Ρεπορτάζ

Είδαμε την ανοιχτή πρόβα του «Κάποιος θα έρθει» από τον Γιάννη Χουβαρδά

Από -

Αποκλειστικά για τον υπαίθριο Θόλο του Κέντρου Πολιτισμού - Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος», σχεδίασε ο Γιάννης Χουβαρδάς το «Κάποιος θα έρθει» του Γιον Φόσε. Η παράσταση έκανε την επίσημη πρεμιέρα της πριν από λίγες ημέρες στο Διεθνές Φεστιβάλ «Γιον Φόσε», που διοργανώνεται από το Νορβηγικό Θέατρο του Όσλο, συναντώντας θερμή υποδοχή από το κοινό και αποσπώντας εγκωμιαστικά σχόλια από το συγγραφέα, και παρουσιάζεται στην Αθήνα από 24 Σεπτεμβρίου έως 12 Οκτωβρίου.

Είναι η τρίτη φορά στην πολύχρονη πορεία του που ο καταξιωμένος σκηνοθέτης ανεβάζει έργο του Φόσε, μετά τα «Τόσο όμορφα» (2004) και «Παραλλαγές θανάτου» (2013). Για τον Χουβαρδά, το ανθρώπινο στοιχείο είναι αυτό που έχουμε ανάγκη τώρα περισσότερο από ποτέ, στις δύσκολες συνθήκες που ζούμε, κάτι που μας υπενθυμίζουν και τα κείμενα του Νορβηγού συγγραφέα, ο οποίος σκύβει με συμπόνια πάνω από τους ήρωές του: «Όλοι μου οι χαρακτήρες έχουν ελαττώματα, όπως όλοι μας, και όλοι μου οι χαρακτήρες έχουν κατά βάθος δίκιο. Πρόκειται για συναισθηματικές καταστάσεις τις οποίες δημιουργώ και με τις οποίες συμπάσχω», έχει πει ο Φόσε.

Στο επίκεντρο των έργων του Φόσε βρίσκεται το τρίπτυχο ζωή-αγάπη-θάνατος. Η ροπή του προς το αρχετυπικό, το οποίο πολλές φορές λησμονούμε σκεπάζοντάς το με πιο σύνθετες έννοιες, είναι ξεκάθαρη. Τον απασχολεί η ουσία των πραγμάτων, γι’ αυτό και λείπει από το έργο του ο θόρυβος των κοινωνικών καταστάσεων, ενώ σπανίως γίνεται προσωποκεντρικός, εστιάζοντας στις σχέσεις.

banner

Όλες αυτές οι οντολογικές, ψυχολογικές και υπαρξιακές αποχρώσεις συνθέτουν το αινιγματικό «Kάποιος θα έρθει». Σε αυτό το χαρακτηριστικό δείγμα γραφής κυριαρχούν η παύση, η επανάληψη και η σιωπή και όσα κρύβονται κάτω και ανάμεσα στις λέξεις. Ένας άντρας και μια γυναίκα (οι πρωταγωνιστές παραμένουν ανώνυμοι) αποφασίζουν να απομακρυνθούν από τον έξω κόσμο και να μείνουν «μόνοι μαζί» σε ένα παραθαλάσσιο σπίτι. Η ανησυχία ότι κάποιος θα διαταράξει την ηθελημένη απομόνωσή τους δεν αργεί να τους καταβάλει. Ο φόβος σύντομα επιβεβαιώνεται, στο πρόσωπο του νεαρού πρώην ιδιοκτήτη του σπιτιού. Με την άφιξή του δημιουργείται ένα ερωτικό τρίγωνο που φέρνει στην επιφάνεια κρυμμένες αντιζηλίες και πάθη. Ενώ εκείνος στην αρχή πάσχιζε να την καθησυχάσει σχετικά με την έξωθεν απειλή, μετά την έλευσή της βουλιάζει στην παράνοια που του προκαλεί η ανασφάλεια, με τους ρόλους να αντιστρέφονται και να έρχεται η δική της σειρά να τον ηρεμήσει.

Αυτή η φαινομενικά απλή υπόθεση αποκαλύπτει τη μαεστρία του Φόσε στη δημιουργία εσωτερικής έντασης και μυστηρίου. Η μουσικότητα της γλώσσας του –στην εξαιρετική μετάφραση της Έρι Κύργια– και ο τρόπος με τον οποίο πλέκει το περιεχόμενο των (λίγων) διαλόγων με τη φόρμα αποδεικνύει την ποιητική του φύση, που σε συνδυασμό με τον υπαινιγμό και το ανείπωτο, το σασπένς, τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα και το έντονο στοιχείο του γκροτέσκου πλάθουν ένα ερωτικό θρίλερ μυστικιστικού ρεαλισμού, όπως χαρακτηρίζει και ο ίδιος το έργο του. Σύμφωνα με τον Γιάννη Χουβαρδά: «Ο Φόσε έχει χαρακτηριστεί σύγχρονος Ίψεν. Αντίθετα, όμως, με τον Ίψεν, που εξηγεί το "μυστήριο" των έργων του, ο Φόσε αρνείται τα πάντα, τα αφήνει όλα μισοειπωμένα, σε μια αέναη αβεβαιότητα».

Στην πρόβα φανερώνεται η βαθιά συγγένεια του σκηνοθέτη με το συγγραφέα και ο τρόπος με τον οποίο το κείμενο υπηρετείται από τη μινιμαλιστική σκηνοθεσία. Την πολύ σημαντική στον Φόσε διάκριση ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό, ο Χουβαρδάς την εικονοποιεί με ένα διάφανο σκηνικό οικοδόμημα πλημμυρισμένο με νερό. Το απέραντο της θάλασσας, που βρίσκεται έξω από το παράθυρο του σπιτιού, εδώ εισβάλλει στη σχέση του ζευγαριού, συμβολίζοντας ίσως αυτό που τους ενώνει και παράλληλα τους χωρίζει. Ταυτόχρονα, ως θεατές, βρισκόμαστε σε ένα πιο απομονωμένο σημείο του Κέντρου Πολιτισμού, όπου το «έξω» του πάρκου συνομιλεί με το «μέσα» της παράστασης.

Επιπλέον, οι ηθοποιοί αποδεικνύονται ιδανικοί για το έργο: ο Αντώνης Μυριαγκός αποδίδει εξαιρετικά επί σκηνής τη σταδιακή καταφυγή του χαρακτήρα του στην παράνοια και η Άλκηστις Πουλοπούλου ξεχωρίζει με την ιδιαίτερη εκφορά του ποιητικού λόγου. Τα σκηνικά και τα κοστούμια υπογράφει η Νίκη Ψυχογιού, τη μουσική ο Ανρί Κεργκομάρ, τους φωτισμούς ο Αλέκος Αναστασίου και το σχεδιασμό των βιντεοπροβολών ο Παντελής Μάκκας.