Συνέντευξη

Ένα απόγευμα με τον θρυλικό Γουίνσλοου, τον μάστερ των ηχητικών μιμήσεων από τη «Μεγάλη των Μπάτσων Σχολή»

Από , -

Hταν η τρίτη φορά που καλούσα το νούμερο και, ύστερα από λίγα χτυπήματα, μια μηχανική γυναικεία φωνή με ενημέρωσε: «Συγγνώμη, αλλά το άτομο που καλείτε δεν έχει εγκαταστήσει ακόμη το σύστημα καταγραφής ήχων». Αν μιλούσαμε για οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο, ένα αυτόματο μήνυμα στην τηλεφωνική του γραμμή θα ήταν καθ’ όλα φυσιολογικό, όμως στην περίπτωση του Μάικλ Γουίνσλοου πρέπει να προσέχεις διπλά. Ο θρυλικός κωμικός από την Αμερική, που αγαπήθηκε διεθνώς μετά τον ρόλο του Λαρβέλ Τζόουνς στη «Μεγάλη των Μπάτσων Σχολή», κρύβει μια ολόκληρη ορχήστρα στις φωνητικές του χορδές και μπορεί πανεύκολα να σε τρολάρει, μιμούμενους ήχους.

Όποιος είδε το εκπληκτικό σόου του στο Athens Comedy Festival, το φεστιβάλ stand up comedy και αυτοσχεδιασμού που πλημμύρισε για τρίτη συνεχή χρονιά με κόσμο το «Gazi Live», καταλαβαίνει τι εννοώ: χρησιμοποιώντας μονάχα το στόμα του, ο τύπος έπαιξε μπουζούκι, σόλαρε μανιασμένα με την κιθάρα του Τζίμι Χέντριξ, έντυσε μια ολόκληρη σκηνή του «Star Wars» με διαστημικές ριπές κι εκρήξεις κι ενσάρκωσε τον Πρινς – αυτά και άλλα πολλά, διαδοχικά ή ταυτόχρονα.

«Τα ηχητικά εφέ και όλες οι αναπαραστάσεις που έκανα ήταν μια συντροφιά για μένα, ένας τρόπος να αντιμετωπίσω την κατάσταση που βίωνα».

Η φωνή στο τηλέφωνο του Γουίνσλοου, πάντως, ήταν όντως φωνητικό μήνυμα. «Έχω σταματήσει να κάνω φάρσες με τα ηχητικά εφέ, διότι κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται άβολα», μου λέει χαμογελώντας. «Επίσης φροντίζω να είμαι περισσότερο προσεκτικός, μια και τα ζώα δεν το πολυσυμπαθούν· νομίζουν πως μιλάω τη γλώσσα τους και, αν κρίνω από τις αντιδράσεις τους, μάλλον δεν λέω καλά πράγματα – λογικά είναι όπως στις ξένες γλώσσες, που μαθαίνεις πρώτα τις βρισιές».

Μπαίνοντας στην έβδομη δεκαετία της ζωής του, ο πάντα ακμαίος Γουίνσλοου μπορεί να ανακαλέσει αμέτρητες ιστορίες με ηχητικά εφέ που έγιναν περισσότερο πιστευτά από όσο υπολόγιζε. «Θυμάμαι πριν από χρόνια, όταν ήμουν στη Μόσχα για γυρίσματα, φορούσα ένα ραδιοπομπό που δεν είχε ρυθμιστεί όπως έπρεπε και κατά λάθος έπιασε τις συχνότητες του ρωσικού στρατού. Ξαφνικά ήρθαν οι στρατιώτες με ανιχνευτές και όπλα, ψάχνοντας κάτι ανάμεσα σε σκύλο που γαβγίζει πάνω σε μηχανή και γάτα που τσιρίζει στα ρώσικα, και βρήκαν εμένα! Ευτυχώς εγώ τη γλίτωσα με ένα αυτόγραφο· για την εταιρεία παραγωγής, από την άλλη, δεν ξέρω πόσο πήγε το πρόστιμο».

Από την παιδική του ηλικία, τότε που κάθε πιτσιρίκι κάνει τις πρώτες του απόπειρες να δημιουργήσει ήχους με το στόμα, ο Γουίνσλοου κατάλαβε το ταλέντο του και ξεκίνησε να το εξελίσσει. «Ως οικογένεια στρατιωτικών, αλλάζαμε μέρος κατοικίας ανά δύο χρόνια, από την Αμερική μέχρι τη Γερμανία και την Ιαπωνία, οπότε ήταν πολύ δύσκολο να κάνω φίλους και να δεθώ μαζί τους. Τα ηχητικά εφέ και όλες οι αναπαραστάσεις που έκανα ήταν μια συντροφιά για μένα, ένας τρόπος να αντιμετωπίσω την κατάσταση που βίωνα». Τα αεροπλάνα που ακούγονταν στα σπίτια που έμενε με την οικογένειά του, δίπλα από τις αεροπορικές βάσεις, έδωσαν τα πρώτα ερεθίσματα για το νέο του ηχητικό λεξιλόγιο, ενώ γρήγορα έμαθε να μιμείται ζώα, σειρήνες, ξυριστικές μηχανές και ό,τι άλλο έφτανε στα αφτιά του.

Λάτρευε τις ταινίες του Τσάρλι Τσάπλιν και όταν γίνονταν προβολές στο σχολείο, έντυνε τις βωβές σκηνές με ήχους και μουσικές – γεγονός που εξόργιζε τους καθηγητές, οι οποίοι τον πετούσαν συχνά έξω από το μάθημα. «Προσπαθούσαν να με σταματήσουν συνεχώς τα πρώτα χρόνια. Ενοχλεί να είσαι διαφορετικός».
Ύστερα από κάποια χρόνια στο ραδιόφωνο και μια περίοδο που γύριζε στους δρόμους κάνοντας περφόρμανς που έμπλεκαν κωμωδία και μουσική, μιμήσεις και ηχητικά εφέ, μια τυχαία συνάντηση άλλαξε για πάντα την καριέρα του Γουίνσλοου.

«Σε μια παράσταση stand up το κοινό είναι η ορχήστρα», μου λέει στο τέλος. «Είναι μοναδικό να έχεις χιλιάδες κόσμου από κάτω και να ακούς το γέλιο που μεταφέρεται σαν κύμα από μπροστά προς τα πίσω».

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, οι δημιουργοί της «Μεγάλης των Μπάτσων Σχολής» βρέθηκαν σε ένα από τα σόου του διάσημου τζαζίστα Κάουντ Μπέιζι το οποίο άνοιγε ο Γουίνσλοου. «Κανονικά, δεν υπήρχα στο αρχικό σενάριο, αλλά μόλις με είδαν σκέφτηκαν πως θα ήμουν ένα πολύ καλό release point και με άφησαν ελεύθερο να αυτοσχεδιάσω». Ήταν η πρώτη φορά που ο κόσμος του beatboxing γνώρισε παγκόσμια αναγνώριση και, φυσικά, η δημοτικότητά του Γουίνσλοου εκτοξεύτηκε, ανοίγοντας νέα επαγγελματικά μονοπάτια: συνεργασίες με παιχνίδια κι εφαρμογές, συμμετοχές σε ταινίες κινουμένων σχεδίων, σύμπραξη με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου αλλά και γιγάντιες stand up παραστάσεις (μέχρι και 57.000 θεατών!).

«Σε μια παράσταση stand up το κοινό είναι η ορχήστρα», μου λέει στο τέλος. «Είναι μοναδικό να έχεις χιλιάδες κόσμου από κάτω και να ακούς το γέλιο που μεταφέρεται σαν κύμα από μπροστά προς τα πίσω». Την ίδια στιγμή ο Γουίνσλοου δεν έχει σταματήσει να δίνει σόου σε μικρά comedy clubs – εκεί όπου γεννιέται το κωμικό είδος. Κάθε φορά που πιάνει το μικρόφωνο βλέπεις το ίδιο ασίγαστο πάθος να μεταδώσει χαρά και γέλιο, όπως τότε που ήταν μικρός και αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τις όποιες νουθεσίες ή όπως σήμερα που σε μια χαλαρή κουβέντα θα βρει αμέτρητες αφορμές να μιμηθεί αντικείμενα, ζώα, φωνές ανθρώπων ή μηχανές. Τώρα που το ξανασκέφτομαι δεν είμαι τόσο σίγουρος για το αυτόματο μήνυμα.

Χορηγοί Athens Comedy Festival: Schweppes, Pitatakia, efood, Cosmote Deals for You.

Σχετικά Θέματα