Άποψη

Είδαμε τη «Ραμόνα» στο Φεστιβάλ Αθηνών

Από -

Με μια βαριά θρακιώτικη προφορά που μυρίζει ύπαιθρο κι αναδίδει μνήμες αλλοτινών εποχών, όταν η ντοπιολαλιά ήταν βίωμα συλλογικό κι η Ελλάδα ένα χωριό ολάκερη, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ερμηνεύει την Ραμόνα και τραγουδά το «Ο μήνας έχει δεκατρείς» και το «Μαύρο μου χελιδόνι», καταθέτοντας την πιο τολμηρή ερμηνεία της καριέρας της. Ο σκηνοθέτης και εικαστικός Γιάννης Σκουρλέτης μας παραδίδει, με τη σειρά του, την πιο εξεζητημένη παράστασή του, δομημένη σε μια παράτολμη σκηνοθετική επιλογή: όλοι οι ηθοποιοί της παράστασής του μιλούν, με εξίσου βαριά προφορά, τις ξεχασμένες ντοπιολαλιές της Βορείου Ελλάδας, της Βουλγαρίας και της Αλβανίας. Τόσο η Καραμπέτη όσο και οι άξιοι συμπρωταγωνιστές της (Λένα Δροσάκη, Δημήτρης Μοθωναίος, Κρις Ραντάνοφ) υπερασπίζονται με τέτοιο σθένος αυτήν την επιλογή ώστε διαφεύγουν αυτόματα, από την πρώτη σκηνή, το σκόπελο του γελοίου.
Όχημα σε αυτό το θεατρικό εγχείρημα είναι το θεατρικό έργο ««ΡΑΜΟΝΑ travel/ η γη της καλοσύνης» της ποιήτριας Γλυκερίας Μπασδέκη, η οποία γεννήθηκε στη Λάρισα, ζει στην Ξάνθη και γράφει –κάθε φορά, αλλά ειδικά αυτήν τη φορά- με ένα άκρως ιδιοσυγκρασιακό προσωπικό ιδίωμα αποτίνοντας, ταυτόχρονα, έναν διηνεκή φόρο τιμής στην ελληνική ποιητική και σε ό,τι συνιστά αυτό που αποκαλούμε «ελληνικότητα». Όσοι είδατε την παράσταση, ίσως προσέξατε τις διαρκείς αναφορές της στον Σολωμό, τον Παλαμά και τον Παπαδιαμάντη. Όπως ακριβώς το προηγούμενο έργο της, το «Στέλλα travel/ η γη της απαγγελίας» ήταν, με αφορμή την κινηματογραφική «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη, ένα μεταμοντέρνο μνημόσυνο για την Ελλάδα που πνίγηκε στο γαρίφαλο, το σκυλάδικο και την αμορφωσιά, έτσι και η «Ραμόνα» της, έχοντας σαν σημείο έναρξης το «Λεωφορείον ο Πόθος» του Τέννεσι Ουίλιαμς, είναι μια νεοβαλκανική τραγωδία. Η ίδια η Ραμόνα, ερμηνευμένη καθηλωτικά από την Καραμπέτη, φέρει την ανάμνηση της Μήδειας όσο και της Γυναίκας της Ζάκυθος, της Φιλουμένα Μαρτουράνο όσο και της Μπλανς Ντιμπουά. Διακειμενικό, παράφορα λυρικό και ωμά ρεαλιστικό, το νέο αυτό έργο της είναι συνταγμένο με την ανάμνηση των αρχέγονων διαβατήριων τελετουργιών, της Ορθοδοξίας όσο και του παγανισμού, με τις μνήμες των Βαλκανικών πολέμων και του ελληνικού εμφυλίου, μπολιασμένο με τον σπόρο του δημοτικού τραγουδιού και των παραλογών, και διαρθρωμένο με τους όρους ενός άκρατου ρομαντισμού. «Ο Θεός είναι παντού και ο πόθος το ίδιο» μοιάζει να ουρλιάζουν όλα τα πρόσωπά του έργου της, έχοντας σα μόνη βεβαιότητα το ότι «παππούδες κουβαλάμε στην καμπούρα μας». Ο Γιάννης Σκουρλέτης, με το ιδιοσυγκρασιακό σκηνοθετικό ιδίωμα και την αδιαπραγμάτευτη εικαστικότητα των παραστάσεών του, όπου η αναφορά στον Τσαρούχη είναι πια δεδομένη, στη δεύτερη συνεργασία του με την ποιήτρια, ανάγεται σε ιδανικό συνομιλητή του. Ίσως μπορούσε να αναπτύξει ακόμη περισσότερο ή, από ένα σημείο και ύστερα, να εγκαταλείψει ολοσχερώς το εύρημα της προφοράς –το κείμενο θα ακουγόταν μεν έτσι στη «σωφρονισμένη» επίσημη εκφορά της ελληνικής γλώσσας αλλά θα ακουγόταν με πολύ μεγαλύτερη σαφήνεια. Θα έπρεπε, επίσης, να μειώσει τη διάρκεια της παράστασής του, αντιμετωπίζοντας το έργο όχι τόσο σαν «ατμόσφαιρα» όσο σαν αυτό που, στη βάση του, είναι: ένα ποιητικό μανιφέστο-επίκληση στη νεκρανάσταση μιας «χαμένης» Ελλάδας. Τα λαϊκά τραγούδια που ερμηνεύει ζωντανά, με τον Βασίλη Ζιάκα να τη συνοδεύει με το ακορντεόν του, η ίδια η Καραμπέτη (όχι βέβαια με αξιώσεις αοιδού αλλά με τη στόφα της θεατρίνας), είναι ωραία και ταιριαστά αλλά δεν χρειαζόταν να ακούγονται ολόκληρα ή να είναι τόσο πολλά. Η παράστασή του, πάντως, έχει την ισχύ του ιδιαίτερου γεγονότος, επικυρώνοντας έτσι το φεστιβαλικό της χαρακτήρα.

Photo credits Χριστίνα Ζαχοπούλου www.akriviadis.gr