Κριτική

Εμείς

Από -

Ένα ελάχιστα γνωστό δυστοπικό φουτουριστικό μυθιστόρημα ριζοσπαστικού στοχασμού των σοβιετικών χρόνων μάς συστήνεται μέσω μιας παράστασης-καλλιτεχνική πρόταση, με τη σκηνοθετική ικμάδα ενός ερμηνευτικού νεο-εξπρεσιονισμού που αποτίνει φόρο τιμή στη ζωγραφική του Μάλεβιτς.

Απέναντι στο θεατρικό­ τοπίο των εκατοντάδων παραστάσεων ο σκηνοθέτης καλείται να γίνει ταυτόχρονα… χρυσωρύχος και ταχυδακτυλουργός. Πρέπει να σκάψει και να ανασύρει τα κείμενα, τις ιδέες και τις πρακτικές που μπορούν να πουν «κάτι» και να τις παρουσιάσει με «τρικ» που να προκαλούν στον θεατή αν όχι τη μέθεξη, τουλάχιστον την έξαψη εκείνου που αντικρίζει φλέβα χρυσού να αναβλύζει.

Μια τέτοια φλέβα χτύπησε ο Σάββας Στρούμπος
μεταφέροντας στο θέατρο (παρεμπιπτόντως για πρώτη φορά παγκοσμίως) το «Εμείς» (εκδ. 1927) του Γεβγκιένι Ζαμιάτιν. Η παράστασή του ενέχει μεν μια υπερλογοτεχνικότητα (το «Εμείς» δεν είναι θεατρικό έργο) και παρουσιάζει κάποια προβλήματα ως προς τις ερμηνευτικές και ρυθμολογικές ποικιλίες, επιστρέφει όμως το βλέμμα μας στον ορισμό του θεάτρου ως τέχνης προσωπικής και κοινωνικής συνείδησης. Κι έχει ξεφύγει ολοσχερώς τον κίνδυνο της αίσθησης «σκηνοθετημένου αναλογίου» που είχαν κάποια προηγούμενα εγχειρήματά του.

Ο Ρώσος συγγραφέας του «Εμείς», ως μηχανικός αεροσκαφών, ταξίδεψε στη Δύση και, ως προδομένος μπολσεβίκος, διέβλεψε στην υπόσχεση της βιομηχανικής και τεχνολογικής ανάπτυξης το θαύμα όσο και το τραύμα. Οι αναφορές του στην αλυσίδα παραγωγής Τέιλορ δεν είναι τυχαίες. Βάσει­ μιας μηχανιστικής λογικής που προασπίζεται την ευταξία, γεννιούνται, ζουν, εργάζονται και αναπαράγονται οι άνθρωποι στο μελλοντολογικό «Εμείς» του. Ο Ζεμιάτιν διεκτραγωδεί την πρόοδο ανάγοντάς τη σε ένα φετιχιστικό υπερκράτος φουτουριστικής αμετροέπειας και καυτηριάζει τις τακτικές χειραγώγησης των μαζών στο όνομά της.

Οι άνθρωποι στο «Εμείς», αντί για ονόματα, έχουν αριθμούς­ και οι στοιχειώδεις ελευθερίες έχουν καταργηθεί. Και το έργο, με τη μετα-νεωτερική αντίληψη του σήμερα, φαντάζει σαν μια τραγικωμική αλληγορία για το πώς ο ίλιγγος­ της ανάπτυξης μπορεί να οδηγήσει­ στο υπερτροφικό πλεόνασμά της, σε έναν κυβερνο-τεχνολογικο-καπιταλιστικό ολοκληρωτισμό που θρέφεται από τη ρομποτική ανοχή όσων τον υπηρετούν.

Με μια ρομαντική, ωστόσο, χειρονομία ο Ζεμιά­τιν απαντά με ποιητικό τρόπο στο –κοινότοπο όσο και κοσμογονικό– ερώτημα «Τι να κάνουμε;». οι αντιεξουσιαστές του Μονοκράτους μας θυμίζουν πως, όπως το κάθε «εγώ» είναι ικανό για τα πάντα, έτσι είναι και το κάθε «εμείς».

Με ελάχιστα, αλλά εξαιρετικής εμπνεύσεως
αντικείμενα, όπως η «μουσική» καρέκλα που γίνεται… τσέλο, κι έχοντας πέντε ηθοποιούς­ εξασκημένους στο έπακρον, ο Στρούμπος αξιοποιεί τη σουπρεματική αισθητική του Καζιμίρ Μάλεβιτς κι εφαρμόζει μια γεωμετρικά εξπρεσιονιστική υποκριτική, απηχώντας θαρρείς τα κελεύσματα της βιομηχανικής μεθόδου του Βζέβο­λοντ Μέγερχολντ. Ως συνεργάτης του Θεόδωρου Τερζόπουλου, ο Στρούμπος διατηρεί το όραμα εκείνου για ένα θέατρο αισθητικής υπεροχής που εδράζεται εξίσου στη γνώση της θεωρίας και της πράξης, έχει όμως πάντα στο επίκεντρο τον άνθρωπο/ηθοποιό.

Κι έτσι οι Δαυίδ Μαλτέζε και Ελεάνα Γεωργούλη δίνονται ολόψυχα, ο Δημήτρης Παπαβασιλείου γίνεται ολόκληρος μια μάσκα εξουσίας, την παράσταση όμως κλέβουν οι πρωτοεμφανιζόμενες Έλλη Ιγγλίζ ως χαρισματική αφηγήτρια και Έβελιν Ασουάντ ως σεξουαλικά διεγερμένη υπήκοος.

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης