγινα. Είναι αλήθεια ότι ξεκίνησα το πιάνο στα πέντε και το σταμάτησα στα δεκαοχτώ. Απλά από τα δώδεκα και μετά το συνέχιζα επειδή το ήθελε οικογένειά μου. Ήδη από πολύ πρώιμη ηλικία είχε γίνει η προβολή πάνω μου ότι θα γίνω ένας σπουδαίος πιανίστας. Αποκόπηκε η σχέση της χαράς με τη μουσική κι έγινε καθήκον, ένα κυνήγι για την πρωτιά για την αριστεία.

Κατάγεσαι από θεατρική οικογένεια. Με την υποκριτική δε συνέβη το ίδιο;
Ναι, και με την ηθοποιία αυτό έγινε όμως εκεί, είχα και από μόνος μου την πετριά. Προφανώς επειδή έτσι διαπαιδαγωγήθηκα, επειδή στη συνέχεια συνάντησα το Λευτέρη Βογιατζή... Κι αυτό έπαιξε ρόλο στο να θέλω να παγώσω τη σχέση που είχα μέχρι πρότινος με τη δουλειά μου και να προχωρήσω στη σκηνοθεσία. Κι όλο αυτό με ένα τρόπο σχετίζεται και με το έργο του Τόμας Μπέρνχρντ που κάνω.

Ένιωσες να σε συγκρίνουν με τον μπαμπά σου, τον Τίμο Περλέγκα;
Πολλές φορές. Δεν ξέρω πως θα ήταν η ζωή μου αν δεν είχα αυτήν την καταγωγή. Ένας λόγος αυτής της βαριάς εικόνας που είχα του σοβαρού παιδιού, στα όρια του καταθλιπτικού, και με επέλεγαν για μελαγχολικούς ρόλους έχει να κάνει με αυτό που μου συνέβη, όταν έχασα τον πατέρα μου πάρα πολύ νωρίς. Έχω ζήσει με την αίσθηση ότι πρέπει να τιμήσω τη μνήμη του, τα πράγματα που μου έχει δώσει η μάνα μου και η καταγωγή μου. Από αυτά έχω μεγάλα κέρδη από όλη αυτή η κληρονομιά αλλά ταυτόχρονα ήταν τροχοπέδη στη ζωή μου. Κουβαλούσα την ευθύνη και μία αναπαραγωγή, πολύ συγκεκριμένη, του εαυτού μου, ένα σεβασμό στα πατρικά πρότυπα με τσάκισε.

Εξίσου πατέρα μου θεωρώ θεατρικά και το Λευτέρη Βογιατζή. Ήταν σα να έμπαινε μέσα σου και να σου έκανε ακτινογραφία της ύπαρξης. Η σχέση μου μαζί του έχει μεγάλη βαρύτητα , ήταν σαν συνέχεια της ζωής μου με τον πατέρα και τη μάνα μου που ενώ με έχουν εφοδιάσει με φοβερά όπλα νιώθω πως πρέπει να το σκοτώσω για να προχωρήσω στη ζωή μου. Αυτό είναι ανακουφιστικό αλλά και πάρα πολύ οδυνηρό. Αυτά είναι φοβερά φαντάσματα με τα οποία δε συμφιλιώνεται κάνεις, τα κάνεις κάδρα στο σπίτι του. Όχι για να τα θυμάται και να τον καθορίζουν.

Τη σεζόν 2016-2017 ο Γιάννος Περλέγκας θα συνεργαστεί ακόμα με τον Βασίλη Παπαβασιλείου στο «Relax Mynotis» καθώς και με τη Ναταλία Τσλίκη και τον Προμηθέα Αλιφερόπουλος στο έργο «Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς-Ενθύμιο».