Κριτική

Φαρενάιτ 451

Από -

Παρά το φλέγον κείμενο, τον εκλεκτό θίασο και την εγγυημένη σκηνοθετική παρουσία, κάτι εμποδίζει την παράσταση να απογειωθεί και να επιβληθεί ως εξέχον γεγονός της φετινής σεζόν.

Εργα όπως αυτό δεν θα έπρεπε να εξαντλούνται σε «καλές» παρουσιάσεις. Είναι τέτοια η δύναμη της ιδέας που συνέλαβε ο Μπράντμπερι (το 1953 ως μυθιστόρημα και αργότερα ως θεατρικό) που η παράστασή του επί σκηνής, ειδικά στις μέρες μας, θα έπρεπε να μας συνταράξει συθέμελα. Ο συγγραφέας έγραψε για ένα δυστοπικό μέλλον, όπου οι άνθρωποι ζουν μέσα σε «τηλετοίχους» που προβάλλουν, ακατάπαυστα, ανούσια τηλεπαιχνίδια και εκπομπές-υβρίδια σαπουνόπερας και reality show. Οι ειδήσεις είναι σύντομες και καταιγιστικές, ώστε ο άνθρωπος να μην έχει χρόνο να τις επεξεργαστεί. Για να διασφαλιστεί ο απόλυτος πνευματικός ευνουχισμός των πολιτών, έχει υιοθετηθεί το μέτρο της καύσης των βιβλίων. Ειδικοί υπάλληλοι-πυροδότες αναλαμβάνουν την καταστροφή κάθε τυπωμένου φύλλου, η ανάγνωση, εννοείται, απαγορεύεται και οι παραβάτες τιμωρούνται παραδειγματικά.

Το έργο χτίζει τη δράση του γύρω από την ιστορία του Γκάι Μόνταγκ, ενός πυροδότη που υπηρετεί πιστά το καθήκον του, μέχρι τη στιγμή που γνωρίζει τυχαία ένα κορίτσι από την «άλλη όχθη». Θα τον μυήσει στον κόσμο της γνώσης και θα του συστήσει μια μικρή κοινωνία ανθρώπων που ζουν στην παρανομία και έχουν αναλάβει να περισώσουν προφορικά την παγκόσμια λογοτεχνική κληρονομιά.

Στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Θωμάς Μοσχόπουλος γίνεται η προσπάθεια, με καθοριστική τη συνεργασία της σκηνογραφίας (Ευαγγελία Θεριανού) και των σκηνικών εφέ, να αποδοθεί στη σκηνή το «φουτουριστικό», τεχνολογικό περιβάλλον στο οποίο διαδραματίζεται η ιστορία· η αλήθεια, όμως, είναι ότι σε αυτόν τον τομέα η παράσταση δείχνει «λίγη», καθώς η πραγματικότητα έχει ξεπεράσει μάλλον την επιστημονική φαντασία, και αυτό στοιχίζει σε ένα έργο που φιλοδοξεί να χτίσει τη δυναμική του και μέσα από την επίδραση της σκηνικής ατμόσφαιρας.

Από εκεί και πέρα, η παράσταση σωστά εστιάζει στο έμψυχο δυναμικό για να οριοθετήσει τους κόσμους του έργου. Μια εκπληκτική Άννα Μάσχα στο ρόλο του Αρχηγού δίνει «μάθημα» ερμηνευτικού ελέγχου, καθώς επιδίδεται στον μακροσκελή μονόλογο για τη συρρίκνωση της σκέψης, ενώ αφήνει να διαφανεί και η στοχαστικότητα ενός ανθρώπου που υπήρξε κάποτε φανατικός βιβλιόφιλος. Η Ευδοκία Ρουμελιώτη είναι απολαυστική ως αφελής, μηχανική «bimbo» σύζυγος του Γκάι, τον οποίο υποδύεται ικανοποιητικά ο Αλέξανδρος Λογοθέτης, ενώ οι παράνομοι πολίτες που ευελπιστούν να σπείρουν το σπόρο μιας μελλοντικής αναγέννησης δίνουν στην παράσταση στιγμές ποίησης (Ξένια Καλογεροπούλου, Χάρης Τσιτσάκης, όχι όμως, στον ίδιο βαθμό, η Κίττυ Παϊτατζόγλου που προσεγγίζει τον ρόλο του κοριτσιού με μια ακατανόητη ταχυλογία).

Συνολικά, παρά τις αρετές της, η παράσταση δείχνει τελικά να πάσχει, κυρίως σε επίπεδο ρυθμού: τα δρώμενα δεν παίρνουν τον χρόνο τους, η σκηνή κατακλύζεται από λόγια, βομβαρδιζόμαστε με πληροφορίες που ακούγονται ίσως και με μια διδακτική χροιά. Χάνεται έτσι η ευκαιρία να επιδράσει βαθύτερα μέσα μας μια παράσταση σημαντικού ιδεολογικού βάρους…

ΠΟΡΤΑ Λεωφ. Μεσογείων 59, Αμπελόκηποι, 2107711333. Διάρκεια: 120΄.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου