Κριτική

Εθνικός Ελληνορώσων

Από -

Ένα νέο έργο, σύγχρονο δείγμα γραφής που ξεπερνάει τα όρια της «ελληνικότητας», πρωτοπαρουσιάζεται σε μια εξίσου δυναμική παράσταση, η οποία καταδεικνύει παράλληλα τόσο τις απαιτήσεις όσο και τις αδυναμίες του.

Μια «παλιοπαρέα», φίλοι από τα σχολικά τους χρόνια που είχαν χαθεί αλλά εδώ και λίγο καιρό συναντιούνται για «μπασκετάκι» στην παλιά τους γειτονιά. Άντρες κάπου στα σαράντα, που βγάζουν το κοστούμι της δουλειάς­ για να ιδρώσουν σαν έφηβοι με μια μπάλα στο χέρι, τινάζοντας από πάνω τους τα βάρη της καθημερινότητας. Ένα ατύχημα την ώρα του αγώνα γίνεται η αφορμή για να αποκαλυφθούν μυστικά που κρύβονταν με επιμέλεια επί δεκαετίες, να αναδυθούν απωθημένα συναισθήματα και να λυθούν συνωμοτικές σιωπές, φέρνοντάς τους απέναντι σε σημαντικά διλήμματα και σε μια κατάληξη που κανείς δεν είχε φανταστεί.

Χιούμορ, ένταση, ανατροπές, κλιμακώσεις, αυτά είναι τα πρώτα και προφανή­ χαρακτηριστικά που εντοπίζονται στον «Εθνικό», αλλά αυτό που κυρίως χαίρεται ο θεατής είναι ο αντρικός μικρόκοσμος που έχει συνθέσει ο (ηθοποιός και συγγραφέας) Αντώνης Τσιτσιόπουλος εκμεταλλευό­μενος τους κώδικες επικοινωνίας­ των αντρών, και αυτό καθαυτό το εύρημα του παιχνιδιού­ ως εναλλακτικού πεδίου μάχης «σώμα με σώμα», για να κερδηθούν στοιχήματα και να λυθούν διαφορές. Κοιτάζοντας έπειτα τη μεγάλη εικόνα, δεν μπορεί παρά να σκεφτείς: να (ακόμη) ένα σύγχρονο ελληνικό έργο που, ακόμη κι αν γεννήθηκε από το «εδώ», δεν στηρίζεται σε κάποια, ενίοτε περιοριστική, σφραγίδα «ελληνικότητας».

Η σκηνοθεσία του Γιώργου Παλούμπη προφανώς συντελεί­ στην ανάδειξη των παραπάνω­, καθώς υπηρετεί τους υψηλούς ρυθμούς και την ένταση του έργου, ανταποκρίνεται στο συνεχές πλασάρισμα της ατάκας (και της μπάλας!) και καθοδηγεί τους έξι ηθοποιούς ώστε να αναδείξουν κατά το δυνατόν τις διαφορετικές προσωπικότητες των ηρώων που υποδύονται. Διότι είναι, βέβαια, επαινετή η πρόθεση πρωτίστως του συγγραφέα να μην αρκεστεί σε μια «κωμωδιούλα» που την απαρτίζουν υποτυπώδεις «αντρικοί τύποι», αλλά να συνθέσει ένα έργο χαρακτήρων, και μάλιστα χαρακτήρων που εξελίσσονται μπροστά μας.

Η σκιαγράφησή τους όμως γίνεται σε κάποιο βαθμό εν τάχει, μια και το συγγραφικό ενδιαφέρον εστιάζει στις συνεχείς δραματουργικές ανατροπές που προκύπτουν από ένα σημείο κι έπειτα, αντί να αρκεστεί σε ένα-δυο από τα σημεία καμπής ώστε να εμβαθύνει στα πρόσωπα. Αυτό το χαρακτηριστικό του έργου βάζει εμπόδια και στη σκηνική του πραγμάτωση, καθώς απαιτεί περισσότερο χώρο και χρόνο από σκηνοθέτη και ηθοποιούς να αφουγκραστούν τους ρόλους, ακόμη και να παραλείψουν προς όφελός τους περιττά στοιχεία.

Οι ηθοποιοί, πάντως, παίζουν «καλή μπάλα» (μεταφορικά και κυριολεκτικά!), κυρίως ο Στάθης Σταμουλακάτος που σηκώνει μεγάλο βάρος της σκηνικής ενέργειας (αν και κινδυνεύει να ταυτιστεί σε συγκεκριμένη «κατηγορία» ρόλων μετά το «Στέλλα κοιμήσου»), όπως και οι Στέλιος Δημόπουλος, Μάκης Παπαδημητράτος και ο ίδιος ο Τσιο­τσιόπουλος, ενώ π.χ. στην ερμηνεία του Θάνου Αλεξίου γίνεται εμφανής η ζημιά που προκαλεί ο υπερβάλλων ζήλος του συγγραφέα να λειτουργήσει προσθετικά συσσωρεύοντας δεδομένα και όχι εμβαθύνοντας κάθετα σε αυτά.

ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ Ακαδήμου 13, Μεταξουργείο, 2105232097. Διάρκεια: 90΄.