Συνέντευξη

Για το Δημήτρη Παπαδημητρίου, ο «Moby Dick» θέτει καινούργια στάνταρντ!

Από -

Για τις παλιότερες γενιές ο «Moby Dick» είναι μια ιστορία γνωστή, η οποία έχει σχέση με μια σχεδόν μεταφυσική ώθηση για τον άνθρωπο που ξεπερνάει τα όριά του προσεγγίζοντας το θείο. Η πολυδιάστατη –και πολυσέλιδη– ιστορία του Χέρμαν Μέλβιλ γίνεται τώρα μιούζικαλ από τον Δημήτρη Παπαδημητρίου, που γράφει τη μουσική και το λιμπρέτο, και τον Γιάννη Κακλέα, που σκηνοθετεί την παράσταση, στο Θέατρο Παλλάς (από 28/2).

Συναντήσαμε τον Δημήτρη Παπαδημητρίου στις πρόβες και ξεκινήσαμε την κουβέντα μας από τον τρόπο που προσεγγίζει ένα τόσο φιλόδοξο εγχείρημα. «Όταν ξεκινάω κάτι, το κάνω συγκεκριμένο στο μυαλό μου και όλη μου η αγωνία είναι πώς θα υλοποιηθεί αυτό που σκέφτηκα. Δύο είναι οι δρόμοι προσέγγισης, ο συνθετικός και προσθετικός: ξεκινάς από έναν δομικό λίθο και, κάνοντας παραλλαγές ή μεταμορφώσεις, φτιάχνεις μεγαλύτερες δομές συνδυαζόμενες και με άλλες ιδέες που προκύπτουν. Αυτό είναι το σύστημα Μπετόβεν –ή Μπαχ–, για να το πω χοντρικά. Υπάρχει και ο αναλυτικός δρόμος, που έχεις το τέλος στο μυαλό σου και προσπαθείς, ανάποδα, να φτάσεις στην αρχή. Εγώ ανήκω καθαρά στη δεύτερη περίπτωση. Έχω το τέλος στο νου μου και όλη μου η αγωνία είναι να συγκρατήσω σε ένταση αυτό το τέλος, ώστε να το αναλύσω στα εξ ων συντίθενται και να μπορέσω να το φτιάξω κανονικά ως έργο, διότι δεν μπορείς να ακούσεις κάτι από το τέλος προς την αρχή»!

Στο «Moby Dick» που ξέρουμε από τον Μέλβιλ το τέλος είναι ξεκάθαρο.
Κι εδώ είχα μια επίσης ξεκάθαρη εικόνα κι αίσθηση ποιο θέλω να είναι το τέλος, χωρίς να λαμβάνω υπόψη τι έχει γίνει στο παρελθόν ή τι θα ήθελε η αγορά. Το βιβλίο που ξέρουμε είναι εδώ. Αν έρθεις να μας δεις, νομίζω πως μετά θα θέλεις να ξαναδιαβάσεις το βιβλίο. Είναι το «Moby Dick», δεν κάνουμε κάτι άλλο. Το «κάτι άλλο» έχει να κάνει με το μιούζικαλ και ότι είναι μια έκδοση σύγχρονη για τη σκηνή – και όχι μια του 1850 σε βιβλίο.
Αλλάζει εντελώς το μέσο, έχεις δεδομένη διάρκεια και τραγούδια από την αρχή μέχρι το τέλος. Έπρεπε να το ­συμπτύξω γιατί δεν μου άρεσε καθόλου να κάνω μόνο ένα μέρος του. Ο Τζον Χιούστον είχε κάνει ένα αριστούργημα στο σινεμά, όμως ήταν ένα μέρος του «Moby Dick», πράγμα εύλογο για μια ταινία κι ένα σενάριο αμερικάνικο. Εγώ ήθελα να κρατήσω τον επικό χαρακτήρα του «Moby Dick» και να μη μου λείψουν οι αποχρώσεις και οι ρόλοι του, πράγμα που απαιτεί παραπάνω χρόνο, αλλά όχι και άπειρο.

Σε δυσκόλεψε η «μιουζικαλοποίηση» ενός τέτοιου έργου;
Είχαμε διάφορα ζητήματα, π.χ. σκηνογραφικά. Πώς κάνεις μια φαλαινοθηρία στο θέατρο; Η φάλαινα υπάρχει, δεν είναι «θρύλος». Είναι σημαντικό να την εμφανίσεις κι εδώ μπαίνει η σύγχρονη τεχνολογία. Αντιθεατρική στη βάση της, όμως με αυτήν πολλά πράγματα γίνονται εφικτά κι εμείς καλύψαμε με βάση τη θεατρική μας εκδοχή τη μη θεατρική πραγματικότητα των νέων αυτών μέσων.
Με τον Γιάννη Κακλέα είχαμε μια άψογη συνεργασία, είπε αμέσως «ναι» σε μια ιδέα που φάνταζε αδύνατη, είμαστε και φίλοι χρόνια, τα βρήκαμε από την αρχή· η επιθυμία μας ήταν κοινή, τις διαδικασίες τις ήξερα και όλοι περάσαμε πάρα πολύ καλά. Έχουμε βάλει ολογράμματα, δεν μπορούμε όμως να το κάνουμε και «National Geographic»! Δουλέψαμε θεατρικά· ο Μανόλης Παντελιδάκης έκανε σκηνικά ευρηματικά κι εντυπωσιακά. Το στοιχείο του ρεαλισμού μπαίνει ξανά στη θεατρική πράξη, διότι πραγματικά έχουμε μια σύγχρονη ματιά στην προσέγγισή μας.

Σε ό,τι αφορά το λιμπρέτο, πώς το αντιμετώπισες;
Ο λόγος είναι έμμετρος, όπως απαιτεί ένα μιούζικαλ. Έγραψα έμμετρα ομοιοκατάληκτα και μη, έμμετρα ελεύθερα και πρόζα μελοποιημένη, όπως και στίχο που συνυπάρχει με πρόζα. Είμαι σίγουρος πως έχουμε κάνει επιτυχημένα βήματα σε αυτήν την ιστορία, έχουμε φτιάξει κάτι καινοφανές για τα ελληνικά δεδομένα και είναι ανταγωνίσιμο των παραγωγών που έχουν γίνει διεθνώς. Μπορεί να είναι καινοφανές και σε διεθνές επίπεδο, δεν έχω πλήρη εποπτεία επί του θέματος. Όμως η παρουσία των 3D και των ολογραμμάτων δίνει κάτι καινούργιο ως αίσθηση. Έχεις την εικόνα του εξωτερικού χώρου κι εμπλουτίζεται έτσι το ταξίδι. Γίνεται πιο πλήρης και ολοκληρωμένη η περιπέτεια.

Είναι τραβηχτικό και απολαυστικό το αποτέλεσμα;
Ακραία! Αν σου αρέσει το μιούζικαλ, θα φύγεις ευχαριστημένος. Δεν θα δούμε, φερ’ ειπείν μπαλέτα, είναι όμως έργο χορογραφημένο. Σε ό,τι με αφορά, ένας από τους εσωτερικούς μου στόχους έχει ήδη επιτευχθεί και ο «Moby Dick» βρίσκεται ξανά στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Για μένα αυτό είναι ήδη μια νίκη.

«Με τον Γιάννη Κακλέα είχαμε μια άψογη συνεργασία, είπε αμεσως “ναι” σε μια ιδέα που φάνταζε αδύνατη, είμαστε και φίλοι χρόνια, τα βρήκαμε από την αρχή. η επιθυμία μας ήταν κοινή, τις διαδικασίες τις ήξερα και όλοι περάσαμε πάρα πολύ καλά. Έχουμε βάλει ολογράμματα, δεν μπορούμε όμως να το κάνουμε και “National Geographic”».

Ήδη μου έχει γεννηθεί η όρεξη και η ανάγκη να ξαναδιαβάσω το βιβλίο.
Να το πάρεις από τις εκδόσεις Gutenberg, σε μετάφραση Θανάση Χριστοδούλου. Δεν τον ξέρω προσωπικά. Μένει στον Βόλο και είναι ένας άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του στο έργο αυτό. Λέγεται ότι έμαθε αγγλικά μόνο και μόνο για να μεταφράσει το «Moby Dick». Είδε την ταινία του Τζον Χιούστον και αποφάσισε να εντρυφήσει στο έργο. Νομίζω ότι υπερέχει όλων. Νομίζεις ότι διαβάζεις στην πρωτότυπη γλώσσα, σαν να έχει γράψει ο Μέλβιλ στα ελληνικά!

Τι άλλο μπορούμε να πούμε γι’ αυτήν τη φιλόδοξη παραγωγή;
Εμπλέκονται πάνω από διακόσιοι καλλιτέχνες, εκτός από τους τεχνικούς που δεν ξέρω πόσοι είναι. Αν γινόταν στη Στέγη αυτό το εγχείρημα, θα ήταν καταδικασμένο οικονομικά. Το μέγεθος του Παλλάς είναι το μόνο που δίνει τη δυνατότητα και την προοπτική να υπάρξει κέρδος. Έχουμε ήχο περίπου 5.1 για να υπάρχει η αίσθηση του σινεμά αλλά και για να βγει σωστά (ορχήστρα, πρόζες, τραγουδιστές κ.λπ.). Χρειάζεται οπωσδήποτε dolby stereo για να ακούγεται όπως πρέπει. Βάζουμε καινούργια στάνταρντ. Θα είναι εντυπωσιακό, αλλά η δική μου αγωνία είναι η διατήρηση της ουσίας του έργου, παράλληλα και πέρα από την εντύπωση.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου