Συνέντευξη

Έλενα Τοπαλίδου: «Η χρήση βίας είναι σκάνδαλο»

Από -

Μπαίνει στις παραστάσεις με την πειθαρχία χορεύτριας και με τον ενθουσιασμό πρωτόβγαλτης. Η Έλενα Τοπαλίδου άφησε το χορό γιατί ερωτεύτηκε το θέατρο και είναι η πρωταγωνίστρια στη «Γιαννούλα την κουλουρού» που ανεβαίνει στην Πειραιώς 260 από 18 έως 21/6.

Ποια είναι η «Γιαννούλα η κουλουρού» που ερμηνεύεις στην παράσταση του Γιώργου Παπαγεωργίου;
Είναι μια γυναίκα που γεννήθηκε και πέθανε στην Πάτρα. Οι συμπολίτες της εκμεταλλεύτηκαν την ελαφριά νοητική υστέρηση από την οποία έπασχε και τη λαχτάρα της να παντρευτεί και οργάνωσαν τρεις γάμους-φάρσες, που οδήγησαν τελικά τη Γιαννούλα στην απόλυτη γελοιοποίηση, τη μοναξιά και την τρέλα.

Κατά τη γνώμη σου τι έκανε τον Γιώργο να επιλέξει τη συγκεκριμένη ιστορία;

Ο Γιώργος συχνά λέει πως συγκινείται από τις αληθινές ιστορίες ανθρώπων των λαϊκών στρωμάτων, εγώ θα συμπλήρωνα πως τον συγκινούν οι ιστορίες απλών ανθρώπων που θα έμεναν για πάντα στην ανωνυμία αν μια τρομακτική συγκυρία δεν τους είχε κάνει ήρωες σύγχρονων τραγωδιών.

Μιλάει για την ελληνική κοινωνία το κείμενο της Θεοδώρας Καπράλου;
Στο έργο υπάρχει η ατάκα: «καρναβάλι και γλέντι δώσε μας και πάρε μας την ψυχή». Αυτό ισχύει για τους Έλληνες, τις περισσότερες φορές η κοινωνία μας συμπεριφέρεται σαν ανήλικο παιδί, παρορμητικό, με ισχυρογνωμοσύνη και έλλειψη νου: «Να περάσουμε καλά». Από την άλλη, βέβαια, είναι φιλόξενη, αγαπησιάρα, ευσυγκίνητη, καλλιτεχνική!

Πώς είναι να μεγαλώνεις ένας παιδί σήμερα;
Θα ξεκινήσω από το πόσο τεράστιο δώρο είναι να έχεις παιδί ή να μπορείς να συναντάς παιδιά και να παρατηρείς, να μαθαίνεις, να ακούς, να ανακατεύεσαι μαζί τους. Εγώ θα ήθελα να είχα περισσότερα παιδιά. Μετά από μια ατυχία που συνέβη δεν το κατάφερα. Έχω όμως πολλούς και θαυμάσιους μαθητές, για τους οποίους είμαι περήφανη και ευγνώμων. Ένα παιδί σήμερα, είναι πολύ εύκολο να χάσει γρήγορα την παιδικότητά του. Δεν παίζει όπως παλιά στις γειτονιές, δεν ανακαλύπτει τον κόσμο και τη φύση με όλες τις αισθήσεις, η εικόνα κυριαρχεί στη ζωή του, δεν εμπνέεται, δεν διαβάζει βιβλία, δεν είναι τολμηρό. Αυτά όλα προσπαθώ κάθε μέρα και κάθε στιγμή να τα έχω στο μυαλό μου για τον γιο μας, αλλά και για την περίπτωση που κάποιος μαθητής ή μαθήτρια μου χρειαστεί οποιαδήποτε συμβουλή σε σχέση με την καθημερινότητα και τη ζωή.

Η ψυχολογική βία είναι πιο επικίνδυνη από τη σωματική;
Η βία είναι βία και είναι εισβολή στην ιδιωτικότητα του άλλου ζωντανού πλάσματος. Είναι σκάνδαλο η χρήση βίας, είτε σωματικής είτε ψυχολογικής. Η ψυχολογική βία διαλύει την ψυχική ηρεμία, γεμίζει την καθημερινότητα τρόμο και εφιάλτες, ενοχές, αγωνία, μιζέρια, απελπισία.

«Aνεβαίνω κάθε φορά με την ίδια αγωνία, για όποιον λόγο κι αν έχει έρθει ο καθένας. Και αν είμαστε τυχεροί και έχουμε σωστό τάιμινγκ με το θεατή μπορεί να τον συγκινήσουμε και καλλιτεχνικά».

Τι είναι αυτό που σε ενδιαφέρει στις συνεργασίες σου;
Λόγω του χορού, έχω μάθει να αντιμετωπίζω τον εαυτό μου ως εργαλείο το οποίο καλείται να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις κάθε συνάντησης. Ιδανικά θα επιθυμούσα ο άνθρωπος που επιλέγει να στήσει μια παράσταση να φανταστεί κάτι για μένα, να «με δει» και να εμπνευστεί από μένα. Τότε μπορώ με πολλή δουλειά να φανταστώ και εγώ τον εαυτό μου σε μια συνθήκη, σε ένα ρόλο… Επίσης θα επιθυμούσα να γοητευτώ από τον εκάστοτε δημιουργό, να νιώσω ότι ξέρει τι θέλει, ακόμη κι αν αυτό είναι παράξενο ή ιδιαίτερο, με ενδιαφέρει να επηρεαστώ, να με πείσει. Να είναι απαιτητικός και να ηγείται της δημιουργίας. Οι συνεργάτες ηθοποιοί είναι πάντα μια τεράστια έκπληξη και χαρά και η ομαλή λειτουργία της ομάδας εξαρτάται από τον επικεφαλής.

Πιστεύεις ότι οι Έλληνες σκηνοθέτες κινδυνεύουν από την τυποποίηση;
Όλοι μας κινδυνεύουμε από την τυποποίηση. Μακάρι να μην κινδυνεύαμε. Δεν είναι καθόλου εύκολο να αναζητάς πάντα κάτι που να «κουνάει» την ευκολία σου, την συνήθειά σου, να σου «τραβάει το χαλί», να σε απομακρύνει από το εύπεπτο, να σε τρομάζει περισσότερο(;).

Πιστεύεις ότι μια μερίδα του κοινού αντιμετωπίζει τις παραστάσεις ως κοινωνικό παρά ως καλλιτεχνικό γεγονός;
Δεν έχω ιδέα, δεν έχω σκεφτεί ποτέ κάτι τέτοιο. Μπορεί. Εγώ πάντως στη σκηνή ανεβαίνω κάθε φορά με την ίδια αγωνία, για όποιον λόγο κι αν έχει έρθει ο καθένας. Και αν είμαστε τυχεροί και έχουμε σωστό τάιμινγκ με το θεατή μπορεί να τον συγκινήσουμε και καλλιτεχνικά.

Ποιο ρόλο έχεις αγαπήσει περισσότερο;
Όταν χόρευα, αγάπησα πολύ την «Κυρία με τις καμέλιες» που κάναμε με τον Κωνσταντίνο Ρήγο και τη Γλαύκη στη «Μήδεια» του Δημήτρη Παπαϊωάννου. Στοθέατρο έχω αγαπήσει και τον Κλωβ στο «Τέλος του παιχνιδιού» του Μπέκετ και τον Σταυρόγκιν στους «Δαιμονισμένους» του Ντοστογιέφκσι και τη Φαρλάκου, και την Ελιαάτ στο «Μισάνθρωπο» του Μολιέρου. Τώρα περνάω μεγάλη αναστάτωση με τη Γιαννούλα. Ίσως μια από τις μεγαλύτερες των τελευταίων χρόνων.

Τι σε ώθησε να αφήσεις την καριέρα της χορεύτριας για το θέατρο;
Η τυποποίηση! Δεν το καταλάβαινα τότε ακριβώς, αλλά ένιωθα μια βαθιά κούραση από τον ίδιο μου τον εαυτό και τα εκφραστικά μου μέσα. Άφησα το χορό και ήμουν για λίγο καιρό στο κενό. «Άνθρωπος χωρίς ιδιότητα». Τρομακτικό και λυτρωτικό.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου