Κριτική

Γέρμα

Από -

Θα πρέπει να πάμε τουλάχιστον στα τέλη του 20ού αιώνα για να θυμηθούμε πώς ο Λόρκα κατέγραφε συχνή παρουσία στην ελληνική παραστασιογραφία. Έκτοτε έπεσε σχεδόν στην αφάνεια, και μόνο κάποιες σποραδικές παραστάσεις μάς θυμίζουν τη δύναμη της γραφής του. Τα έργα του φαίνεται να μην πολυαφορούν τους σύγχρονους σκηνοθέτες· το αγροτικό, επαρχιακό περιβάλλον όπου τοποθετούνται τα κάνει ίσως να φαντάζουν ηθογραφικά και τα τυλίγει με μιαν αχλή νοσταλγίας.

Τα έργα του Λόρκα, όμως, δεν είναι ηθογραφικά, είναι έργα που καταφέρνουν να μιλούν ταυτόχρονα για το ατομικό και το κοινωνικό και μάλιστα μέσα από μια αστείρευτα ποιητική γλώσσα. Στην Ελλάδα αγαπήθηκαν πολύ, καθώς η λαϊκή κουλτούρα της ανδαλουσιανής επαρχίας έφερε στενές συγγένειες με την αντίστοιχη ελληνική, και ίσως ένας από τους λόγους που πια έχουν ξεχαστεί είναι επειδή, λανθασμένα, τα θεωρούμε έργα ενός λαϊκού ύφους που δεν συνάδει με την εποχή μας.

Η παράσταση που σκηνοθετεί ο Θανάσης Σαράντος –σε δική του διασκευή– έρχεται να μας θυμίσει το ποιητικό μεγαλείο του Λόρκα και να επιβεβαιώσει ότι τα καλά έργα έχουν πάντα λόγο ύπαρξης. Στη «Γέρμα» συγκεκριμένα, αυτός ο λόγος ύπαρξης δεν έχει να κάνει τόσο με το θέμα της, που αφορά τον πόθο μιας στείρας γυναίκας να αποκτήσει παιδιά, αλλά κυρίως με τη διαχείρισή του από τον συγγραφέα. Με το γεγονός δηλαδή ότι έχει μετουσιώσει μία «ατομική περίπτωση» σε οικουμενικό και λαϊκό ποιητικό δράμα.

Ο Σαράντος προχώρησε στον εξελληνισμό του έργου, που όμως κρίνεται μάλλον περιττός. Αφενός, εκτός από την αλλαγή μερικών ονομάτων (ο Χουάν έγινε Γιάννης, ο Βικτόρ Βίκτωρας), τίποτα δεν υποδήλωνε ότι βρισκόμαστε –κατά τη σκηνοθετική διατύπωση– σε ένα ελληνικό ακριτικό χωριό του 2019 και όχι στην Ανδαλουσία του 1930 και, αφετέρου, η μεταφορά δεν χρειαζόταν ούτως ή άλλως. Η «Γέρμα» ξεπερνάει από μόνη της τον τόπο και τον χρόνο γραφής της, μπορεί να διαδραματίζεται οποτεδήποτε, σε οποιαδήποτε πατριαρχική κοινωνία.

Από εκεί και πέρα, η σκηνοθεσία υιοθέτησε κώδικες αντλημένους από τη δημοτική παράδοση, κυρίως από το κομμάτι της που φέρει τελετουργικά χαρακτηριστικά. Η συγκεκριμένη σκηνοθετική ανάγνωση εναρμονίστηκε με τη «γήινη» γραφή του Λόρκα και οι ορθόδοξες και παγανιστικές αναφορές της κίνησης και της όψης λειτούργησαν ωραία· ειδικά το σκηνικό περιβάλλον που δημιούργησε η Φιλάνθη Μπουγάτσου (ο σταυρός από χώμα στο πάτωμα, το γυμνό δέντρο με τα κρεμασμένα παγανιστικά αντικείμενα) συγκαταλέγεται στις αρετές της παράστασης.

Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι δυναμικές, αν και οι άντρες, ο Θάνος Σαράντος (Βίκτωρας) και κυρίως ο Τάσος Σωτηράκης (Γιάννης) εγκλωβίστηκαν σε μια μονοκόμματη απόδοση της ανδρικής κυριαρχίας. Αντίθετα, η Βασιλίνα Κατερίνη (Μαρία) στη σύντομη παρουσία της και ειδικά η Πηνελόπη Μαρκοπούλου (Γέρμα) και η Βίλμα Τσακίρη (Ντολόρες) δημιούργησαν με μεγαλύτερη πλαστικότητα τους διαφορετικούς ρόλους τους.

ΘΗΣΕΙΟΝ, ΕΝΑ ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΕΧΝΕΣ Τουρναβίτου 7, Ψυρρή, 2103255444. Διάρκεια: 75΄.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου