Συνέντευξη

Φώτης Μακρής: «Αν ανέβαζα “Το κιβώτιο” τη δεκαετία του ’80, την εποχή του “Τσοβόλα δώστα όλα” δεν θα πατούσε άνθρωπος»

Από -

Μια ιστορία του εκτυλίσσεται στα τέλη του ελληνικού εμφυλίου έχει κλέψει τις καρδιές των θεατρόφιλων τα τελευταία τρία χρόνια. Ο Φώτης Μακρής συνεχίζει με «Το κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου και μας μιλά για το έργο αλλά και για τα σχέδια του.

Για τρίτη χρονιά «μεταφέρεις» το «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου στη σκηνή του Studio Μαυρομιχάλη. Τι είναι αυτό που σε συνδέει με τον ήρωα;
Ο Άρης Αλεξάνδρου έγραψε το «Κιβώτιο» το 1974 κι εγώ το διάβασα λίγο χρόνια αργότερα όταν βρισκόμουν στη δευτέρα λυκείου και με εντυπωσίασε, έπαθα σοκ. Όλη αυτή η διάψευση του ήρωα με το αντάρτικο με «χτύπησε» μέσα μου και τη συνέδεσα με τη διάψευση που αισθάνθηκα από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Είχα σταματήσει να ψηφίζω και κάποια στιγμή, στα 50 μου, είπα- όπως και πολλοί άλλοι- ας δούμε την αριστερά στην κυβέρνηση. Ψήφισα ΣΥΡΙΖΑ και ένιωσα πολύ άθλια μετά. Κάνοντας κουβέντες με τον κόσμο κατάλαβα ό,τι το θέμα της αριστεράς και του εμφυλίου δεν το έχουμε τελειώσει μέσα μας. Ακόμα γίνονται θυελλώδες συζητήσεις.
Πως πήγαν οι συζητήσεις που οργανώνατε τα προηγούμενα χρόνια με το κοινό και προσκεκλημένους ομιλητές;
Υπήρχε κόσμος που έβλεπε την παράσταση και έβριζε. Κάποιοι μάλιστα με αποκαλούσαν μπράβο. Το βιβλίο του Αλεξάνδρου στο επίσημο ΚΚΕ θεωρείται αντιδραστικό. Στις συζητήσεις που οργανώσαμε προσπαθήσαμε να έχουμε μία ευρεία αντιπροσώπευση ανθρώπων από τον πολιτικό χώρο, είχαμε πανεπιστημιακούς, καλλιτέχνες και βέβαια σε πολλές περιπτώσεις υπήρχαν αντιδράσεις. Μια φορά ήταν προσκεκλημένος ομιλητής ο Στέλιος Κούλογλου και ένας από τους θεατές ωρυόταν: «Τι θα μας πει αυτός ο Συριζαίος, είναι δυνατόν να μιλήσει;».
Κάπου οδήγησε αυτή η εμπειρία για να αποφασίσεις να συνεχίσεις τις συζητήσεις για τρίτη χρονιά.
Έγινα κάποιες χρήσιμες αναλύσεις. Εγώ μπορεί να έκανα προβολή την δική μου απογοήτευση από το κυβερνών κόμμα, άλλοι όμως βλέποντας την διάψευση, το θυμό και την προδοσία του ήρωα έλεγαν στο τέλος: « Αυτός όμως κουβάλησε το κιβώτιο». Εννοώντας ότι θυσιάστηκε για μιαν ιδέα και ας αποδείχτηκε…άδεια. Υπάρχει μια αισιοδοξία μέσα από αυτό. Από το να καθόμαστε και να μη κάνουμε τίποτα είναι καλύτερο να προσπαθείς κάτι. Προσωπικά με πλούτισε ως προς τις αντιλήψεις μου για την αριστερά, τον άνθρωπο και τις ιδεολογίες. Με έκανε να δω τα πράγματα από διάφορες μεριές, άνοιξε τη σκέψη μου σε σχέση με την κατανόηση του άλλου. Κατάλαβα πόσες ερμηνείες μπορεί να έχει μία ιστορία, όπως είναι αυτή του «Κιβωτίου», ανάλογα με την εποχή. Πιστεύω ότι αν ανέβαζα το έργο αυτό την δεκαετία του ‘80 την εποχή του ΠΑ.ΣΟ.Κ. με το «Τσοβόλα δώστα όλα», την εποχή της ψεύτικης ευμάρειας δεν θα πατούσε άνθρωπος στην παράσταση. Τώρα, που το «Κιβώτιο» προσπαθεί να νοηματοδοτήσει την ύπαρξη έλκει τον κόσμο γιατί προσπαθούμε από κάπου να πιαστούμε. Κι αυτό δεν συμβαίνει μόνο επειδή υπάρχει οικονομική κρίση αλλά κυρίως επειδή υπάρχει ιδεολογική κρίση.

«Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ»
«Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ»

Το Studio Μαυρομιχάλη έχει αποκτήσει ένα δικό του φανατικό κοινό;
Στο θέατρο κυριαρχεί ο θόρυβος. Εμείς κινούμαστε αθόρυβα και ο κόσμος έχει αγαπήσει δουλειές που έχουν παρουσιαστεί στο Studio Μαυρομιχάλη. Ξεκινώντας από το 2010 «Οι δυο θεοί», το «Ζεϊμπέκικο», «Το κιβώτιο» είναι παραστάσεις που έχουν παιχτεί δύο έως τρία χρόνια το καθένα. Είναι σημαντικό ένα θέατρο 60 θέσεων να είναι γεμάτο και για τον σκηνοθέτη είναι ευτυχία, μερικές φορές, να έχεις το συγγραφέα εν ζωή και να διαμορφώνεις πράγματα μαζί του στη δημιουργία μιας παράστασης. Αυτό μου αρέσει πολύ.
Θα δούμε κι άλλη σκηνοθεσία σου αυτό το χειμώνα;
«Το κιβώτιο» είναι δική μας παραγωγή και θα παίζεται πλέον μόνο κάθε Παρασκευή γιατί θα συνεχίσουμε την περιοδεία στην επαρχία. Η δεύτερη παραγωγή που κάνουμε είναι η «Χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ» το μυθιστόρημα του νομπελίστα Γερμανού συγγραφέα Χάινριχ Μπέλ. Φέτος, συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση του- γεννήθηκε το 1917- και είναι ένα μυθιστόρημα που φορά τα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Πρωταγωνίστρια είναι μία κοπέλα, η οποία περνάει μια βραδιά με ένα νεαρό και την άλλη μέρα συλλαμβάνεται γιατί αυτός καταζητείται. Παρακολουθούμε την διαπόμπευση αυτής της κοπέλες μέσα από τον Τύπο και από την αστυνομία. Κάποια στιγμή αποφασίζει για να πάρει το νόμο στα χέρια της γιατί της έχουν ξεφτιλίσει τη ζωή χωρίς να έχει κάνει απολύτως τίποτα. Το μόνο που έκανε ήταν ότι ερωτεύτηκε. Την αποκαλούσαν δολοφόνο και τρομοκράτισσα. Ο Μπελ έγραψε το μυθιστόρημα το 1974, την εποχή που δρούσε η Μπάτερ Μάινχοφ και υπήρχε ο ψυχρός πόλεμος Ανατολικής και Δυτικής Γερμανίας. Πρωταγωνιστούν η Στέλλα Κρούσκα, ο Βαγγέλης Στρατηγάκος, η Κλεοπάτρα Τολόγκου και ο Μενέλαος Χαζαράκης. Έχει πάρα πολύ χιούμορ και τρομερή ειρωνεία και αυτό το λαμβάνω υπ’ όψιν μου στην παράσταση. Το υπόστρωμα βέβαια του έργου είναι δραματικό για τον τρόπο με τον οποίο μία κοπέλα 27 ετών διασύρεται από το κράτος και από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Επικυρώνω μια ιστορία που έχει συμβεί τώρα, στην Αθήνα του 2017 με την Ηριάννα.

«Ο τρομερός εχθρός και ο αλυσοδεμένος ελέφαντας»
«Ο τρομερός εχθρός και ο αλυσοδεμένος ελέφαντας»

Ακολουθείς μια αφηγηματική φόρμα στη σκηνοθεσία αυτού του έργου;
Μέσα από την διασκευή που κάναμε δουλέψαμε πολύ μαζί με τα παιδιά. Χρησιμοποιώ πολύ την αφήγηση γιατί εκεί, βρίσκεται το ειρωνικό χιούμορ που έχει ο συγγραφέας κι αυτό μ’ αρέσει πάρα πολύ. Πιστεύω ότι θα βγαίνει ακόμα και γέλιο στην παράσταση. Ο Μπελ αφηγείται με χειρουργική ακρίβεια, με αστυνομική και δημοσιογραφική διάθεση και συνεχώς μέσα από το χιούμορ υπονομεύει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, το κράτος, τις διαπλοκές. Η υπόθεση φτάνει μέχρι τους υπουργούς και τότε καταλάβαινες ό,τι πρέπει να βρεθεί ένα εξιλαστήριο θύμα προκειμένου να μην ξεσκεπαστούν κάποιοι.
Συνεργάζεστε και με άλλες θεατρικές ομάδες;
Στη σκηνή του Studio Μαυρομιχάλη συνεχίζει ο Δημήτρης Πλειώνης και η ομάδα Τόπι με την παιδική παράσταση «Ο τρομερός εχθρός και ο αλυσοδεμένος ελέφαντας» του Χόρχε Μπουκάι. Θα γίνουν και δύο παραστάσεις για παιδιά βρεφικής και νηπιακής ηλικίας. Υπάρχουν και φιλοξενούμενες παραγωγές. Θα ξανά παιχτεί «Το τελευταίο ρούχο» του Ηλία Γραμματικού, τα « Χαιρετίσματα στη Μπέρθα» της Έφης Ρεύματα, ο «Κόλχαας» του Χάινριχ φον Κλάιστ με τον Νίκο Αλεξίου και «Το μοιρολόι της φώκιας» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη που θα το κάνει ο Δήμος Αβδελιώδης. Με τον Δήμο θα συνεργαστούμε όλη τη χρόνια και με άλλη παράσταση. Αρχίζουμε μία κάπως σταθερή συνεργασία, ένα είδος συμπαραγωγής με θιάσους. Έχω καταλάβει πως αν μία παράσταση έχει να πει κάτι πρέπει να της δώσεις χρόνο να βρει το κοινό της. Στην Αθήνα πλέον βλέπεις να ανεβαίνουν παραστάσεις και σε δέκα μέρες να κατεβαίνουν. Και αναρωτιέμαι, έχει νόημα να ανεβαίνει για τόσο λίγο μία παράσταση;