Κριτική

Γάμος

Από -

Ενοχλητική. Αυτή η λέξη ταιριάζει στην παράσταση που συνσκηνοθετούν ο Κώστας Παπακωνσταντίνου και η Αγγε­λική Μαρίνου. Το έργο του Μάριου Ποντίκα τούς δίνει την πρώτη ύλη, και όχι μόνο από την άποψη του θέματος. Η υπόθεση αφορά το βιασμό μιας νεαρής κοπέλας την οποία η οικογένειά της αποφασίζει να παντρέψει με τον θύτη προκειμένου να αποφύγει το σκάνδαλο. Αν και μεγάλη έμφαση έχει δοθεί –όχι άδικα– στο ότι το θέμα του έργου αποδεικνύεται επίκαιρο σαράντα χρόνια μετά τη συγγραφή του (πρωτοανέβηκε το 1980 στο Θέατρο Τέχνης), θα ήταν άδικο να υποστηρίξουμε πως η αξία του «Γάμου» σταματάει εκεί.

Ο Ποντίκας εμφυτεύει στη ρεαλιστική γραφή του μια εξπρεσιονιστική σκηνική γλώσσα που συναντάμε σε σύγχρονες περφόρμανς: το σκηνικό στήνεται στην αίθουσα του δικαστηρίου όπου δικάζεται ο θύτης και η δράση αφορά τον περίγυρο του θύματος. Η ίδια η κοπέλα θα μπορούσε να απουσιάζει, όμως ο συγγραφέας την τοποθετεί σε πρώτο πλάνο, πάνω στη γυναικολογική καρέκλα, τυλιγμένη με γάζες, σε έναν βουβό μεν ρόλο, που όμως η φυσική του παρουσία αποτελεί μια εύγλωττη, ηχηρή εικόνα.

Αν και μεγάλη έμφαση έχει δοθεί –όχι άδικα– στο ότι το θέμα του έργου αποδεικνύεται επίκαιρο σαράντα χρόνια μετά τη συγγραφή του (πρωτοανέβηκε το 1980 στο Θέατρο Τέχνης), θα ήταν άδικο να υποστηρίξουμε πως η αξία του «Γάμου» σταματάει εκεί.

Το σώμα, όχι οι λέξεις, γίνεται το μέσο. Αυτή η σωματική παρουσία αποκτάει ακόμη ισχυρότερο ρόλο στην παράσταση, με την επιλογή των σκηνοθετών να εκθέσουν το θύμα μπροστά μας χωρίς εσώρουχο, σε μια εσκεμμένη παραβίαση των ορίων της ιδιωτικότητας και της αυτοδιάθεσης του γυναικείου σώματος – μια «στα μούτρα μας» υπενθύμιση της αντικειμενικοποίησης της γυναικείας φύσης και υπόστασης, ακόμη ένας βιασμός.

Η σωματική ερμηνεία της Μαργαρίτας Τρίκκα δονεί με ηλεκτρισμένη ενέργεια τον ρόλο, ενώ, στον αντίποδα, η Βάσω Καμαράτου ερμηνεύει χωρίς να «ερμηνεύει» τον ρόλο της μάνας. Η βαθιά εσωτερικότητα με την οποία αποδίδει μια γυναίκα που στιγμιαία ξεσπά απέναντι στην «ντροπή που τους βρήκε», αλλά ακολούθως ενσαρκώνει την οδύνη και την εκμηδένιση που βιώνει ως μητέρα και ως γυναίκα είναι υποδειγματική. Αν η παράσταση οριζόταν πάνω σε αυτούς τους δύο πυλώνες, θα κέρδιζε περισσότερο.

Στην κορυφή του τριγώνου βρίσκεται ο Ελισσαίος Βλάχος στον ρόλο του πατέρα, κατεξοχήν φορέα της πατριαρχικής αντίληψης, καθοδηγούμενος όμως σε έναν διαρκή παροξυσμό που εκτροχιάζει το σκηνικό ύφος σε άλλα μονοπάτια. Η Μυρτώ Πανάγου έχει ωραίες στιγμές στον –ανατριχιαστικό– ρόλο της αδερφής, που συντάσσεται με την καθιερωμένη αντίληψη περί ευθύνης του θύματος, ενώ οι Δημήτρης Κουτρουβιδέας και Δημοσθένης Ξυλαρδιστός χρησιμοποιούνται ωραία από τη σκηνοθεσία, αναλαμβάνοντας τους υπόλοιπους ρόλους (μάρτυρες, ιατροδικαστής, συνήγοροι κ.λπ.), συμπυκνώνοντας έτσι τις πολλαπλές φωνές του έργου, το οποίο –θα πρέπει να ειπωθεί– δεν κάνει μια πρώτου επιπέδου διάλεξη περί πατριαρχίας, αλλά φωτίζει εύστοχα διαφορετικές πλευρές του φαινομένου.

Τα σκηνικά της Βίκυς Πάν­τζιου (ένας σωρός από εφημερίδες κι εκκλησιαστικές εικόνες) σχολιάζουν με τον δικό τους τρόπο το ζήτημα και συνδράμουν την τραχιά αίσθηση που αφήνει η παράσταση.

ΣΤΑΘΜΟΣ ΘΕΑΤΡΟ Βίκτωρος Ουγκώ 55, Μεταξουργείο, 2105230267. Διάρκεια: 85΄.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου