Συνέντευξη

Δημοσθένης Παπαμάρκος: «Το πράγμα που δεν εξημερώνεται ποτέ, που δεν αμβλύνεται, είναι ο θάνατος»

Από -

© Dimitris Michalakis
© Dimitris Michalakis

Μετά το επιτυχημένο «Γκιακ», ο Δημοσθένης Παπαμάρκος εμπιστεύεται στα χέρια της Γεωργίας Μαυραγάνη ακόμη ένα έργο του. Διαβάστε όσα είπε στη Μαρία Κρύου για την «Εξημέρωση» που ανεβαίνει στη Στέγη από 16/1.

Η δραματοποίηση του «Γκιακ» ήταν που σας έφερε κοντά με τη σκηνοθέτιδα Γεωργία Μαυραγάνη. Πώς προχωρήσατε τώρα στη συνεργασία για την «Εξημέρωση» που παρουσιάζεται στη Στέγη;
Είχαμε γνωριστεί σε ένα αναλόγιο που είχε κάνει για το έργο μου και στην πορεία, μέσα από τις κουβέντες μας, διαπιστώσαμε ότι υπάρχει μια συγγένεια στο πώς βλέπουμε τα πράγματα και στο τι μας αρέσει. Κάποια στιγμή μου είπε πως της έγινε πρόταση από την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου για μία εικοσάλεπτη παράσταση στο Διεθνές Φεστιβάλ «The Future of Europe», που διοργάνωσε το Θέατρο της Στουτγάρδης το 2018 με θέμα το προσφυγικό. Ο προβληματισμός μας εξαρχής ήταν ότι κάνουμε, κατόπιν ανάθεσης από ένα γερμανικό θέατρο, ένα έργο για τον πόνο κάποιων ανθρώπων, το οποίο θα καταναλωθεί από ένα κοινό που θέλει να συγκινηθεί. Ζορίζομαι με το προσφυγικό· το θεωρώ λίγο εύκολη εκμετάλλευση ενός δύσκολου θέματος.
Σκέφτηκα, λοιπόν, να γράψω μια παραβολή, ένα περιστατικό από την αρχαία ιστορία, την καταστροφή της Μιλήτου. Μέσα στην όλη διαδικασία πήραμε συνεντεύξεις από πρόσφυγες, αλλά από μια πολύ συγκεκριμένη θέση και οπτική. Μιλώντας μαζί τους, ωστόσο, καταλάβαμε ότι αυτοί οι άνθρωποι ήθελαν να ακουστούν και μας έλεγαν πως αυτό που κάνουμε είναι για εκείνους ένας τρόπος να φτάσουν οι ιστορίες προς τα έξω. Κινηθήκαμε με μια έγνοια αποτύπωσης του στίγματός τους στη ζωή. Η ταυτότητά τους φτάνει σε εμάς ξεθωριασμένη. Τους κολλούν την ταμπέλα πρόσφυγες, ενώ εκείνοι έχουν όνομα, έρχονται από κάπου, τους αρέσουν συγκεκριμένα πράγματα, έχουν όνειρα…

Ξαναδουλεύοντας το κείμενο της «Εξημέρωσης» του έδωσες νέα κατεύθυνση;
Μετά την εμπειρία αυτού που παρουσιάσαμε στη Στουτγάρδη ένιωσα ότι η κουβέντα για το πένθος συνδέεται πολύ με την αφήγηση για τον αποχωρισμό και το θάνατο. Οπότε σκεφτόμουν μήπως ο βασικός αφηγητής του έργου, ο Μάντης, κατέβει στον κάτω κόσμο – μια ιδιότυπη Νέκυια. Αυτή την ιδέα επεξεργαστήκαμε και καταθέσαμε στη Στέγη, θέλοντας να διερευνήσουμε το πώς και το γιατί κυριαρχεί ο λόγος σε όλα τα πράγματα πλην του θανάτου. Το πράγμα που δεν εξημερώνεται ποτέ, δεν αμβλύνεται ποτέ. Το μόνο πράγμα που δεν μπορείς να αφηγηθείς αφού το ζήσεις. Επικοινωνεί, ωστόσο, με την αφήγηση ενός πραγματικού βιώματος, του πένθους. Νιώθω τυχερός που όλα αυτά τα θέματα τα ψάχνω με τη Γεωργία, με την οποία υπάρχει συνεννόηση.

Τι ξεχωρίζεις στη Γεωργία Μαυραγάνη;
Είναι φοβερή αναγνώστρια, πολύ πιο επαρκής από μένα στη λογοτεχνία και σε όλα. Μου αρέσει που δεν αισθητικοποιεί τη θέση της. Χρησιμοποιεί μεν αισθητικά εργαλεία, αλλά αν κάτι δεν είναι η αλήθεια της το πετάει. Έχω θέμα με την αισθητικοποίηση των πραγμάτων, διότι τελικά καταλήγεις να φτιάχνεις κάτι πολύ όμορφο αλλά χωρίς ουσία.

«Θεωρώ προβληματικό να ισχυρίζεται κάποιος ότι δίνει απαντήσεις ακόμα και όταν αισθάνεται ότι το έκανε. Για μένα το θέατρο είναι περισσότερο μια έρευνα, μια θέση ερωτημάτων».

Από πού άντηλησες τα πρώτα ερεθίσματα για να γίνεις συγγραφέας;
Ο πατέρας μου με ώθησε να γράψω σε ηλικία 11-12 ετών. Θεωρούσε ευθύνη ως γονιός να ανακαλύψει τα ταλέντα των παιδιών του και να τα βοηθήσει να τα καλλιεργήσουν. Βαριόμουν ελεεινά το γράψιμο σ’ εκείνη την ηλικία ιδιαίτερα αν το θέμα δεν με ενδιέφερε.

Ποια ήταν τα πρώτα σου αναγνώσματα;
Ξεκίνησα από λογοτεχνία Λουντέμη, Βενέζη κ.ά.. Διάβαζα πάντα πολύ, ακόμα και τα σχολιαστικά κείμενα των εφημερίδων. Διάβαζα επίσης τις κριτικές κινηματογράφου επειδή δεν είχα τη δυνατότητα να βλέπω συχνά ταινίες στη Μαλεσίνα.

Ποιο ήταν το θέμα του πρώτου σου διηγήματος;
Η πρώτη ιστορία ήρθε με λάδωμα από τον πατέρα μου, ο οποίος κάτι είδε στα κείμενα μου και επέμενε να γράψω. Υποσχέθηκε να μου αγοράσει ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου και μου έδωσε την ιδέα να γράψω για τη «συμμορία των οκτώ». Την παρέα που είχα με τους συμμαθητές μου και κάναμε τρέλες. Ο πατέρας μου με στήριξε και στη συνέχεια, ήταν ο άνθρωπος που ταξίδεψε στην Αθήνα και αναζήτησε εκδοτικό οίκο για τα πρώτα μυθιστορήματα μου. Μου ήταν δύσκολο να το τρέξω εγώ γιατί ξέρω πως όταν πας σε έναν εκδοτικό οίκο αν δε σε ξέρει κανένας, δε σε καλοδέχονται. Και τότε, αρχίζεις και σκέφτεσαι: «μήπως είμαι ψώνιο;».
Πάντως είμαι τυχερός, εκδόθηκαν πολύ νωρίς τα βιβλία μου και αυτό είναι απόδειξη ότι οι άνθρωποι στον Αρμό και στον Κέδρο δεν ανήκουν στις κατηγορίες των εκδοτών που σου μιλάνε με απαξίωση. Είναι αποκαρδιωτικό να πηγαίνεις και να βρίσκεις μια πόρτα κλειστή. Δεν έχω πρόβλημα στο αν δεν αρέσει ένα κείμενο μου, με εξοργίζει και με απογοητεύει το ύφος και η έλλειψη ευγένειας.

© Dimitris Michalakis
© Dimitris Michalakis

Σε ενοχλεί η κριτική;
Μία αρνητική κριτική, η οποία παραθέτει επιχειρήματα και αποκαλύπτει τις αδυναμίες αυτού που έκανες, είτε είναι για το θέατρο, είτε για τη λογοτεχνία είναι χρήσιμη ακόμα και αν διαφωνείς. Ο καθένας ξέρει τις αδυναμίες αυτού που έχει κάνει και ουσιαστικά αυτό που περιμένει από τον κριτικό είναι το γιατί. Η κριτική είναι μία χρήσιμη εκπαιδευτική διαδικασία για το δημιουργό· σε βάζει σε ένα διάλογο.

Το θέατρο που σε αφορά έχει να κάνει περισσότερο με την αλήθεια, το ψέμα ή την πειστικότητα;
Έχει να κάνει με την ειλικρίνεια στην έκθεση του προβληματισμού. Θεωρώ προβληματικό να ισχυρίζεται κάποιος ότι δίνει απαντήσεις ακόμα και όταν αισθάνεται ότι το έκανε. Για μένα το θέατρο είναι περισσότερο μια έρευνα, μια θέση ερωτημάτων.

Γράφεις το επόμενο έργο σου;
Στα πλαίσια ενός fellowship που έχω στη Στέγη ξεκίνησα να γράφω ένα έργο πριν την «Εξημέρωση» αλλά είναι σε πρώιμο στάδιο και είμαι αρκετά δεισιδαίμων και προληπτικός για να μιλήσω γι’ αυτό. Σκέψου ότι το σχετικό σημείωμα στο site της Στέγης αναφέρει ότι γράφω ένα θεατρικό για ένα νησί. Δεν είναι μόνο νησί, είναι μία καινούργια γαία που εμφανίζεται στον κόσμο.

© Dimitris Michalakis
© Dimitris Michalakis

Μετά την τεράστια οικολογική καταστροφή και της Αυστραλίας νομίζω ότι πρέπει να αναζητήσουμε καινούργια γαία.
Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο οι ανθρώπινες κοινωνίες μετασχηματίζονται αλλά αυτό που συμβαίνει με τόσο ραγδαίους ρυθμούς στη φύση είναι τρομακτικό. Δεν γίνεται να σε κινητοποιεί το ωραίο στην τέχνη και να είσαι αδιάφορος για να δάσος και την καταστροφή του. Και δεν το λέω με τους όρους των Ρομαντικών. Έχει αρχίσει να υπάρχει μία αντίρροπη δύναμη και πολλές φωνές που διεκδικούν το δικαίωμα της προστασίας της φύσης. Πρέπει να συνεχίσει αυτή η κουβέντα και να γίνουν πράξεις. Θέλω να είμαι αισιόδοξος. Πιστεύω ότι οι νεότεροι είναι λίγο πιο ριζοσπάστες πάνω σε αυτά τα θέματα.

© φωτογραφίας Δημοσθένη Παπαμάρκου: Ανδρέας Σιμόπουλος

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου